Το ευθυτενές, κλασικό rock αντιμετωπίζεται πολλές φορές στις μέρες μας, ως ένας ήχος παρωχημένος και ξεπερασμένος από τις νέες μουσικές τάσεις. Σε προσωπικό επίπεδο διαφωνώ καθέτως, οριζοντίως και διαγωνίως με αυτή την αντίληψη. Ευτυχώς όμως υπάρχουν ακόμα συγκροτήματα όπως οι The Skelters, που με δίσκους σαν το “Con Man’s Chronicles”, έρχονται να διορθώσουν τούτη την αδικία. Ο Άγγελος Χαραβιτσίδης (φωνή, μπάσο) καταφτάνει στην παρέα μας για να μας μιλήσει για την πίστη του στον κλασικό ήχο και να μας αποδείξει ότι το μονοπάτι τελικά περπατιέται μόνο αν διαθέτεις γνώση, ειλικρίνεια και θέληση.
Γεια σου Άγγελε! Σε καλωσορίζω στην παρέα του Soundcheck!
Γεια σου Γιώργο! Ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και την πρόσκληση στο Soundcheck.Network.
Έχετε διανύσει μεγάλη διαδρομή στο χώρο. Τρία studio albums και μπόλικα live στην πλάτη σας. Θα ήθελα να κάνεις μια αναδρομή αυτής της πορείας. Ποια σημεία θεωρείς κομβικά και ποια θα απέρριπτες χωρίς δεύτερη σκέψη;
Σίγουρα η κυκλοφορία του πρώτου μας album “Explain To Me” ήταν ένα πολύ σημαντικό βήμα. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ακόμη πιο κομβικά τα πρώτα video clips που κυκλοφορήσαμε εκείνη την περίοδο για την προώθηση του δίσκου. Ίσως όμως η πιο καθοριστική στιγμή για τη μπάντα ήταν η ιδιαίτερα επιτυχημένη εμφάνισή μας ως opening band στους ZZ Top στην Αθήνα το 2009, μια βραδιά που άφησε έντονο αποτύπωμα τόσο σε εμάς όσο και στο κοινό.
Έχουμε κάνει αμέτρητα live όλα αυτά τα χρόνια, αρκετά από τα οποία ήταν εξαιρετικά και σίγουρα έμειναν χαραγμένα στη μνήμη του κοινού. Φυσικά, υπήρξαν και εμφανίσεις πιο αδιάφορες, κάτι αναπόφευκτο σε μια μακρά πορεία. Θυμάμαι ιδιαίτερα ένα live που κάναμε το 2011 ως opening band στην συναυλία του Steve Harley & Cockney Rebel στο Principal Το απόλαυσα πολύ, γιατί ο ήχος πάνω στη σκηνή ήταν καταπληκτικός και μας έκανε να μην θέλουμε να σταματήσουμε να παίζουμε.
Επίσης, κάτι που δεν “εκμεταλλευτήκαμε” και αποτέλεσε χαμένη ευκαιρία ήταν το 2007, όταν εμφανίστηκε ο Robert Plant στη Θεσσαλονίκη. Ο διοργανωτής της συναυλίας ήταν συνεργάτης μας και είχαμε κάνει πολλά live μαζί του, αλλά δεν τον πιέσαμε να μας βάλει ως opening band, κάτι που μετά το μετάνιωσα. Το ίδιο συνέβη και με τους Motörhead, που είχε φέρει εκείνη την περίοδο στη Θεσσαλονίκη. Θεωρούσα λανθασμένα ότι δεν πρέπει να ανοίξουμε την συναυλία τους επειδή δεν ταιριάζαμε μουσικά…
Αν υπήρχε κάτι που θα απέρριπτα χωρίς δεύτερη σκέψη, είναι κάποια αφιερώματα που κάναμε κατά καιρούς σε Beatles, U2, Queen, Elvis Presley όχι γιατί δεν αγαπάμε αυτούς τους καλλιτέχνες, αλλά γιατί αρκετός κόσμος τότε θεώρησε λανθασμένα ότι ήμασταν tribute band.
Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό (που βέβαια δεν μπορούσα να κάνω και πολλά) ήταν το 2010, όταν μέσω του τότε manager μας είχαμε ενημερωθεί πως θα παίζαμε ως opening band στους Aerosmith στην Αθήνα! Μας είχαν πει μάλιστα ότι είχε εγκριθεί η πρόταση μας και να αρχίσουμε να το ανακοινώνουμε. Τελικά, την τελευταία στιγμή, τη θέση πήρε ένα άλλο συγκρότημα, εντελώς άσχετο μουσικά με τους Aerosmith και όπως έμαθα εκ των υστέρων, υπήρξαν παράγοντες που δεν είχαν σχέση με τη μουσική για την επιλογή τους. Ήταν κάτι που το ήθελα πάρα πολύ. Πιστεύω πραγματικά ότι το αξίζαμε, ότι ταιριάζαμε μουσικά και ότι χάθηκε άδικα· θεωρώ πως θα δίναμε ένα πραγματικά εκρηκτικό show!
Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα έδινα μεγαλύτερη έμφαση στην προώθηση της μουσικής μας στο εξωτερικό και δευτερευόντως στην Ελλάδα.
Η κυκλοφορία του νέου μας album θεωρώ πως είναι πλέον ένα από τα σημαντικότερα βήματα της πορείας μας μέχρι σήμερα και σηματοδοτεί ένα νέο, πιο ώριμο κεφάλαιο για τους The Skelters!

Ευχαριστήθηκα τις ακροάσεις του νέου σας δίσκου “Con Man’s Chronicles”. Δύσκολα πετυχαίνεις στις μέρες μας σύγχρονα συγκροτήματα που να καταπιάνονται με τον κλασικό ήχο. Θα πρόσθετα μάλιστα ότι θέλει κότσια να ασχοληθείς με μια μουσική που μόνο εμπορική δεν τη λες πλέον. Ποια είναι όμως η δική σου άποψη;
Για μένα αυτός ο δίσκος είναι “εύηχος” όπως και τα προηγούμενα albums μας. Τα τραγούδια έχουν μελωδίες που σου μένουν στο μυαλό, hooks, ατάκες, riffs, τριφωνίες και σε κάποια κομμάτια χορευτικές πινελιές από το μπάσο. Θεωρώ ότι κάποια τραγούδια, όπως το “Awesome” και το “That’s Right”, μπορούν να ακουστούν πολύ εύκολα σε ευρύ κοινό. Από την άλλη, κομμάτια όπως το “Lonely Rider” και το “Down To Earth” έχουν ξεκάθαρες κλασικές επιρροές, αλλά μπορούν να φτάσουν και σε ακροατές που αγαπούν συγκροτήματα όπως οι Deep Purple, Queen ή Aerosmith.
Μιλώντας τώρα περισσότερο ως ακροατής παρά ως μουσικός, όταν άκουσα το “Time To Trap”, με συνεπήρε η μουσική και άρχισα να κινούμαι με τον ρυθμό του κομματιού, κάτι που σπάνια μου συμβαίνει ακόμα και με τραγούδια χορευτικά που μου αρέσουν πολύ. Αυτό, για μένα, δείχνει ότι το συγκεκριμένο track έχει μεγάλο potential και το ίδιο έχει αποτυπωθεί από το κοινό που άκουσε το album.
Οπότε, πιστεύω ότι αυτό που κάνουμε είναι εμπορικό μεν στον χώρο της rock, αλλά ταυτόχρονα έχει την ουσία και τη δύναμη να φτάσει σε μεγάλο κοινό. Και γιατί όχι, μπορεί στο τέλος να γίνει εμπορικό, στα χνάρια κομματιών όπως το “Another One Bites The Dust” των Queen ή το “Last Train To London” των Electric Light Orchestra!
Πέρασε σχεδόν μια δεκαετία από το προηγούμενο album σας, το “Revive”. Τι μεσολάβησε όλο αυτό το διάστημα για εσάς ως μπάντα, αλλά και τι θεωρείς ότι έχει αλλάξει στη μουσική γενικότερα;
Για εμάς μεσολάβησαν πολλές αλλαγές μέσα σε αυτό το διάστημα. Στο προηγούμενο album, το “Revive”, συμμετείχε ο Σταύρος Αμανατίδης, ο οποίος ήταν μέλος του συγκροτήματος από το 2001, όμως εκείνος ο δίσκος αποτέλεσε και την τελευταία του συμμετοχή, καθώς μετά την ηχογράφηση αποχώρησε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Τη θέση του ανέλαβε ο Κωστής Βογιατζόγλου και από το 2016 έως το 2023 πραγματοποιήσαμε αδιάκοπα αμέτρητες εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα ως τετραμελές σχήμα.
Τον Ιούλιο του 2023, ύστερα από σχεδόν 20 χρόνια συνεργασίας, ολοκληρώθηκε και η πορεία μας με τον Θοδωρή Νικολάου που έπαιζε μπάσο στο συγκρότημα. Τότε πήρα την απόφαση να αναλάβω εγώ το μπάσο, ώστε να παραμείνουμε ενεργοί ως μπάντα, κάτι που τελικά λειτούργησε δημιουργικά. Έτσι, στα τέλη Οκτωβρίου του 2023, αποφασίσαμε πλέον ως τρίο να προχωρήσουμε στην ηχογράφηση ενός νέου album.
Για εμάς αυτές ήταν μεγάλες αλλαγές, όμως το ίδιο ισχύει και για τη μουσική γενικότερα. Σήμερα όλα κινούνται γύρω από αλγορίθμους και τη συνεχή παρουσία μέσω μικρών video, ώστε ένας καλλιτέχνης να «υπάρχει». Αυτό από μόνο του δεν είναι απαραίτητα κακό, όμως ταυτόχρονα έχει οδηγήσει στο να μπορεί πλέον σχεδόν οποιοσδήποτε να γίνει γνωστός, χωρίς απαραίτητα να έχει κάτι ουσιαστικό ή καλλιτεχνικό να παρουσιάσει.

Ποιες είναι οι ιστορίες που θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας με το “Con Man’s Chronicles”, αλλά και ποιο το μουσικό μήνυμα που κουβαλάνε σήμερα οι The Skelters στις αποσκευές τους;
Το “Con Man’s Chronicles” αφηγείται ιστορίες που γνωρίζουμε πολύ καλά από πρώτο χέρι. Είναι εμπνευσμένο από συμπεριφορές που συναντήσαμε όλα αυτά τα χρόνια από ιδιοκτήτες χώρων, ανθρώπους που έβλεπαν τη μουσική περισσότερο ως εύκολο εμπόρευμα και τους μουσικούς ως «μέσο» για γρήγορο κέρδος, όχι ως καλλιτέχνες.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν τους ενδιέφερε αν αυτός που είχαν απέναντί τους ήταν καλός, δημιουργικός ή είχε κάτι ουσιαστικό να πει. Το βασικό τους μέλημα ήταν πώς θα πληρώσουν λιγότερα, πώς θα γεμίσει ο χώρος όσο πιο εύκολα γίνεται και πώς θα εξυπηρετήσουν τη δική τους εικόνα και ανάγκες. Αυτή η νοοτροπία είναι ο πυρήνας του χαρακτήρα του “Con Man”.
Μέσα από τον δίσκο, δεν κάνουμε απλώς καταγγελία, καταγράφουμε μια πραγματικότητα και τη μετατρέπουμε σε ιστορία. Παράλληλα, όμως, το μουσικό μήνυμα που κουβαλάνε σήμερα οι The Skelters είναι ξεκάθαρο: επιμονή, αξιοπρέπεια και πίστη στη μουσική. Παίζουμε αυτό που αγαπάμε, χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς να κυνηγάμε εύκολες λύσεις. Για εμάς, η μουσική παραμένει έκφραση, στάση ζωής και ανάγκη όχι απλώς προϊόν.
Έχω παρατηρήσει ότι στις classic rock συναυλίες, στο τέλος θα παίρνουν παρουσίες…Συνεχώς οι ίδιες γνωστές φάτσες…Επίσης όλο και σπανιότερα δίνεται το βήμα, στα συγκροτήματα του είδους. Πως βλέπεις την κατάσταση που επικρατεί, όσον αφορά τα live κυρίως, για μπάντες όπως και η δική σας;
Αυτό που αναφέρεις είναι όντως ένα υπαρκτό θέμα, ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα. Οι χώροι που στηρίζουν ουσιαστικά συγκροτήματα είναι ελάχιστοι, με δυο-τρεις εξαιρέσεις. Για μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, είναι απογοητευτικό να μην υπάρχουν περισσότεροι χώροι με καλό ήχο και σωστό promo. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που πολλές μπάντες δεν άντεξαν στον χρόνο και διαλύθηκαν, δεν υπήρχε προοπτική, ιδιαίτερα για την αγγλόφωνη μουσική και όχι απαραίτητα μόνο για το rock.
Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως το τοπίο μπορεί να αλλάξει! Είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα σωστής προώθησης και επιμονής! Από κάπου πρέπει να γίνει η αρχή. Κι αν μπορεί να ξεκινήσει από εμάς, ακόμα καλύτερα! Άλλωστε, το “Con Man’s Chronicles” αγγίζει ακριβώς αυτές τις καταστάσεις και εκφράζει τη δική μας ανάγκη να συνεχίσουμε, να υπάρχουμε και να διεκδικούμε χώρο μέσα από τη μουσική μας!

Έχετε μεγάλη αγάπη για τους The Beatles και κατά κάποιο τρόπο είναι οι “νονοί” σας. Προσωπικά μιλώντας ανήκουν στα πρώτα μου ακούσματα ως πιτσιρικάς, στην πορεία τους άφησα και τώρα που καβάλησα τα σαράντα επέστρεψα στη μουσική τους. Από τις λίγες περιπτώσεις συγκροτημάτων, που σχεδόν όλοι γυρίζουμε πάντα στην “αγκαλιά” τους. Τι συμβολίζουν όμως οι Beatles, για εσένα προσωπικά;
Αν δεν υπήρχαν οι Beatles, ειλικρινά δεν ξέρω αν θα είχα γίνει μουσικός! Είναι οι άνθρωποι που μου άλλαξαν τον κόσμο προς το καλύτερο. Με δίδαξαν μουσική πολύ πέρα από όσα έμαθα στις σπουδές μου στο ωδείο, και κυρίως, μου δημιούργησαν την ανάγκη να θέλω να γίνω σαν αυτούς!
Κανένα άλλο συγκρότημα ή καλλιτέχνης δεν με έχει επηρεάσει τόσο βαθιά και σε τόσους τομείς: από τον τρόπο που γράφω μουσική, τις τριφωνίες, τα μουσικά όργανα που έχω επιλέξει να χρησιμοποιώ όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι την εμφάνιση, το ντύσιμο και ακόμη και τον τρόπο που εκφράζομαι. Σχεδόν τα πάντα στη μουσική μου διαδρομή έχουν ως σημείο αναφοράς τους Beatles. Τυχαίο; Καθόλου. Μιλάμε για το σημαντικότερο, δημοφιλέστερο και πιο επιδραστικό συγκρότημα που πέρασε ποτέ από τον πλανήτη! Ένα πολύ ωραίο σχόλιο που μου είχε κάνει κάποτε ο Stefan Schwerdtfeger (Big Sleep) ήταν ότι είμαι μια ανάμειξη Lennon/McCartney. Έχω ακούσει πολλά καλά σχόλια όλα αυτά τα χρόνια, αλλά αυτό ήταν σίγουρα ένα από τα καλύτερα χαχα!
Αρκεί να σκεφτεί κανείς τι κατάφεραν μέσα σε μόλις έξι χρόνια: 13 δίσκους, αμέτρητα singles, δύο βασικούς τραγουδιστές, τρεις συνθέτες, εμβληματικές τριφωνίες και τεράστια άλματα στην ηχογράφηση και την παραγωγή. Από το “She Loves You” στο “Tomorrow Never Knows”, από το “A Day in the Life” στο “Helter Skelter”, μιλάμε για χαοτικές μουσικές αποστάσεις — κι όμως όλα αυτά ανήκουν στην ίδια μπάντα!
Αυτή ακριβώς τη φιλοσοφία προσπαθώ να εφαρμόζω και στους The Skelters! Να υπάρχουν τραγούδια με διαφορετικό μουσικό χαρακτήρα μέσα στον ίδιο δίσκο. Αν κοιτάξει κανείς το πρώτο μας album, θα δει κομμάτια όπως το “Explain To Me”, το “Corruption”, το “She’s A Liar” και το “Journey” που δεν έχουν μεταξύ τους καμία σχέση μουσικά, κάτι που θυμίζει έντονα τη λογική του “White Album”.
Για μένα, λοιπόν, οι Beatles είναι το μεγάλο «μπαμ» του 20ού αιώνα. Άλλαξαν τα πάντα: τη μουσική, την τέχνη και, τελικά, τον ίδιο τον κόσμο!
Σε έχω δει να κρατάς περήφανα, το εμβληματικό μπάσο της Höfner. Πρόσφατα διάβασα ότι η ιστορική αυτή εταιρεία μουσικών οργάνων περνάει δύσκολες στιγμές και κινδυνεύει ακόμα και με κλείσιμο. Ζούμε στο λυκόφως της εποχής των συμβόλων ή απλώς αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που πρέπει να αποδεχτούμε;
Το διάβασα και εγώ αυτό που αναφέρεις και στεναχωρήθηκα, το Höfner που έχω εδώ και δύο χρόνια είναι το αγαπημένο μου μπάσο. Είχα δοκιμάσει κάποια Fender Jazz, Precision αλλά δεν μου έκανε κανένα από αυτά, ούτε στο παίξιμο αλλά ούτε στον ήχο, δεν είναι εύκολο να χειριστείς ένα τόσο βαρύ όργανο στη σκηνή και να αποδίδεις με άνεση, οπότε το Höfner μου ταίριαξε απόλυτα. Γι’ αυτό και έχω ιδιαίτερη αγάπη για τα μπάσα της Höfner όχι μόνο για την ιστορία τους, αλλά γιατί εξακολουθούν να υπηρετούν τη μουσική με ουσία. Το αμέσως επόμενο αγαπημένο μου μπάσο είναι το Rickenbacker, το οποίο αγόρασα τον Μάιο του 2025, και ελπίζω να ακουστεί και αυτό σε επόμενη δουλειά μας.
Όσο για το αν ζούμε στο λυκόφως της εποχής των συμβόλων, πιστεύω πως όχι απλώς τα σύμβολα αλλάζουν θέση. Δεν χάνονται, αλλά δοκιμάζονται σε μια νέα πραγματικότητα που κυριαρχείται από ταχύτητα, εικόνα και αριθμούς. Όσοι όμως συνεχίζουν να αγαπούν τη μουσική για τον ήχο, την ιστορία και την αλήθεια της, θα κρατούν αυτά τα σύμβολα ζωντανά. Και όσο υπάρχουν μουσικοί που τα επιλέγουν συνειδητά, δεν υπάρχει πραγματικό τέλος μόνο μετάβαση.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας, όσον αφορά τις ζωντανές εμφανίσεις;
Έχουμε ήδη κλεισμένα κάποια live στη Θεσσαλονίκη. Στις 24 Ιανουαρίου παίζουμε στο Crow Bar και στις 12 Φεβρουαρίου στους Πειρατές στον Εύοσμο. Από εκεί και πέρα, αναμένουμε και νέες εμφανίσεις, ενώ στόχος μας είναι και το εξωτερικό. Ο κόσμος μπορεί να ενημερώνεται για όλα τα live μας μέσα από το επίσημο site μας: www.theskelters.com
Άγγελε σε ευχαριστώ για το χρόνο και τις απαντήσεις σου! Μπορείς να βάλεις εσύ την τελεία, σε αυτή μας την κουβέντα.
Θέλω να σε ευχαριστήσω πραγματικά για τον χρόνο και το ενδιαφέρον. Το “Con Man’s Chronicles” είναι ένας δίσκος που γεννήθηκε αυθόρμητα, χωρίς συμβιβασμούς, και αντικατοπτρίζει ακριβώς το ποιοι είμαστε σήμερα ως The Skelters. Ελπίζω ο κόσμος να τον ακούσει με ανοιχτό μυαλό, να βρει μέσα του κομμάτια του εαυτού του και, αν μη τι άλλο, να νιώσει κάτι αληθινό. Για εμάς αυτό ήταν πάντα το ζητούμενο: ειλικρίνεια, ενέργεια και αγάπη για τη μουσική. Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους!
