THE STYLE COUNCIL: “A Stones Throw Away”

ΑΡΘΡΟ

Ο Paul Weller ήταν από τους δημιουργούς που δεν δίστασε να αποφύγει τα στεγανά της δημοφιλίας, και δεν μάσησε ποτέ τα λόγια του. Οι περισσότεροι τον γνωρίζουν σαν κιθαρίστα και βασικό ερμηνευτή του συγκροτήματος The Jam, του επιδραστικού rock σχήματος που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αναβίωση του mod, με το punk rock, new wave και pop ύφος του. Σαν στιχουργός ο Weller δεν έπαψε στιγμή να αφουγκράζεται τα τεκταινόμενα στην αγγλική κοινωνία, και πολλά από τα τραγούδια του είχαν στίχους εμπνευσμένους από τη ζωή της εργατικής τάξης. Άλλωστε και ο ίδιος προερχόταν από αυτή: ο πατέρας του είχε δουλέψει σαν οδηγός ταξί και χτίστης, ενώ η μητέρα του ήταν καθαρίστρια.

Ο Weller ήταν από τους μουσικούς που υπάκουγαν αποκλειστικά στην εσωτερική τους φωνή και δημιουργική ανάγκη. Τον Οκτώβριο του 1982 ανακοίνωσε επίσημα πως οι The Jam θα έκλειναν τον κύκλο τους ως το τέλος του έτους. Είχε ήδη ενημερώσει τους συμπαίκτες του, Rick Buckler και Bruce Foxton, όμως και οι δυο δεν έπαψαν να νιώθουν πως το συγκρότημα είχε ακόμα τεράστια περιθώρια εξέλιξης. Το τελευταίο τους single, “Beat Surrender”, έφτασε το γκρουπ για τέταρτη στην κορυφή των βρετανικών charts. Οι αποχαιρετιστήριες συναυλίες τους στο Wembley Arena έφεραν  πολλαπλά sold-out. Η τελευταία τους εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στο Brighton Centre, στις 11 Δεκεμβρίου 1982.

Το 1983, ο Weller αγόρασε το στούντιο ηχογράφησης της PolyGram στο Λονδίνο, όπου οι The Jam είχαν ηχογραφήσει προηγουμένως, και το μετονόμασε σε Solid Bond Studios. Σε συνεργασία με τον κημπορντίστα Mick Talbot σχημάτισε ένα νέο γκρουπ με το όνομα Style Council. Λειτούργησε αρχικά σαν ντουέτο, ενισχυμένο από διάφορους καλεσμένους μουσικούς και τραγουδιστές, ενώ με την πάροδο του χρόνου προστέθηκαν ο ντράμερ Steve White και η τραγουδίστρια Dee C. Lee, πρώην συνεργάτιδα των Wham! στα δεύτερα φωνητικά,  κοπέλα του Weller και στη συνέχεια σύζυγος.

Ελεύθερος από τα περιορισμένα μουσικά στυλ που ένιωθε ότι του επιβάλλονταν από τους Jam, και με την ευρύτητα και ελαστικότητα της λειτουργίας των Style Council, ο Weller μπόρεσε να πειραματιστεί με ένα ευρύ φάσμα μουσικής, όπως pop, jazz, soul, hip hop, folk, αλλά και κλασική μουσική. Ήδη από το ντεμπούτο τους, με τον τίτλο “Café Bleu”, που κυκλοφόρησε, αποκαλύφθηκε η πολύχρωμη εκφραστική ευρύτητα, που συνδυάστηκε και με μια άμεση επιτυχία. Το “Our Favourite Shop”, που ακολούθησε στις 8 Ιουνίου 1985, αποτέλεσε το πιο επιτυχημένο άλμπουμ τους. Συνοδεύοντας την μουσική πολυσυλλεκτικότητα, οι στόχοι ασχολήθηκαν με τον ρατσισμό, τον υπερβολικό καταναλωτισμό, και τις επιπτώσεις της τακτικής της κυβέρνησης Θάτσερ. Υιοθετώντας μια πιο απροκάλυπτη πολιτική προσέγγιση συγγενική με τους The Jam, κομμάτια όπως τα “Walls Come Tumbling Down”, “The Lodgers” και “Come to Milton Keynes” αποτέλεσαν σκόπιμες επιθέσεις στη λεγόμενη “μέση Αγγλία” της Σιδηράς Κυρίας. Το “A Man of Great Promise” ήταν ο επικήδειος λόγος του Weller στον συμμαθητή του και μέλος των πρώιμων Jam, Dave Waller, ο οποίος είχε πεθάνει από υπερβολική δόση ηρωίνης τον Αύγουστο του 1982.

Ζούμε την περίοδο της μεγάλης απεργίας των ανθρακωρύχων, που ξεκίνησε στις 12 Μαρτίου 1984, με το κάλεσμα του ηγέτη της Εθνικής Ένωσης Εργατών Μεταλλείων, Arthur Scargill, και κράτησε σχεδόν έναν χρόνο, με συμμετοχή 142.000 εργατών, γεγονός που την κατέστησε τη μεγαλύτερη στο Ηνωμένο Βασίλειο από τη Γενική Απεργία του 1926. Όλα ξεκίνησαν από την πολιτική της Θάτσερ να κλείσει οριστικά όσα ορυχεία θεωρούταν ασύμφορα. Στις 18 Ιουνίου 1984 σημειώθηκαν οι ταραχές στο νότιο Yorkshire, με την αστυνομία να επιτίθεται με βαναυσότητα στους απεργούς. Η Θάτσερ τους χαρακτήρισε “εσωτερικούς εχθρούς”, ενώ οι αστυνομικοί που βιντεοσκοπήθηκαν να χτυπάνε με γκλομπ και να επιτίθενται με άλογα στους ανθρακωρύχους, ισχυρίστηκαν πως απλώς αμύνονταν. Πολλοί ανθρακωρύχοι είχαν υποψιαστεί ότι η επιχείρηση της αστυνομίας τον Ιούνιο του 1984 ήταν μια παγίδα, προσχεδιασμένη για αντιπαράθεση, συντονισμένη για να τους οδηγήσει στα δικαστήρια. Παρά την επακόλουθη κατάρρευση των διώξεων για ταραχές εναντίον 95 ανθρακωρύχων και την καταβολή 425.000 λιρών από την αστυνομία του νότιου Υorkshire σαν αποζημίωση στις μηνύσεις των ανθρακωρύχων που ακολούθησαν, ούτε η αστυνομία ούτε η τότε κυβέρνηση των Συντηρητικών ομολόγησαν  ποτέ κάποιο φταίξιμο.

O Weller έγραψε το νεοκλασικό, σχεδόν θρηνητικό “A Stones Throw Away”, υπό την επίδραση των γεγονότων του Νότιου Yorkshire. Ο ίδιος ομολόγησε:” Ήταν απλώς αυτό που συνέβαινε στην πραγματικότητα. Αυτοί οι άνθρωποι που εργάζονταν στα ορυχεία και κρατούσαν τη χώρα σε λειτουργία… ξαφνικά χτυπήθηκαν γαμημένα στο κεφάλι από την Μητροπολιτική Αστυνομία. Απλώς το θεώρησα εξωφρενικό, γαμημένα εξωφρενικό. Και ταυτόχρονα, υπήρχαν εικόνες που ταξίδευαν από το Johannesburg, οι ταραχές και η γαμημένη μεταχείριση των ανθρώπων εκεί. Αναφέρω κάποια  μέρη σε αυτό το τραγούδι, Νότιο Yorkshire, Johannesburg,  Chile”.

Σε λίγο παραπάνω από δυο λεπτά, ο Weller έδεσε ένα ευγενικό, κλασικό, μουσικό χωρίο με στίχους που έλεγαν τα πάντα, και συνεχίζουν να ταξιδεύουν στο χρόνο με την ίδια ευστοχία.

“For liberty there is a cost, its broken skulls and leather cosh,

From the boys in uniform, now you know whose side their on, With backing – with blessing,

From earthly gods not heaven, A stones throw away from it all.

Whatever pleasures those who get – from stripping skin with rhino whip,

Are the kind that must be stopped – before their kind take all we’ve got, With loving,

with caring, they take great pride in working,

The stones throw away from it all.

Whenever honesty persists, you’ll hear the snap of broken ribs,

Of anyone who’ll take no more, of the lying bastards roar.

In Chile, In Poland, Johannesburg ,South Yorkshire, a stones throw away: Now we’re there.”

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1434 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.