THE 3RD AND THE MORTAL: “Painting on Glass”

“Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι” λένε οι συντοπίτες μου και περίπου με αυτό το σκεπτικό ξεκίνησαν εκεί πίσω στα μισά των 90’s να ετοιμάζουν το δεύτερό τους άλμπουμ οι The 3rd and The Mortal. Αν δεν σου λέει το παραμικρό το όνομα του σχήματος του μπουμπουνιασμένου από το κρύο Τρόντχαϊμ της Νορβηγίας, να σε πληροφορήσω ότι είναι από τις πρώτες πρώτες μπάντες που έδωσαν σχήμα και μορφή ή καλύτερα άναψαν τα κεριά στις κατακόμβες αυτού που έμαθε να αποκαλεί ο μέσος χεβιμεταλλάς, ατμοσφαιρικού και πιο συγκεκριμένα αιθέριου metal. Οκ λοιπόν, οι πρώτες διαφωτιστικές συστάσεις έπεσαν.

Για το ντεμπούτο με τον τίτλο “Tears laid in Earth” του 1994 γύρισαν πολλοί το κεφάλι τους από άκρατο ενδιαφέρον. Για το “Painting on Glass” που τον Γενάρη έκλεισε 30 χρόνια, οι Νορβηγοί εισχώρησαν βαθύτερα, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα το μεράκι και τη καλλιτεχνική τους φλόγα. Ως κυνηγοί της διαφορετικότητας και του απρόσμενου, δε σκόπευαν ποτέ να προχωρήσουν θέτοντας συγγενικές συντεταγμένες με τον προκάτοχο του, προσφέροντας έτσι στο κόσμο μια από τα ίδια και ένα ανακυκλωμένο “Tears laid in Earth Pt2”. Όπως είναι φυσικό η έλευση μιας νέας φωνής στις τάξεις τους, αποτέλεσε το έναυσμα σε περιπλάνηση προς νέες κατευθύνεις.

 Η μπάντα με το περίεργο όνομα δεν πήγε για το… χρήμα, που θα μπορούσε πολύ εύκολα να το κάνει καθότι το έδαφος είχε ήδη προετοιμαστεί εκείνο τον καιρό και ήταν γόνιμο. Το λίπασμα είχε μπει και απέφερε πλουσιοπάροχους καρπούς σε όποιον επέλεγε το δρόμο της ατμοσφαιρικής ή gothic πλευράς του heavy metal. Ήταν η εποχή που η σκοτεινή ευαισθησία πουλιόταν εύκολα, που η μελαγχολία είχε δικό της ξεχωριστό κοινό. Μια δεκάδα ατμοσφαιρικών τραγουδιών με την ασφαλή συνταγογράφηση “εισαγωγή-γέφυρα-κουπλέ-ρεφραίν” θα μπορούσε να έχει συνθέσει το σεξτέτο των μουσικών και να τελειώνει εκεί η ιστορία. Δεν είναι ούτε στο νυχάκι έτσι το ανυπάκουο “Painting on Glass”. Οι The 3rd and the Mortal πήγαν για τη δόξα και ίσως και την καλλιτεχνική υπέρβαση.

“Then I become you

And you become me…”

Παίζοντας με την παροιμία του προλόγου, αν αντιστοιχήσουμε το σχήμα με το πολύτιμο αγαθό που μας προσφέρουν οι μέλισσες, τότε τους Νορβηγούς μπορώ να τους ταιριάξω με το άγριο μέλι που “γεννιέται” ψηλά σε βουνά απόκρημνα εκεί που ο αέρας σου κόβει την ανάσα, ακριβώς όπως το πνεύμα των δημιουργικών τους αναζητήσεων. “Από την αρχή προσπαθούσαμε να δημιουργήσουμε ένα μοναδικό ήχο. Η ιδέα πίσω από τη μπάντα ήταν να σπάσουμε τα μουσικά όρια μέσα από ηχοτοπία. Κάθε μέλος έφερε και τις δικές του μουσικές επιρροές. Για εμάς ήταν σημαντικό να αναπτύσσουμε τόσο τον ήχο της μπάντας, όσο και τις προσωπικές μας δυνατότητες από δίσκο σε δίσκο” έχει πει ο κιθαρίστας τους, Trond Engum ρίχνοντας αρκετό φως στο δημιουργικό τους process, σε μια σπάνια – είναι η αλήθεια – στιγμή πίσω σε μια συνέντευξή του 2004.

Αλλά πόσο φως να πέσει στο “Painting on Glass”, ένα από τα αγνά και άτυπα εγχειρίδια του avant garde metal στη δεκαετία του ’90. Κάθε δέσμη που πέφτει πάνω του διαθλάται, “σπάει”, επιστρέφοντας παραμορφωμένη. Παρατηρείς όντως το συγκρότημα να χαρτογραφεί ηχοτοπία διότι εξ’ αρχής οι Νορβηγοί δεν αναζήτησαν απλώς έναν ήχο. Ιχνηλάτησαν ηχητικούς χώρους εκτός των γραμμών, όπου η μουσική δεν υπακούει σε κανόνες. Ακροάσου τα μινιμαλιστικά “Azure” και “Aurora Australis” και θα κατανοήσεις τη μεθοδικότητα του σχήματος, νιώθοντας τις νότες χαραγμένες πάνω σε ένα εύθραυστο υλικό έτοιμο να σπάσει αν το αγγίξεις απρόσεκτα..

 Χέρι βοηθείας απλώνουν στην ατμόσφαιρα επιπρόσθετα όργανα που μοιάζουν ξένα, σχεδόν ανοίκεια όπως το τρομπόνι ή το mellotron και το… ντιτζεριντού. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις πως ετοιμάζεσαι να παρακολουθήσεις επεισόδιο του National Geographic αλλά μην επιτρέψεις το μυαλό σου να ταξιδέψει σε μέρη με ήχους εξωτικούς. Το doom συναίσθημα συνεχίζει να στοιχειώνει τη μουσική των The 3rd and the Mortal. Συνέπεια αυτού να ακούγεται σκοτεινό και πολλές φορές ψυχρό. Ωστόσο όχι με την άψυχη μεταλλική επιφάνεια ενός ρομπότ αλλά με το τσουχτερό κρύο της νύχτας πριν το χιόνι, αυτό που αναγκάζει μια καρδιά να λειτουργεί πιο έντονα και πιο γρήγορα για να διατηρήσει τη θερμοκρασία του σώματος σταθερή. Είναι το κρύο που κάνει το σώμα να θυμάται ότι είναι ζωντανό, έτσι και το “Painting on Glass”, το παλλόμενο από ανθρώπινες λειτουργίες και συναισθήματα.  

Είναι αλήθεια πως κατά τη διάρκεια κυριεύεσαι από μια soundtrack αισθητική. Βοηθάει και το γεγονός πως το μισό μέρος είναι ορχηστρικό. Δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποιον πρωταγωνιστή στο δεύτερο άλμπουμ τους αν και μπορώ να πω πως τα φωνητικά στο “Painting on Glass” δεν έχουν τον πρώτο λόγο, ούτε τον ζητούν. Δε λειτουργεί σα κράχτης η γυναικεία φωνή, ούτε ως φυσικό πρόσωπο μιας θηλυκής παρουσίας που απαιτεί βλέμματα όπως επικρατούσε σε άλλες μπάντες εκείνης της περιόδου, ονόματα δε λέμε υπολείψεις δε θίγουμε. Δίχως φληναφήματα η φωνή της νεόφερτης Ann-Mari Edvardsen χρησιμοποιείται σαν ακόμα ένα όργανο και δεν στέκεται μπροστά από τη μουσική. Η ίδια έχει πει πως πέρασε από οντισιόν λόγω γνωριμίας ενός φίλου του συγκροτήματος. “Δεν τους είχα ακούσει ξανά και πήγα αμέσως στο δισκάδικο για να αγοράσω ό, τι βρω από αυτούς. Τους βρήκα ενδιαφέροντες. Όταν πήγα στην πρόβα το συγκρότημα έμεινε έκπληκτο διότι δε είχαν επισημοποιήσει ότι έψαχναν τραγουδίστρια και ο κοινός μας φίλος μου το είχε αποκαλύψει αυθαίρετα” έχει πει σε παλιά της συνέντευξη η συντοπίτισσα των The 3rd and the Mortal με τις παράλληλες σπουδές και καριέρα στην όπερα.

Η Ann Mari θυμάται αφού βρέθηκε με το υπόλοιπο σχήμα στο προβάδικο, να τραγουδάει δυο με τρία τραγούδια σα να δοκίμαζε επιφυλακτικά το νερό με το πόδι της. Ύστερα γλίστρησε σε αυτοσχεδιασμούς με το αποτέλεσμα αυτών να προστίθεται στο “Neurosis”, το τραγούδι που ακούμε στο “Nightswan” EP του 1995 και που είναι το ουσιαστικό ντεμπούτο της με το υπόλοιπο συγκρότημα. Κατά τη διάρκεια της διασκεδαστικής εκείνης πρόβας/οντισιόν η μπάντα αποφασίζει να προσθέσει στις τάξεις της την 22χρονη φοιτήτρια από το Rennebu που τους βγάζει στη συνέχεια ασπροπρόσωπους.

Οι στίχοι που αναβλύζουν από την εύθραυστη φωνή της είναι μετρημένοι αλλά απόλυτα εύστοχοι και δε περισσεύουν ποτέ. Λιγοστοί, σχεδόν φειδωλοί, μα τοποθετημένοι με ακρίβεια χειρουργική όπως σμιλεύεται το γυαλί από ένα τεχνίτη, με την επίγνωση ότι κάθε σχισμή, κάθε χάραγμα θα μείνει παντοτινά. Όσο λιγοστεύουν, τόσο πληθαίνουν τα ερωτήματα που αφήνουν πίσω τους. Πλέουν σαν καρυδότσουφλα στον ηχητικό ωκεανό του ανορθόδοξου που έχουν δημιουργήσει τα έξι μέλη. Όπως έχει αναφερθεί παραπάνω, όποιος αναζητήσει κλασική δομή στα κομμάτια τους θα αποχωρήσει με άδεια χέρια. Στο “Magma” ή το “Commemoration” ο τζαζέ αυτοσχεδιασμός των πνευστών δεν είναι διακοσμητικός αλλά στέκεται σα δήλωση των Σκανδιναβών για το πως αντιλαμβάνονται τη μετέπειτα πορεία τους. Αυτό το βήμα παραπάνω θα το συναντούσαν οι οπαδοί στο αμέσως επόμενο άλμπουμ.

Θα προτιμούσα παρά ταύτα περισσότερες στιγμές σαν το επιβλητικό “Persistent and Fleeting” που ανασαίνει μέσα από τον αέρα της μυσταγωγικής και γεμάτης επικίνδυνα μυστικά Ανατολής στις αρμονίες του. Ρυθμικό και πολύ κοντά σε αυτά που έκαναν οι The Gathering στο “Mandylion”. Οι The 3rd and The Mortal μάλλον μοιάζουν περισσότερο να άνοιξαν τον δρόμο, παρά να ακολούθησαν τα ίχνη των Ολλανδών. Όλα αυτά αναβλύζουν μέσα από μια καθάρια παραγωγή, στοιχείο κρίσιμο για ένα τόσο “δύσκολο” δίσκο που θέλει να πει πολλά με ένα τόσο εσωστρεφή τρόπο.

Πέρασαν 30 χρόνια από τότε που με το “Painting on Glass” οι The 3rd And the Mortal ζωγράφισαν όχι πάνω στο εύθραυστο γυαλί αλλά χάραξαν στο πεντάγραμμο ένα από τα βαθιά φθινοπωρινά έργα των 90’s. Θα σε τυλίξει με φύλλα μεθόπωρα που πέφτουν αργά στο έδαφος. Mε εκείνη τη γλυκιά μελαγχολία που δεν πληγώνει, αλλά είναι εδώ για να μείνει και όλους εμάς που πλησιάσαμε, μας ώθησε να ανοίξουμε τα πνευμόνια της ψυχής και να το “αναπνεύσουμε” σαν φρέσκο αέρα όπως τόσο εύκοσμα ερμηνεύει η Ann Mari στο “Veiled Exposure”.

Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης   

Avatar photo
About Soundcheck Partner 417 Articles
Souncheck.network