URIAH HEEP: “Sweet Freedom”

Δεν είναι άδικο και άστοχο να ισχυριστεί κανείς πως η καρδιά της ιστορίας των Uriah Heep στα ‘70s χτυπά δυνατά τη διετία 1972-73. Το επίτευγμα της κυκλοφορίας δυο αριστουργημάτων μέσα στον ίδιο χρόνο, με τους σημερινούς ρυθμούς φαντάζει απρόσιτο, εκείνα τα χρόνια όμως οι δίσκοι συνήθιζαν να έχουν μικρότερες χρονικές αποστάσεις μεταξύ τους, πόσο μάλλον όταν το αφεντικό σου είναι ο δυνάστης Gerry Bron.

Δεν αποτελεί μυστικό η δυσαρέσκεια των περισσότερων μελών για τις πιεστικές συνθήκες με τις οποίες ολοκληρώθηκε το “The Magician’s Birthday” που διαδέχτηκε το “Demons and Wizards”. O Hensley είχε αποκαλύψει πως ουσιαστικά έκλεβαν χρόνο για να γράψουν ανάμεσα από εξαντλητικές περιοδείες, και το αποτέλεσμα ήταν λιγότερο από το 60% από αυτό που θα μπορούσε να είναι. Η ευτυχής συγκυρία ήταν πως το σχήμα είχε εκείνη την εποχή την ισχυρότερη, την κλασική σύνθεση με τους Byron, Box, Hensley, Kerslake και Thain. Πριν επιχειρήσουν να διαδεχτούν το βάρος των δυο αυτών έργων, μεσολάβησε η κυκλοφορία ενός live άλμπουμ από την περιοδεία τους: το διπλό άλμπουμ “Uriah Heep Live” , ηχογραφημένο στο Δημαρχείο του Birmingham τον Ιανουάριο του 1973, αποτύπωσε τη δυναμική αυτής της σπουδαίας σύνθεσης και αποτελεί ένα από τα κορυφαία live άλμπουμ στην ιστορία του hard rock.

Τα σημαντικά κέρδη από την επιτυχία των δίσκων τους αύξησαν άμεσα τις φορολογικές τους υποχρεώσεις και με το γνώριμο δεδομένο των υπέρογκων φόρων στο Ηνωμένο Βασίλειο, αναγκάζονται να διασχίσουν τη Μάγχη και να ηχογραφήσουν στη Γαλλία. Επέλεξαν το στούντιο Château d’Hérouville (συνήθως αναφέρεται σαν Honky Château), ένα γαλλικό κάστρο του 18ου αιώνα που βρίσκεται στο χωριό Hérouville, στο διαμέρισμα Val d’Oise της Γαλλίας, κοντά στο Παρίσι. Το κάστρο χτίστηκε το 1740 από τον Gaudot, αρχιτέκτονα της σχολής της Ρώμης. Έγκυρες ιστορικές αναφορές λένε πως στα μέσα του 19ου αιώνα, ο συνθέτης Frédéric Chopin έζησε εκεί την ερωτική του σχέση με τον συγγραφέα George Sand. Το κάστρο ζωγραφίστηκε από τον Vincent van Gogh, ο οποίος βρίσκεται θαμμένος κοντά του. Το κτήμα λειτούργησε σαν στούντιο ηχογράφησης από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, με σημαντικούς μουσικούς να ηχογραφούν σε όλη τη δεκαετία του 1970, μέχρι το κλείσιμό του το 1985. Το στούντιο άνοιξε ξανά το 2020.

Οι Jethro Tull είχαν προσπαθήσει να ηχογραφήσουν το έκτο στούντιο άλμπουμ τους στο Château στα τέλη του 1972, αλλά συνάντησαν τεράστια εμπόδια με πολλά τεχνικά ζητήματα , κοριούς, μέχρι και τροφικές δηλητηριάσεις, και τελικά να το εγκαταλείπουν με αναφορές σε αυτό σαν “Château d’Isaster”. Οι ηχογραφήσεις των Uriah Heep έγιναν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1973. Ο Ken Hensley βρισκόταν σε μια επισφαλή κατάσταση, αναρρώνοντας ακόμα από μιας βαριάς μορφής ηπατίτιδα. Θεωρώντας αρχικά προνόμιο να ηχογραφούν σε ένα μοντέρνο στούντιο με κονσόλα 24 καναλιών, γρήγορα ανακάλυψαν πως είχαν και οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν συνεχή τεχνικά προβλήματα που εμπόδισαν τόσο τους ίδιους όσο και τον Bron στην κονσόλα στην εξέλιξη της διαδικασίας. Προσπάθησαν να διασκεδάσουν τις δυσκολίες κολυμπώντας, παίζοντας πινγκ πονγκ, ενώ ο Kerslake τράκαρε με ένα νοικιασμένο αυτοκίνητο, ενώ πήγαινε για ψάρεμα. Το αμερικανικό συνεργείο που τους συνόδευε, τους κατατρόμαξε με τα πυροτεχνήματα, γιορτάζοντας την 4η Ιουλίου. Υπήρχε μια προδιάθεση φόβου, καθώς ήταν έντονη η φήμη πως το κάστρο ήταν στοιχειωμένο. Η ισχυρότερη ανάμνηση του Mick Box  είχε να κάνει με την ολοκλήρωση του “Circus”, ενός τραγουδιού που είχαν ξεκινήσει με τον Gary Thain λίγους μήνες νωρίτερα στο Los Angeles. Ήταν μόνοι οι δυο τους στο ολοσκότεινο στούντιο, χωρίς να αλλάξουν κουβέντα, γράφοντας τη μουσική σε μια έντονη πνευματική εμπειρία. Ο Box είχε πει με χιούμορ πως δεν ήταν σίγουρος αν μπορούσαν να πιστωθούν τα δικαιώματα της σύνθεσης μόνο αυτοί.

Οι  Uriah Heep είχαν αποφασίσει να αφήσουν πίσω τους κάθε φανταστικό και μυθικό κόσμο που άλωσε τα τραγούδια των δυο προηγούμενων δίσκων, όπως και την τέχνη του Roger Dean. Σε αυτό είχε συντελέσει και η παρουσία κάποιων ακραίων παγανιστικών ομάδων σε συναυλίες τους, που έπαιρναν όλα αυτά τα πράγματα πολύ σοβαρά. To “Sweet Freedom” άνοιξε το δρόμο σε πιο προσωπικές, υπαρξιακές διαδρομές και αυτό συνοδεύτηκε από μια ευρύτητα δοκιμών στη μουσική. Όσο και αν οι συνθήκες ηχογράφησης έξω από την πατρίδα τους για πρώτη φορά δεν τους άφησαν ανεπηρέαστους, κατάφεραν να φυτέψουν αυτό το ισχυρό τους φίλτρο σε ότι και αν δοκίμασαν. Η συνέχεια της επαφής με την επιτυχία ήρθε με το “Stealin’”, το οποίο κυκλοφόρησε σαν single και έγινε χρυσό στην πατρίδα του Gary Thain, τη Νέα Ζηλανδία, ενώ καθιερώθηκε σαν ένα από τα κλασικά τους τραγούδια. Το συγκρότημα πρόσφερε με μαεστρία ελκυστικούς ύμνους εύστοχης ελαφρότητας, φωτεινής διάθεσης και μιας ιαματικής αυτοπεποίθησης σε τραγούδια όπως τα “Dreamer”, “One Day”, “Seven Stars”. Παράλληλα, άπλωσε την έκφρασή του σε πιο τολμηρές προοδευτικές διαδρομές, όπως το σχεδόν ambient ταξίδι παραίσθησης στο “If I Had the Time”, μια απολογητική, σχεδόν αμυντική περιδίνηση σε μνήμες και κρίσεις αποφάσεων, ένα από τα πιο ανεξάρτητα και ξεχωριστά τραγούδια τους. Το μεγαλειώδες ομότιτλο τραγούδι διανύει μια ευφυή διακριτή γραμμή ανάμεσα στην προσωπική επιθυμία και την ελευθερία της αγάπης με έναν μεταβαλλόμενο λυρισμό που αξιοποιεί σοφά όλα τα όπλα της μπάντας με τα κύματα εντυπώσεων που υψώνει μπροστά μας. Μέσα στη διαδρομή του θα ανακαλύψει κανείς άλλη μια παντοδύναμη απόδειξη του ταλέντου του Byron, και των χρωμάτων που έκρυβε η ερμηνευτική του αποθήκη. Η ματαιότητα της εξουσίας, της δύναμης και του πολέμου κουνιούνται σαν κουρέλια στον άνεμο του μεγαλείου του “Pilgrim” που σφραγίζει το δίσκο. Μια φορτισμένη, δραματική διαδρομή με την σφραγίδα του Hensley σε θέματα που σε αρπάζουν από το λαιμό, ένα σόλο αγωνίας και έντασης από τον Box, και ένα απίθανο απολογητικό εξόδιο από τον Byron που μας εγκαταλείπει σε μια γλυκόπικρη πληρότητα.

Άφησα εσκεμμένα τελευταίο το κόσμημα με τον τίτλο “Circus”. Ένα εξωτικό στολίδι με διάρκεια μόλις δυο λεπτά και 43 δευτερόλεπτα, ένας τόσο τρυφερός και ευγενής αφορισμός στην ματαιότητα της διασημότητας και μιας πλαστικής φήμης. Χτίζεται σε υπέροχες ακουστικές φόρμες, με μια υποψία φλαμένγκο, έναν μακρινό αέρα μιας απελευθερωτικής ερημιάς που θα ταίριαζε σε μια μοναχική παραλία της Καραϊβικής, μακριά από κάθε τσίρκο και συμβατικές συγκεντρώσεις της μουσικής βιομηχανίας. Ο Byron φροντίζει να τυλίξει αυτό το καταπληκτικό τραγούδι με την ψυχραιμία της εσωτερικής γαλήνης, την ικανοποίηση μιας απελευθέρωσης, μιας γνώσης σπάνιας και πολύτιμης, σε ένα πανέμορφο μάθημα αυτογνωσίας.

To “Sweet Freedom” κυκλοφόρησε στις 3 Σεπτεμβρίου 1973, και ήταν ο πρώτος τους δίσκος που ανέλαβε η Warner Bros. Records στην Αμερική, φτάνοντας στο Νο. 33 στο US Billboard 200 Chart. Το νέο παράθυρο στην προοπτική μεγαλύτερης επιτυχίας νομιμοποίησε την σκληρή τακτική του Bron που συνέχισε να εξοντώνει το συγκρότημα. Η γλυκιά ελευθερία από τις απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις της μουσικής βιομηχανίας συνέχισε να αποτελεί έναν ουτοπικό ευσεβή πόθο. Αντί για μια εσωτερική κατάπαυση πίεσης και συμβατικών δράσεων, οι πληγωμένοι ήρωες άρχισαν να φθίνουν ακόμα περισσότερο. Ο Gary Thain εθιζόταν όλο και περισσότερο στην ηρωίνη, ροκανίζοντας τον χρόνο του, και ο David Byron συνέχισε να βρίσκει καταφύγιο στο αλκοόλ, ανοίγοντας με σταδιακά βήματα την πόρτα της εξόδου του από το γκρουπ.

Η ιδανική σύνθεση των Uriah Heep θα αντέξει για ακόμα ένα άλμπουμ, το “Wonderworld” του 1974. Μια ηλεκτροπληξία στις 15 Σεπτεμβρίου του 1974 σε ζωντανή εμφάνιση στο Moody Coliseum του Dallas σπρώχνει τον Gary Thain στον προθάλαμο του θανάτου, καθώς δεν αναρρώνει ποτέ πλήρως. Στις 8 Δεκεμβρίου 1975, πεθαίνει από αναπνευστική ανεπάρκεια, λόγω υπερβολικής δόσης ηρωίνης, στο διαμέρισμά του στο Norwood Green, στο Λονδίνο. Ήταν μόλις 27 χρονών.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1413 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.