Η εμφάνιση των Rainbow στο πρώτο ιστορικό φεστιβάλ “Monsters of Rock” στις 16 Αυγούστου 1981 στο Donington ήταν η τελευταία για το line up του “Down to Earth”. Ο Cozy Powell, αντί να γυρίσει στο ξενοδοχείο στο Leicestershire, όπου έμενε το γκρουπ, μπήκε στο αυτοκίνητό του και έφυγε, αγνοώντας τις επίμονες εκκλήσεις του Bonnet και του Airey μέχρι τις έξι τα ξημερώματα να μείνει στο γκρουπ για ακόμα ένα άλμπουμ. O Don Airey ήταν τόσο απογοητευμένος που δήλωσε πως θα φύγει και αυτός, αν και τελικά επέστρεψε.
O Blackmore στρατολόγησε τον Αμερικανό ντράμερ Bobby Rondinelli, και οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν στα Sweet Silence Studios στην Κοπεγχάγη. Στις δυο πρώτες εβδομάδες, ο Graham Bonnet ήταν ακόμα πίσω από το μικρόφωνο, και έκανε μάλιστα μια ηχογράφηση του τραγουδιού του Russ Ballard “I Surrender”. Υπήρχε όμως μια τεράστια στασιμότητα και παγωμάρα στο στούντιο, η παραγωγική διαδικασία ήταν μηδενική, και ο Bonnet ένιωθε πως ο κύκλος του έκλεισε, καθώς δεν περνούσε πια καλά. Η τελευταία του συνεισφορά ήταν μια μελωδία σε ένα τραγούδι που άρχισαν να δουλεύουν διστακτικά και τελικά κατέληξε να γίνει το “Spotlight Kid”. Αμέσως μετά τη φυγή του δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον μάνατζερ των Black Sabbath, αλλά θεώρησε πως δεν ήταν μια λύση που του ταίριαζε.

Τα λαγωνικά του Blackmore είχαν εντοπίσει έναν 29χρονο τραγουδιστή από το New Jersey, τον Joe Lynn Turner. Ήταν η χρονική συγκυρία όπου είχε κλείσει τον κύκλο της η μπάντα του, οι Fandango: μετά από τέσσερις δίσκους, σχεδόν ανύπαρκτη δημοφιλία, και την κλοπή του εξοπλισμού τους στο Chicago, αποφάσισαν να καταθέσουν τα όπλα. Ο Barry Ambrosio τηλεφωνεί στον Turner και του δίνει να μιλήσει με τον Blackmore, ενώ ο τραγουδιστής θεωρεί την όλη υπόθεση μια φάρσα. Τελικά ο Blackmore τον πείθει για την επικείμενη ευκαιρία, ο Turner μπαίνει σε ένα τρένο και ταξιδεύει στο Long Island. Μετά από λίγες κουβέντες, τραγούδησε το “I Surrender” προσαρμόζοντας κάποιους στίχους για να βολέψουν την εκδοχή του. Μετά από 4-5 ώρες αναμονής και συζητήσεων, ο Blackmore βγαίνει κρατώντας δυο μπύρες Heineken και λέει στον Turner: “θέλεις να μπεις στο συγκρότημα;”
Του νοίκιασαν ένα δωμάτιο σε ξενοδοχείο, του αγόρασαν ρούχα, και όταν άνοιξε τη “μαγική τσάντα” όπως την αποκαλούσε ο Blackmore, διαπίστωσαν πως είχε και στίχους διαθέσιμους για νέο υλικό. Άλλωστε μαζί με τον πολυπράγμονα Roger Glover, έγραψε όλους τους στίχους και τις μελωδίες, και μετά ερχόταν η σειρά του Blackmore να εγκρίνει, να απορρίψει, να προσαρμόσει. Έτσι η σύνθεση του επικείμενου άλμπουμ κατέληξε με δυο Αμερικανούς να έχουν πάρει τη θέση δυο Βρετανών: ήταν η εποχή που είχε ακουστεί και το όνομα κάποιου Bruce Dickinson για το μικρόφωνο.

Ο δίσκος, ενώ ξεκίνησε στην Κοπεγχάγη, ολοκληρώθηκε στο Kingdom Sound στούντιο στο Long Island. Στη διάρκεια των ηχογραφήσεων έμαθαν για τον θάνατο του John Bonham. Κυκλοφόρησε στις 3 Φεβρουαρίου 1981, με το γνώριμο πια εξώφυλλο της ομάδας των γιατρών, οι οποίοι φαινομενικά έχουν εξέλθει με άσχημα νέα, υπερτονίζοντας έτσι τον τίτλο του. Ήταν ένα έργο της περίφημης Hipgnosis το οποίο αρχικά προοριζόταν για το εξώφυλλο του “Never Say Die” των Black Sabbath. Όμως ήταν συνηθισμένη τακτική για τον Storm και τον Audrey της εταιρείας να επιμένουν για μια ιδέα που τους άρεσε, μέχρι να βρεθεί το γκρουπ που θα τη χρησιμοποιήσει. Βέβαια, στην πραγματικότητα, κανείς δεν ρωτήθηκε ποτέ για την επιλογή αυτή, και όλα έγιναν ενώ η μπάντα έλειπε. Όπως είχε πει χαρακτηριστικά και ο Turner, το πιθανότερο ήταν, αν τους δινόταν η ευκαιρία να δουν το έργο, να κατέληγε στο καλάθι των αχρήστων. Ο τίτλος του, από την άλλη, αποτελούσε μια δήλωση. Είχε να κάνει με τη μουσική βιομηχανία, όπου όλοι έχουν αυτή την αρρώστια, σύμφωνα με τον Turner, ενώ ο Glover είχε πει πως ξεκίνησε από ένα βρώμικο αστείο και είχε να κάνει με τη σχέση ενός ζευγαριού. Ο τίτλος άρεσε πολύ στον Blackmore, το έβρισκε σαν μια σύνοψη όλων των σκέψεων σχετικά με το τι συζητούσαν, και από τη στιγμή που το είχε δει σε ένα άρθρο στο περιοδικό Melody Maker, είχε κολλήσει στο μυαλό του σαν ένας πιθανός, δυνατός τίτλος.
Το εναρκτήριο “I Surrender” υπέστη αισθητή μετατροπή στην εκδοχή των Rainbow, συγκριτικά με την εκτέλεση του αρχικού συνθέτη Russ Ballard, όμως αυτός αρνήθηκε να τους αποδώσει συνθετικά δικαιώματα γι’ αυτό. Αποτέλεσε την ιδανική διαδοχή της επιτυχίας του “Since You Been Gone”, ενώ ταυτόχρονα ήταν ένα εξαιρετικό εφαλτήριο για αυτοσχεδιασμούς στις ζωντανές εμφανίσεις. Ο χρόνος ανέδειξε πως ήταν η πιο εύστοχη επιλογή για την περίοδο του γκρουπ όπου ο Blackmore προσαρμόζει τον ήχο και το ύφος του, τιμώντας την εκτίμησή του στους Foreigner.
To “Spotlight Kid” από την άλλη, μάλλον απολαμβάνει τη μοναξιά μιας συναρπαστικής, δυναμικής σύνθεσης, με κλασικά στοιχεία από Bach και Paganini, δημιουργώντας τον πρόδρομο του speed metal, διατηρώντας μια ελκυστική δραματική υφή στις φωνητικές γραμμές, και σπρώχνοντας τη διαφαινόμενη ένταση σε όλη του την εξέλιξη. Ο Glover είπε στον Turner πως υπάρχει σημαντική ποσότητα από τον χαρακτήρα του στον ήρωα του τραγουδιού, ενώ στην Ιαπωνία δημιούργησαν ένα cartoon χαρακτήρα στο περιοδικό Burrn!, ο οποίος ονομάστηκε “Spotlight Kid”, και έμοιαζε αρκετά στον Turner.
Από το υπόλοιπο υλικό, το “Can’t Happen Here” ελίσσεται κάπως περίεργα ανάμεσα στο εσχατολογικό στιχουργικό του περιεχόμενο, την περιβαλλοντική καταστροφή, και στις εθιστικές τους μελωδικές γραμμές, δημιουργώντας τελικά μια αλλόκοτη αίσθηση, κάτι που προσωπικά βρίσκω ενδιαφέρον. Ίσως η πιο αμιγώς AOR στιγμή του δίσκου είναι αυτή που πιστώνεται στον άγνωστο συνθέτη Brian Moran, το “Magic”, και όσο και αν το σιχαίνονται οι σκληροπυρηνικοί φίλοι της Dio-era, είναι πλημμυρισμένο από υπέροχες γραμμές και συνοδεύουν αρμονικά τους παραμυθένιους στίχους του. Ο Turner ξεπερνά τον εαυτό του για να ανταποκριθεί στις τονικές απαιτήσεις του, κάτι που κάνει αρκετά συχνά στον δίσκο.
Ίσως ένα από τα πιο παράξενα τραγούδια των Rainbow είναι το “No Release”, ένα παιχνιδιάρικο τραγούδι με έναν σκοτεινό αστικό ερωτισμό, μια ακροβατική ερμηνεία από τον Turner, και σεβαστές ανταποδόσεις επίδρασης στον Herdrix και τους Zeps από τον Blackmore. Υπερβατικό το σχεδόν gospel break στο μέσο του, το καθιστά ακόμα πιο εξωτικό. Κοντά στη λογική του βρίσκεται και το μεταλλαγμένο blues “Midtown Tunnel Vision”, ένας φθαρμένος αστικός ύμνος για τη Νέα Υόρκη, με πολλές μεταφορές στους στίχους και άλλη μια εκκεντρική παρουσία του νεαρού ερμηνευτή. Έξυπνα και περίεργα τα θέματα του Blackmore, και αναρωτιέμαι για όλους αυτούς που εντοπίζουν ισχνή παρουσία δυνατών γραμμών στο συγκεκριμένο δίσκο.

Ίσως το πιο ευθυτενές τραγούδι είναι το “Freedom Fighter”, με απλούς αλλά ειλικρινείς και εύστοχους στίχους αλληθωρίζοντας σε περιπτώσεις όπως οι Σαντινίστας, φωτεινές φωνητικές γραμμές που φανερώνουν πρόθεση αντίστασης και ένα όμορφο, σύντομο ηχητικό ταξίδι του Blackmore στο σόλο.
Η δεδομένη εμμονή του Blackmore με τη Γερμανία, που του επέφερε τρεις γάμους με Γερμανίδες συζύγους πριν την Candice, αποτυπώνεται και στον γερμανικό τίτλο του instrumental “Vielleicht das Nachster Zeit (Maybe Next Time)”μια αισθητά λυπητερή στιγμή του δίσκου, εμπνευσμένη από την ιδέα ενός κοριτσιού που εγκαταλείφθηκε ολομόναχο σε μια δύσκολη συγκυρία (η συγκεκριμένη γερμανική γραφή είναι λανθασμένη). Η heavy rock εκδοχή της ενάτης συμφωνίας του Beethoven, η “Ωδή στη Χαρά” απλώνει την οικειότητα του κιθαρίστα με τον κλασικό χώρο, μαζί με την ελεύθερη συνδρομή του Don Airey, ενώ η παρουσία του Rondinelli στο τραγούδι αποτελεί την αγαπημένη του από τη συνολική διαδρομή στο γκρουπ. Το sample γέλιου από το “Way Out West” του 1937 των Laurel και Hardy, υποδηλώνει μια διαρκή αίσθηση αυτοσαρκασμού.

Το “Difficult to Cure” είναι μάλλον το άλμπουμ των Rainbow που έχει δεχθεί τις πιο αυστηρές επικρίσεις από τους φίλους της μπάντας. Η βασικότερη αιτία ήταν η πιο έντονη αμερικανοποίηση του σχήματος και της μουσικής, μετά την ήδη αισθητή μεταστροφή του “Down to Earth”. Ίσως και η παραγωγή του Glover επιβάρυνε τη συνολική εντύπωση. Έγινε το άλμπουμ του συγκροτήματος με την υψηλότερη θέση στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου, φτάνοντας στο νούμερο τρία. Χωρίς δεύτερη σκέψη, είναι σίγουρα το πιο παράξενο άλμπουμ τους, και σε αυτό δοκίμασαν πράγματα που δεν επανέλαβαν ποτέ ξανά, ενώ με έναν απρόσμενο τρόπο, η θεωρητικά “προβληματική” παραγωγή του Glover τυλίγει τελικά πολλές διαφορετικές εμπνεύσεις και πορείες με ομοιογένεια και προσδίνει κάτι μοναδικό στο χαρακτήρα του.
Κάποιος νεαρός με το όνομα Flemming Rasmussen, 23 χρονών τότε, δούλεψε σαν μηχανικός ήχου με τον Glover στα Sweet Silence Studios, στα οποία ήταν συνιδρυτής και συνιδιοκτήτης. Τρία χρόνια αργότερα, το 1984, έκανε την παραγωγή του άλμπουμ των Metallica, “Ride The Lightning”, αλλάζοντας εκτός από τη δική του ζωή, την ιστορία της μουσικής αυτής.

