Πέντε άλμπουμ που σημαδεύτηκαν από την παρουσία του μοναδικά ταλαντούχου Γερμανού κιθαρίστα Michael Schenker ακολούθησαν μια σταθερή και ανερχόμενη καλλιτεχνική και εμπορική εξέλιξη. Οι UFO, λίγο πριν το τέλος της δεκαετίας του ’70, είχαν ήδη φτάσει στο ύψος των μεγαλύτερων rock συγκροτημάτων στον κόσμο, και έμοιαζαν έτοιμοι να σταθούν περήφανα στην κορυφή.
Η αναμφισβήτητη ιδιοτροπία του Schenker δεν ήταν όμως ένα πρόβλημα που υπήρχε χωρίς πληγές και τις ανάλογες τριβές. Πέρα από τη μυθική αντιπαλότητα του Γερμανού με τον τραγουδιστή Phil Mogg, η οποία σε κάποιες στιγμές τους έφτασε να πιαστούν στα χέρια, μια μοιραία σύγκρουση με τον παραγωγό Ron Nevison που είχε αναλάβει το ιστορικό τους live “Strangers In The Night”, έφερε την οριστική του αποχώρηση από το γκρουπ. Ο Schenker ήθελε να κάνει μια μικρή αλλαγή στο σόλο του “Rock Bottom” στο στούντιο, ο Nevison όμως ήθελε να αφήσει τις ηχογραφήσεις όπως ακριβώς ήταν. Ο Γερμανός βγήκε από το στούντιο λέγοντας “poor, poor Rock Bottom”, και από εκείνη τη στιγμή δεν τον είδαν ξανά.

Η αντικατάστασή του δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα, ειδικά από τη στιγμή που ο κιθαρίστας λατρευόταν από το κοινό τους, όμως η άμεση προτεραιότητα ήταν το μέλλον του γκρουπ. Το πρώτο και καθοριστικό άλμπουμ της επόμενης δεκαετίας θα τους έβρισκε με την προσθήκη ενός γνώριμου προσώπου: ο κιθαρίστας Paul Chapman είχε εκτελέσει χρέη δεύτερου κιθαρίστα στην περιοδεία του “Phenomenon”, ενώ αντικατέστησε τον απόντα Schenker για την αμερικανική περιοδεία με τους Rush το 1977. Η επαναπρόσληψη του Chapman του οποίου η ικανότητα να καταναλώνει αλκοόλ ήταν παροιμιώδης, δεν ενθουσίασε ιδιαίτερα τον κημπορντίστα και πολυμουσικό Paul Raymond, ο οποίος ήταν αρχικά αντίθετος, αλλά υποχώρησε μπροστά στο γενικό συμφέρον. Ο Pete Way είχε υποστηρίξει κάποια στιγμή πως ο μοναδικός που είχε δηλώσει ενδιαφέρον για ακρόαση, ήταν ο Eddie Van Halen. Είχαν όμως εξετάσει και το ενδεχόμενο του Steve Hunter (Alice Cooper, Lou Reed).Όπως η ιστορία ανέδειξε, ο Chapman έφερε μια συνέπεια και σταθερότητα, όντας περισσότερο επαγγελματίας σε πολλά συγκριτικά με τον κάπως αναξιόπιστο Schenker, ενώ το “No Place to Run” τους κράτησε ζωντανούς στη δύσκολη αυτή συγκυρία. Στο μικρό ηλιόλουστο νησί Montserrat της Καραϊβικής και με την πολύτιμη συνδρομή του αποκαλούμενου και “πέμπτου σκαθαριού” , παραγωγού George Martin, δημιουργήθηκε το επόμενο δισκογραφικό τους βήμα.

Ένα μεγάλο μέρος της προετοιμασίας από ριφ και βασικές ιδέες είχε ήδη γίνει στο Λονδίνο. Όπως όμως συνήθιζε πάντα ο Phil, άκουγε το πρωταρχικό πλάνο και έφευγε να γράψει την τελευταία στιγμή τους στίχους του. Αυτό μάλλον τρέλαινε τον Martin που είχε συνηθίσει από τους Lennon και McCartney να φτάνουν στο στούντιο με τους στίχους έτοιμους. Η δισκογραφική τους, Chrysalis Records, από την άλλη είχε άλλου είδους φόβους, γι’ αυτό και είχε καταλήξει στη λύση της ατμοσφαιρικής κομψότητας του Montserrat, όπου η απουσία των μπαρ έκανε το μέρος περισσότερο ασφαλές. Ταυτόχρονα, με την παρουσία του Martin στην κονσόλα, ποντάριζε και σε ένα ενδεχομένως πιο pop άλμπουμ με κάποιο δυνατό single. Η μπάντα στην πραγματικότητα βολεύτηκε να δουλέψει στο “AIR” στούντιο του Martin γιατί ήταν διαθέσιμο και να το έκλεινες, ο ίδιος αναλάμβανε και την παραγωγή.
Στις δυο εβδομάδες που δούλεψαν στο Montserrat, διαπίστωσαν πως στο νησί η απόλυτη φτώχεια συνυπήρχε με τα πολυτελή προνόμια των πλουσίων. Όλες οι εγκαταστάσεις μακριά από το στούντιο ηχογράφησης ήταν πρωτόγονες. Το AIR είχε τη δική του γεννήτρια, αλλά οπουδήποτε αλλού οι διακοπές ρεύματος ήταν συχνές.
Το γκρουπ έμεινε σε μπανγκαλόου και οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν σε καλύβες χωρίς παράθυρα. Όταν κοβόταν το ρεύμα, δεν υπήρχε κλιματιστικό φυσικά, και όλα τα τρόφιμα στα ψυγεία έλιωναν. Ταυτόχρονα, υπήρχε μια μεγάλη πισίνα και ένα πολύ ωραίο γήπεδο γκολφ. Ο Mogg χαρακτήρισε την απόφαση να φέρουν μαζί τις οικογένειές τους σαν “ένα μεγάλο κίνημα χίπηδων”. Οι πιθανοί συνδυασμοί που έκαναν με ρούμι έφερε την πρόταση να ονομάσουν τελικά το άλμπουμ “No Place to Rum”…

Δουλεύοντας σε συνεργασία με τον επί χρόνια μηχανικό ηχογράφησης Geoff Emerick, ο George Martin λειτούργησε με αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Ξεκινούσαν την ηχογράφηση γύρω στις έντεκα το πρωί και στις έξι το απόγευμα γινόταν διάλειμμα. O George ήθελε να διατηρήσει τα πράγματα πολιτισμένα. Οι UFO όμως δεν ήταν έτσι ακριβώς συνηθισμένοι και όταν αποσύρονταν τα βράδια, είχαν ραντεβού με τους γνώριμους εαυτούς τους. Η πολιτισμική διαφορά μεταξύ τους ήταν ίσως αυτή που τον είχε οδηγήσει σε μια σιβυλλική δήλωση πολλά χρόνια αργότερα, χωρίς να αναφερθεί ονομαστικά σε καλλιτέχνη: “Κάποτε είχα μια ερωτική σχέση με τη heavy metal και το μετάνιωσα πολύ. Δεν φαινόταν να έχει νόημα.”
Ίσως αυτό που δεν περίμενε ήταν ότι το γκρουπ ήταν σαν πέτρα που απλά δεν μπορούσες να κινήσεις, και ο τρόπος που δούλευαν ήταν τόσο παλιός. Επίσης, εκείνη τη χρονική περίοδο η ακοή του George είχε αρχίσει να φθείρεται. Ο Geoff Emerick ήταν αυτός που έπιανε τους ήχους, ήταν στην πραγματικότητα τα αυτιά του. Κομμάτι με κομμάτι το άλμπουμ συναρμολογήθηκε. Στην αρχή της ηχογράφησης, το “Young Blood”, ένας hard rock ύμνος που γράφτηκε από τους Mogg και Way, προοριζόταν για πιθανό single. Και πράγματι, το τραγούδι οδήγησε τους UFO στο Top 40 του Ηνωμένου Βασιλείου. Ένα μουσικό βίντεο δείχνει το συγκρότημα να ερμηνεύει το τραγούδι στο Top Of The Pops στις 10 Ιανουαρίου 1980, ενώ ο Mogg δεν θυμάται με ιδιαίτερο ενθουσιασμό το τραγούδι.

Στο ξεκίνημα του άλμπουμ, το ορχηστρικό κομμάτι “Alpha Centauri”, γραμμένο από τον Chapman (που χρησιμοποιήθηκε και σαν εισαγωγή για τις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος) σε οδηγούσε στο υπέροχο “Lettin’ Go”, ενώ το “This Fire Burns Tonight” διατήρησε με έμπνευση την παράδοση της κλασικής μπαλάντας UFO. Η έμπνευση του Chapman να διασκευάσουν το “Mystery Train”, μια επιτυχία του Elvis Presley του 1955, παραλίγο να ναυαγήσει λόγω μιας σύγχυσης με τους στίχους. Τελικά, κάποιος από την Chrysalis στο Λονδίνο, έπαιξε το τραγούδι στο συγκρότημα μέσω τηλεφώνου στο στούντιο, πάνω από 4.000 μίλια μακριά. Κάπως έτσι έμεινε η παροιμιώδης δήλωση του Mogg, πολλά χρόνια αργότερα: “ακόμα δεν ξέρουμε τους στίχους του τραγουδιού”.
Οι UFO έμειναν άναυδοι από την ηρεμία των ηχογραφήσεων στο στούντιο του Martin, και ο Way την παρομοίασε σαν ραδιόφωνο τρανζίστορ. Για πολλά χρόνια η απογοήτευση είχε παραμείνει για την τελική μίξη του “No Place To Run”. Ο Mogg υποστήριζε πως πάντα ήθελε να ακούγονται ζωντανοί, αλλά αυτό του φαινόταν κάπως ευγενικό σαν ήχος, αν και συνολικά ήταν πεπεισμένος πως είχαν κάνει ένα πολύ καλό άλμπουμ. Και ο Way είχε περιγράψει τη μίξη σαν ένα άκουσμα χαμηλών τόνων, όμως έβρισκε το δίσκο όμορφα συνδυασμένο με πολύ καλά τραγούδια.
Με την επιστροφή στο Λονδίνο, ο Aubrey Powell, πιο γνωστός σαν “Po”, της περίφημης εταιρείας σχεδιασμού εξωφύλλων Hypgnosis, μάζεψε τα μέλη της μπάντας για μια φωτογράφιση για το εξώφυλλο, σε μια πιάτσα ταξί έξω από τον σταθμό King’s Cross. Το “No Place To Run”, κυκλοφόρησε στις 11 Ιανουαρίου 1980, και έτυχε χλιαρής υποδοχής. Η Chrysalis έριξε το βάρος στην προώθηση της κυκλοφορίας, διαθέτοντάς το σε διάφορα διαφορετικά χρωματισμένα εξώφυλλα. Μοιραία, όλοι απογοητεύτηκαν που μόλις μπήκε στο UK Top 100, φτάνοντας στο Νο. 91. Οι UFO παρέμειναν headliners στο Reading Festival εκείνης της χρονιάς. Μέχρι να παίξουν μια τριήμερη συναυλία στο Marquee club του Λονδίνου τον Νοέμβριο, ο Paul Raymond είχε φύγει για να συνεργαστεί με τον Michael Schenker, ενώ τον διαδέχθηκε το πρώην μέλος των Wild Horses, Neil Carter.
Το αίσθημα που έμεινε στους πρωταγωνιστές για τη μέτρια υποδοχή του άλμπουμ, ήταν η ανάμειξη και μετά η παραμέληση της δισκογραφικής εταιρείας, καθώς και η απουσία ενός ικανού management. Με τους Blondie και τους Spandau Ballet να έχουν απογειώσει τις πωλήσεις της Chrysalis, έχασαν γρήγορα το ενδιαφέρον τους για αυτούς. Ο χρόνος όμως φέρθηκε παραπάνω από ευγενικά, και το “No Place to Run” παραμένει σοκαριστικά σήμερα το μοναδικό στούντιο άλμπουμ τους που έγινε ασημένιο στο Ηνωμένο Βασίλειο, πουλώντας πάνω από 50.000 αντίτυπα.

