Το ξεκίνημα των ‘90s αποδείχτηκε κομβικό για τη μετέπειτα πορεία των Slayer. Οι ηγέτες του thrash μέσα σε μόλις 2 χρόνια πρόλαβαν και κυκλοφόρησαν το πιο ώριμο album της καριέρας τους, το αιώνιο “Seasons In the Abyss” (1990), ένα από τα καλύτερα live albums όλων των εποχών, το “Decade of Aggression” (1992) και είδαν την ίδια χρονιά τον «κινητήριο μοχλό» πίσω από τα ντραμς, Dave Lombardo να αποχωρεί, αυτή τη φορά οριστικά (είχε αποχωρήσει για λίγο και το 1986) για να μπορέσει να είναι παρών στη γέννηση του πρώτου του παιδιού.
Η μπάντα δεν είδε και με πολύ καλό μάτι αυτή την απόφαση αφού βρισκόταν εν μέσω περιοδείας, με αποτέλεσμα το «διαζύγιο» να είναι οριστικό και τους Αμερικανούς να ξεκινούν την αναζήτηση του αντικαταστάτη του. Ύστερα από προτροπή του τεχνικού κιθάρας του Kerry King, η μπάντα άκουσε τον Paul Bostaph ο οποίος έπαιζε στους Forbidden, αλλά δεν αισθάνθηκε σίγουρη ότι το παίξιμό του θα ταίριαζε με τους Slayer. Όλα αυτά μέχρι να εμφανιστεί ο Bostaph για οντισιόν. Εκεί, «ξέσκισε» με το παίξιμό του εννέα τραγούδια των σφαγέων, κερδίζοντας τη θέση πίσω από το εμβληματικό drumkit. Αυτό που εντυπωσίασε την υπόλοιπη μπάντα, πέραν της ταχύτητας, ήταν η αδιαμφισβήτητη τεχνική κατάρτισή του η οποία αναδεικνυόταν μέσα από την καθαρή ροή των χτυπημάτων. Ήταν ίσως λιγότερο «επιθετικός» από τον προκάτοχό του, αλλά το ίδιο ταιριαστός στο ύφος των Slayer.

Το 1994 βρίσκει τους Αμερικανούς στην κορυφή του thrash θρόνου καθώς και στις κορυφές του heavy metal γενικότερα. Το metal είχε εισέλθει σε μια νέα εποχή όπου αρκετά νέα στοιχεία είχαν αρχίσει να συνδυάζονται πια φανερά με τον extreme ήχο. Hardcore, punk ακόμη και rap ηχοτόπια υιοθετούνται πλέον από όλο και περισσότερες heavy metal μπάντες με αποτέλεσμα πολλοί από τους παλιούς οπαδούς να μην ενστερνίζονται αυτήν τη στροφή. Βέβαια να μην ξεχνάμε ότι οι Slayer είχαν ήδη τολμήσει από νωρίς το μεγάλο βήμα, μεταπηδώντας από τη Metal Blade στην Def Jam, μια εταιρεία η οποία συνεργαζόταν κυρίως με hip-hop καλλιτέχνες, αλλά και αργότερα όταν ακολούθησαν τον παραγωγό Rick Rubin στη νεοσύστατη δική του Def American. Επιπλέον είχαν συμμετάσχει στο soundtrack της ταινίας του 1993 “Judgement Night” σε μια συνεργασία με τον Ice-T για το τραγούδι “Disorder” (κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσουμε και για αυτό το soundtrack).
Στο δια ταύτα, οι Slayer ήταν από καιρό έτοιμοι να προχωρήσουν ένα βήμα παρακάτω και να εξελίξουν τον ήχο τους σε σχέση με το καθαρόαιμο thrash που τους γιγάντωσε. Με αυτά τα «όπλα» οι Slayer μπαίνουν στα Oceanway studios και στα Sound City στο Los Angeles και στις 27 Σεπτεμβρίου 1994 βγαίνουν κρατώντας στα χέρια τους το 6ο τους album με τίτλο “Divine Intervention”. Η παραγωγή έγινε από την ίδια την μπάντα μαζί με τον Toby Wright ο οποίος ανέλαβε και τη μίξη, ενώ υπεύθυνος για το όλο εγχείρημα ήταν για ακόμη μία φορά ο θρυλικός Rick Rubin. Σε παλιότερες δηλώσεις του ο Kerry King είχε πει ότι δεν είναι και ιδιαίτερα θερμός οπαδός των Slayer των ‘90s, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας εστιάζοντας στο “Divine Intervention” δήλωναν πως δεν έμειναν ευχαριστημένοι με τη μίξη του δίσκου. Με τη σκιά τη αποχώρησης Lombardo, το βάρος των προηγούμενων κυκλοφοριών και όλα τα νέα δεδομένα στο τραπέζι, το album κυκλοφόρησε μέσα σε ένα κλίμα δυσπιστίας το οποίο «χώρισε» του οπαδούς σε υποστηρικτές και σε αρνητές εξέλιξης, πράγμα που ισχύει ακόμη και σήμερα καθώς ο δίσκος παραμένει ένα εγκληματικά παραγνωρισμένο διαμάντι της δισκογραφίας των Αμερικανών.
Δεν μπορώ να εξηγήσω σε κάποιον έφηβο του σήμερα, στην εποχή του απόλυτου διαδικτυακού spoiler, το σοκ που υπέστην όταν έβαλα για πρώτη φορά να ακούσω το CD. Το μπάσιμο των drums του Bostaph, τεχνηέντως βάζει το “Killing Fields” να ανοίξει το album, συστήνοντας με το «καλημέρα» στο κοινό το νέο «πυρηνικό» όπλο των Slayer. Ένα από τα καλύτερα opening tracks της δισκογραφίας τους; Φυσικά και ναι. Ανάμεσα σε τόσα άλλα, το “Killing Fields” στέκει ακλόνητο όπως η πρώτη γραμμή μάχης γιατί οι Slayer ξέρουν ότι…
“You know the feeling when adrenaline takes control…”
Πιστοί στην κυκλοφορία προκλητικών συνθέσεων, οι Slayer συνεχίζουν γράφοντας κομμάτι με τίτλο “Sex. Murder. Art”. Ένας σχεδόν δίλεπτος thrash «ανεμοστρόβιλος» με το εναρκτήριο riff του να παραμένει ένα από τα πιο «παρανοϊκά» που έχει γράψει ο καραφλός πλέον Kerry King και όλη την μπάντα να βάλλει προς πάσα κατεύθυνση μέχρι ο μεγαλωμένος με καθολική ορθόδοξη παιδεία, Tom Araya, κραυγάσει μεγαλοπρεπώς: “God is dead, I am alive”. Μάλιστα στην περιοδεία για την προώθηση του album, το τραγούδι παίχτηκε χωρίς τον Jeff αφού ο ίδιος λόγω των προβλημάτων του με το αλκοόλ δεν είχε καταφέρει να το μάθει.
Σε δηλώσεις του στο περιοδικό “Guitar World” ο King είχε σχολιάσει:
«Στη διάρκεια της περιοδείας θέλαμε να παίξουμε το “Sex. Murder. Art.”, αλλά σε εκείνο το album έπαιξα σχεδόν τα πάντα στο στούντιο, οπότε δε νομίζω ότι ο Jeff είχε παίξει ποτέ αυτό το τραγούδι. Και ήταν πολύ μπερδεμένος όλη την ώρα για να το μάθει, οπότε ο Paul, ο Tom και εγώ το κάναμε απλώς ως τρίο επειδή ο Jeff δεν ανέβαινε στη σκηνή και δεν το έπαιζε. Μετά από αυτό, του είπαμε: “Άκου, φίλε, είτε σου αρέσει είτε όχι, είσαι μέρος αυτής της μπάντας, και αν αποφασίσουμε να παίξουμε ένα τραγούδι, πρέπει να παίξεις αυτό το γαμημένο τραγούδι».

Η αλήθεια είναι ότι στο “Divine Intervention” ο King έχει αναλάβει σχεδόν εξ ολοκλήρου τη σύνθεση των κομματιών. Από τα συνολικά 10 τραγούδια του album, τα μισά τα έχει γράψει μόνος του, ενώ άλλα 4 με τη συμμετοχή του αείμνηστου Jeff Hanneman. Σε αντίθεση με προηγούμενους δίσκους των Αμερικανών, ο ξανθός έχει συνεισφέρει 100% σε ένα μόνο κομμάτι, το κατά τον Araya πρώτο «ερωτικό τραγούδι» τους, “213”. Τα τέσσερα πρώτα τραγούδια του δίσκου λοιπόν είναι υπόθεση του Kerry King, με τον στακάτο ρυθμό του “Fictional Reality” να δίνει τη σκυτάλη στο υπερηχητικό “Dittohead”, ένα απευθείας «χώσιμο» στο Αμερικάνικο σύστημα και επηρεασμένο στιχουργικά από τον συντηρητικό πολιτικό τηλεσχολιαστή, Rush Limbaugh.
Με όλους τους «κυλίνδρους» της σε πλήρη λειτουργία η μηχανή των Slayer παρουσιάζει το ομώνυμο κομμάτι (και μοναδικό με τη συμμετοχή όλων των μελών), με τη χαρακτηριστική «αρρωστημένη» ατμόσφαιρα να «δένει» απόλυτα με το εκπληκτικό εξώφυλλο του Wes Benscoter, το οποίο είναι κι ένα από τα αγαπημένα μου από τους Slayer. Ήταν η πρώτη φορά που ο καλλιτέχνης συνεργάστηκε με τους Αμερικανούς thrashers, πράγμα που αποδείχθηκε κομβικό για εκείνον καθώς στο μέλλον σχεδίασε εξώφυλλα και για άλλες μπάντες όπως οι Black Sabbath, Dio και Kreator μεταξύ άλλων. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το μεγαλύτερό του project ήταν το – επίσης τρομερό – εξώφυλλο για το “Diabolical Summoning” των Sinister το 1993.
Το album σαφώς και δεν εκπέμπει την τελειότητα ενός “Seasons In the Abyss” ή ενός “Reign In Blood”, όμως το DNA της μπάντας δεν μπορεί να χαλιναγωγηθεί ούτε στην «κοιλιά» του “Circle of Beliefs”, το οποίο παραμένει ένα εξαιρετικό τραγούδι για μπάντες μικρότερου βεληνεκούς από τους Slayer, ενώ εδώ αποτελεί ένα αξιοπρεπέστατο filler. Μια φορά πάντως το skip δύσκολα θα το πατήσεις ακόμη και σε αυτό. Φυσικά και σε αυτό το album δεν μπορούσε να λείπει η αναφορά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα εγκλήματα των Ναζί. Αυτή τη φορά είναι το “SS-3” που πραγματεύεται τον Ράινχαρντ Χάιντριχ, έναν από τους υψηλόβαθμους Ναζί, ενώ ο τίτλος του αναφέρεται στην πινακίδα κυκλοφορίας του αυτοκινήτου το οποίο χρησιμοποιούσε και μέσα στο οποίο σκοτώθηκε, ύστερα από ενέδρα που του έστησαν Τσεχοσλοβάκοι στρατιώτες στην Πράγα τον Ιούνιο του 1942.
Οι στίχοι σχετικά με διεστραμμένα μυαλά και δολοφονίες πάντα εξίταραν τον Tom Araya, έτσι και σε αυτό το album γράφει το “Serenity In Murder” (το 2ο video μέσα από αυτό) και το “213”, το οποίο αναφέρεται στον κατά συρροή δολοφόνο Jeffrey Dahmer, γνωστό και ως ο «κανίβαλος του Μιλγουόκι». Το 213 ήταν το νούμερο του διαμερίσματός του μέσα στο οποίο έλαβαν χώρα οι περισσότερες από τις δολοφονίες μέχρι την αποκάλυψη της υπόθεσης το 1991. Το «ψυχογράφημα» του Araya στον Dahmer παρουσιάζεται με μαεστρία σε πρώτο πρόσωπο, τοποθετώντας το τραγούδι δίπλα στα υπόλοιπα που έχουν κατά καιρούς εμπνευστεί από serial killers (“Dead Skin Mask”, “Psychopathy Red”). Ο επίλογος του album ανήκει στο “Mind Control”, ένα τραγούδι που δυστυχώς παραμένει κρυμμένο κάτω από τους τόνους επών που έχουν κυκλοφορήσει οι Slayer, ενώ πρόκειται για ένα δυνατό τελείωμα σε έναν δίσκο που ξεκίνησε μια νέα εποχή για τους Αμερικανούς. Η δίκαση του Paul Bostaph που ακολουθεί το τελευταίο riff είναι απλώς μια υπενθύμιση ότι οι Slayer παρόλο που έχασαν ένα βασικό γρανάζι της μηχανής τους κατάφεραν να παραμείνουν στον χάρτη ως μια από τις πιο ακραίες και «επικίνδυνες» μπάντες της μουσικής.
Το “Divine Intervention” ήταν το πρώτο album των Slayer που κατάφερε να μπει στο Top-10 στις Η.Π.Α., φτάνοντας στο Νο8 την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του. Δε γνωρίζω αν η θεϊκή παρέμβαση στην οποία αναφέρονται οι Slayer είναι η μουσική που επιδρά στο μυαλό των ανθρώπων, αλλά αν είναι αυτό δεν μπορεί παρά μόνο θετικά συναισθήματα να ξυπνά ένα album που επιτέλους πρέπει να λάβει (αν δεν το έχει κάνει ήδη) τη θέση που του αξίζει δίπλα στα αριστουργήματα των Αμερικανών.

Στο εσωτερικό των πρώτων κυκλοφοριών υπήρχαν τα ματωμένα χέρια ενός ατόμου όπου είχε χαραχτεί με αιχμηρό αντικείμενο το λογότυπο των Slayer. Πρόκειται για έναν οπαδό τους ονόματι Michael Myer. Ο φωτογράφος Stephen Sticker ο οποίος τράβηξε την περιβόητη φωτογραφία και χάραξε το logo είχε δηλώσει στο “Revolver” ότι ο Myer υπέμεινε όλο αυτό για μόλις 250 δολάρια. Στη συνέχεια το «τελετουργικό» ολοκληρώνεται με την αφή φωτιάς πάνω στην πληγή. Το σοκαριστικό βίντεο συμπεριλήφθηκε αργότερα στο live video “Live Intrusion”.
Στο booklet του CD το οποίο ξεδιπλώνεται (όπως και στο “Seasons…”), από τη μία μεριά υπάρχουν οι φωτογραφίες των μελών της μπάντας σε σχήμα σταυρού ενώ από την άλλη μπορεί κάποιος να δει ένα κολάζ από φωτογραφίες και αποκόμματα εφημερίδων, ανάμεσα στα οποία κρύβονται και κάποιες μικρές λεπτομέρειες. Κάποιες από αυτές είναι οι εξής: Στην κεντρική φωτογραφία της μπάντας, η θέση που ήταν παλαιότερα ο Dave Lombardo έχει σκιστεί και στη θέση της έχει τοποθετηθεί ένα κομμάτι με τη φωτογραφία του Bostaph.
Δίπλα της διακρίνεται ένα απόκομμα εφημερίδας όπου αναγράφεται η είδηση για μήνυση που κατέθεσε η σύζυγος ενός δολοφονημένου άντρα, για την επιρροή που άσκησαν οι στίχοι τραγουδιού πασίγνωστης rock μπάντας στους δολοφόνους (κυνήγι μαγισσών 1994). Στο ημερολόγιο που βρίσκεται στην κάτω δεξιά γωνία είναι κυκλωμένη η ημερομηνία της 25ης Δεκεμβρίου (καλά Χριστούγεννα) και δίπλα της γραμμένη η φράση “Satan Laughs As You Eternally Rot” (S.L.A.Y.E.R.), μια ευθεία αναφορά στην ερμηνεία – ακρωνύμιο που είχαν δώσει ο χριστιανόπλκηκτοι για το όνομα της μπάντας τα πρώτα της χρόνια λόγω του σατανιστικού image που είχε υιοθετήσει.

