VAN MORRISON: “Somebody Tried to Sell me a Bridge”

ALBUM

Η φράση «to sell someone a bridge», σε ελεύθερη μετάφραση, σημαίνει να προσπαθείς να κοροϊδέψεις κάποιον, να του πουλήσεις κάτι που δεν έχει καμία αξία. Αυτό για τον Morrison στην ηλικία που έφτασε, δουλεύει σε πολλά επίπεδα, στην εξαπάτηση, στις αυταπάτες, στις υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, ζητήματα που είναι καθαρά θεματολογία των blues. Θα προσέθετα ότι είναι χιούμορ και ειρωνεία από έναν άνθρωπο που στην ζωή του «τα έχει δει όλα».

Ο Van Morrison, στα ογδόντα του πλέον, επιστρέφει στα blues με έναν δίσκο που κυλάει αβίαστα από την αρχή μέχρι το τέλος. Είκοσι κομμάτια περισσότερο από ογδόντα λεπτά μουσικής, χωρίς να κουράζει. Περιλαμβάνει γνωστά blues standards, λιγότερο προβεβλημένα τραγούδια και μερικές δικές του συνθέσεις. Όλα περνούν μέσα από το γνώριμο ύφος του Morrison, που ακούγεται χαλαρός, άνετος και σίγουρος, όπως πάντα. Ογδόντα έτη ηλικίας, πενήντα album, σχεδόν ογδόντα λεπτά μουσικής, είκοσι blues κομμάτια το 2026. Νούμερα που από μόνα τους λένε κάτι σημαντικό. Είναι η εικόνα ενός θρύλου που σε αυτή την ηλικία, συνεχίζει να παίζει με την ίδια διάθεση, σαν να μην τον άγγιξε ο χρόνος. Ένα θαύμα!

Οι συμμετοχές των Taj Mahal, Elvin Bishop και Buddy Guy δίνουν επιπλέον βαρύτητα, χωρίς να μετατρέπουν το album σε «παρέλαση» ονομάτων. Ο Taj Mahal ξεχωρίζει στα «Betty And Dupree» και «Delia’s Gone», ο Elvin Bishop δίνει ένταση στο «Deep Blue Sea», ενώ το κλείσιμο με τον Buddy Guy είναι ιδανικό. Ξεχωριστή στιγμή του δίσκου είναι η διασκευή του “Ain’t That A Shame”. Χρειάστηκε λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται για το κλασικό “Ain’t That A Shame” του Fats Domino. Η εκτέλεση είναι τόσο φυσικά ενσωματωμένη στο ύφος του δίσκου, που στην αρχή το ακούς σαν ακόμη ένα κομμάτι του Morrison. Ένα τραγούδι σύμβολο του rhythm ’n’ blues, που έχει γραφτεί στη μουσική ιστορία από τη δεκαετία του ’50, εδώ ακούγεται φρέσκο χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα του.

Κάπου εδώ αξίζει να γίνει ειδική αναφορά στην μπάντα που τον συνοδεύει. Οι μουσικοί που βρίσκονται δίπλα του κάνουν τα πάντα σωστά. Παίζουν με ακρίβεια, αίσθηση και μέτρο, αφήνοντας χώρο στον Morrison να κινηθεί όπως θέλει. Το πιάνο, το όργανο, οι κιθάρες δένουν μεταξύ τους με τρόπο που κάνει τον δίσκο να ακούγεται φυσικός. Δεν υπάρχουν «βιρτουόζικα» στυλ, μόνο ουσία και υποστήριξη στην εκτέλεση του κάθε τραγουδιού. Νομίζω ότι όλη η καριέρα του Morrison βασίστηκε σε αυτό το πράγμα, αυτός μαζί με τους συνεργάτες τους να υπηρετούν τη μουσική με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η ακρόαση ολόκληρου του δίσκου με τη μία θέλει υπομονή, έχει όμως τόσα όμορφα πράγματα να ανακαλύψει ο ακροατής, που πιστεύω ότι θα μείνει μαζί του μέχρι το τέλος. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο στους δίσκους του Morrison. Συχνά ξεπερνούν τα 60 και 70 λεπτά, όπως έκανε παλιότερα με το “Three Chords and the Truth” ή το γεμάτο skiffle επιρροές “Moving On Skiffle”.

Όταν τελειώνει ο δίσκος, δεν έχεις την ανάγκη να πεις πολλά. Έχεις απλώς την αίσθηση ότι άκουσες μουσική φτιαγμένη με γνώση. Όλα ακούγονται δουλεμένα, χωρίς όμως να χάνεται η αίσθηση του αυθορμητισμού, που είναι και η ουσία των blues. Οι ερμηνείες, οι ενορχηστρώσεις και ο τρόπος που παίζει η μπάντα κρατούν αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην εμπειρία και τη φυσικότητα, κάνοντας το album να ακούγεται αυθεντικό μέχρι το τελευταίο κομμάτι.

Είδος: Blues / Rhythm ’n’ Blues
Δισκογραφική Εταιρεία: Exile productions/Orangefield Records
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 23 Ιανουαρίου 2026

Website
Instagram

Avatar photo
About Βαγγέλης Νασόπουλος 59 Articles
Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας την χρονιά που οι Metallica κυκλοφόρησαν το μυθικό ντεμπούτο τους. Σε βρεφική ηλικία κατέστρεψε την βελόνα του πικάπ του γείτονα , ενώ για παιχνίδια είχε τα εξώφυλλα του Iron Fist , του Powerage και Live Evil . Η μεγάλη του αγάπη είναι το ραδιόφωνο. Τα τελευταία 20 χρόνια συντονίζεται από τις 4 στις 5 στο Α πρόγραμμα ραδιοφωνίας ,για να ακούσει την εκπομπή που διαμόρφωσε τα γούστα του. Η μουσική και οι ταινίες , ήταν και θα είναι διέξοδος από την τρέλα της καθημερινότητας. Ευγνωμονεί τα ξαδέρφια και τα αδέρφια του που του κόλλησαν το μικρόβιο της μουσικής . Η μισή του καρδιά βρίσκεται στην Μεσσηνία και άλλη μισή στην Μακεδονία γενέτειρα της αγαπημένης του.