WIDOW PIT

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στο ανηλεές κυνήγι των υποχρεώσεων, στις Συμπληγάδες της καθημερινότητας και στις κάθε λογής δυσκολίες, χρειάζεται να αντιτάξεις μεράκι, πίστη στο ταλέντο σου και χαλύβδινο πείσμα για να καταπιαστείς με την τέχνη σου. Οι Widow Pit διαθέτουν στον υπέρτατο βαθμό τα παραπάνω εφόδια και κατάφεραν μετά από μια διαδρομή ετών, να κυκλοφορήσουν επιτέλους πριν λίγο καιρό το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Δεν στάθηκαν όμως μόνο εκεί, αλλά με το “Widow Pit” προκάλεσαν κύματα ενθουσιασμού στους φίλους του ήχου. Προσωπικά μιλώντας σκαρφάλωσε στη λίστα με τα αγαπημένα για τη χρονιά που μας αποχαιρέτησε, ενώ η χαρά μου διπλασιάστηκε από την όμορφη κουβέντα που ακολουθεί παρακάτω, με τον Πέτρο Μιχόπουλο (κιθάρα), ο οποίος με τα λεγόμενά του μας βάζει για τα καλά στο μαγικό σύμπαν της μπάντας. Γαλαξείδι – Birmingham, ένα τσιγάρο και μπόλικα υποδειγματικά riffs δρόμος…

Πέτρο, σε καλωσορίζω στην παρέα του Soundcheck! Αρχικά να σου δώσω τα συγχαρητήρια μου για τον “ολόφρεσκο” ομώνυμο δίσκο σας! Περιττό να σου πω ότι “καρφώθηκε” στη λίστα με τα αγαπημένα μου, για τη χρονιά που μόλις μας αποχαιρέτησε.

Γιώργο καταρχάς σε ευχαριστούμε πολύ για το βήμα που μας δίνεις μέσω του εξαιρετικού Soundcheck.Network ώστε να μιλήσω για τη μπάντα μας! Δεν είναι καθόλου περιττό αυτό που λες, γιατί δεν είναι καθόλου δεδομένο και το εκτιμούμε αφάνταστα! Πραγματικά, το feedback που εισπράττουμε ως τώρα για το ντεμπούτο μας είναι συγκινητικό και μας δίνει πολύ δύναμη. Χαιρόμαστε πάρα πολύ για αυτό που συμβαίνει και νιώθουμε υπερήφανοι!

Πριν όμως καταπιαστούμε με το νέο album θα ήθελα λίγο να μιλήσουμε για την πορεία των Widow Pit. Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια ύπαρξης, αλλά μόλις πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε το ντεμπούτο σας. Ποιες οι προκλήσεις και οι αντιξοότητες, αλλά και τι σας πείσμωσε περισσότερο όλο αυτό το διάστημα;

Η πρώτη μορφή των Widow Pit, πράγματι στήθηκε το μακρινό 2011. Είναι λίγο περίεργη η ιστορία μας και δεν έχει να κάνει τόσο με αντιξοότητες, πλην φυσικά του covid που επηρέασε αρνητικά τους πάντες στην μουσική σκηνή και όχι μόνο. Το συγκρότημα όλο αυτό το διάστημα είχε διάφορα on-off που είχαν να κάνουν με προσωπικούς λόγους, τη δύσκολη καθημερινότητα, αλλαγές μελών, αλλά και με το γεγονός πως πολλές φορές και λόγω έλλειψης χρόνου και παράλληλων συμμετοχών στις άλλες μπάντες μας, έμπαινε σε δεύτερη προτεραιότητα και πάγωνε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Κάποιες φορές φτάσαμε στην οριστική διάλυση και κάποιες εποχές έμοιαζε σαν απλώς να μην υπάρχει πια το σχήμα. Αυτό όμως που έκανε πάντα την μεγάλη διαφορά και κράταγε τελικά όρθια τη φάση, είναι η μεγάλη πίστη που είχαμε όλοι μας στην μπάντα για αυτό το υλικό, αλλά και οι λίγοι που το είχαν ακούσει από πρόβες και κάποια σποραδικά live. Με αυτά και με αυτά, φθάσαμε τελικά στον Απρίλιο του 2025 για να κάνουμε το μεγάλο βήμα και να ηχογραφήσουμε το album, αλλά επιτέλους συνέβη!

Το “Widow Pit” στα δικά μου αυτιά ακούγεται ως το τέκνο της συνεύρεσης των Black Sabbath με τους The Last Drive, μετά από ένα ψυχεδελικό τριπάρισμα…Θα ήθελα όμως τη δική σου περιγραφή για το ήχο σας και πως αυτός διαμορφώθηκε μέσα από τα προσωπικά σας ακούσματα.

Θα έλεγα ότι το έχεις πιάσει πολύ κοντά το πράγμα. Εννοείται πως οι Black Sabbath βρίσκονται… παντού στα τραγούδια μας όπως και οι αρκετές δόσεις ψυχεδέλειας. Οι καθόλα αγαπημένοι και σεβαστοί The Last Drive, δεν θα έλεγα ότι είναι άμεση επιρροή μας, αλλά το garage και punk rock στοιχείο στη μουσική μας εισήχθη με την έλευση στην μπάντα του προηγούμενου τραγουδιστή μας, του Χάρη Γκελεστάθη (Rockin Bones, The Dead Sidewalkers) ο οποίος είναι μεγάλος fan του ήχου (και των Drive!) αλλά και του Alessandro στο μπάσο όπου το υποστήριξε ποικιλοτρόπως. Το αρχικό πλάνο που είχαμε με τον Θάνο τον drummer μας όταν πρωτοσχηματήσαμε το συγκρότημα, ήταν η δημιουργία μιας μπάντας που πατάει στον heavy/doom ήχο κυρίως όπως πρωτοακούστηκε στη δεκαετία του ’70. Από εκεί και πέρα το ύφος συνδιαμορφώθηκε από όλες αυτές τις επιρροές που φέραν τα μέλη (παλαιότερα και σημερινά), οι οποίες όπως προανέφερα πατάνε στην εν λόγω δεκαετία αλλά και σε μεταγενέστερους εκπροσώπους της. Όλο αυτό δουλεύτηκε αβίαστα στις πρόβες με γνήσιο rock ‘n’ roll χαρακτήρα μέσω τζαμαρισμάτων και χωρίς να το πολυαναλύουμε. Οπότε απλά μας προέκυψε ένας ήχος που συνδυάζει διάφορα genres του ευρύτερου σκληρού ήχου που νιώσαμε ότι λειτουργεί μια χαρά, μας κάνει να περνάμε καλά και μας δίνει πιστεύω μια ταυτότητα.

Θεωρώ υποδειγματική την παραγωγή του Θάνου Αμοργινού (The Last Drive, The Earthbound). Μου έκανε μάλιστα τρομερή εντύπωση ότι όλες οι ηχογραφήσεις έγιναν ζωντανά, μέσα σε οκτώ μόλις ώρες! Πως προέκυψε αυτή η συνεργασία και πως βίωσες όλη τη συνθετική διεργασία μέχρι το τελικό αποτέλεσμα;

Καταρχάς εδώ θα πρέπει να πω ότι ήταν από χρόνια κοινή απόφαση της μπάντας, πως όταν και όπου ηχογραφήσουμε, αυτό θα γίνει live, γιατί αυτό πρόσταζε για εμάς ο ήχος και ο χαρακτήρας των Widow Pit. Όταν έφτασε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου να μπούμε για recording και επισκεφτήκαμε το studio του Θάνου, είδαμε τις συνθήκες, συζητήσαμε μαζί του και αβίαστα όπως πράττουμε και συνθετικά, νιώσαμε ότι αυτός είναι ο κατάλληλος χώρος και ο κατάλληλος παραγωγός για να μας αναλάβει. Ο στόχος δεν ήταν να τελειώσει η δουλειά σε οκτώ ώρες. Προέκυψε! Είχαμε κλείσει ένα Σαββατοκύριακο, με σκοπό το Σάββατο να γίνουν οι βασικές ηχογραφήσεις και την Κυριακή οι συμπληρωματικές. Τελικά όλα γίνανε το Σάββατο! Και αυτό γιατί ήμασταν εμείς ως μπάντα πολύ καλά προετοιμασμένοι και εκτελεστικά και κυρίως πνευματικά και ο Θάνος από την μεριά του έστησε τον χώρο με άψογο τρόπο και διαχειρίστηκε την κατάσταση και εμάς, πολύ ψύχραιμα και χαλαρά. Γράψαμε από 4-5 takes το κάθε κομμάτι, διαλέξαμε την καλύτερη εκτέλεση από το καθένα και το μόνο που γράφτηκε μετά ήταν τα δεύτερα φωνητικά του Alessandro γιατί φυσικά ήταν πολύ δύσκολο να παίζει άψογα το μπάσο και να τραγουδάει ταυτόχρονα. Αυτό ήταν όλο! Μετά από αυτό το οκτάωρο session, σε επόμενο χρονικό διάστημα, ο Θάνος επεξεργάστηκε το υλικό, προσθέσαμε στη μίξη κάποια εφέ και η δουλειά ήταν έτοιμη! Οπότε ο ρόλος του ήταν κομβικότατος γιατί κατάφερε να αναδείξει ακριβώς αυτό που είναι οι Widow Pit. Το αποτέλεσμα ήταν και οι τέσσερις του συγκροτήματος να συμφωνούμε ότι αυτή ήταν η καλύτερη ηχογράφηση που έχουμε κάνει ποτέ και να νιώθουμε πως ήταν αυτό ακριβώς που θέλαμε και οραματιζόμασταν.

Δηλώνω θαυμαστής του “Widow Pit”, οπότε για να προειδοποιήσω και τους φίλους αναγνώστες, οι ερωτήσεις μου είναι και λίγο “προκατειλημμένες” όσον αφορά το περιεχόμενό του…Κιθάρες, μπάσο, φωνή και τύμπανα θεωρώ ότι βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία, ενώ τα solo σου στην κιθάρα είναι βγαλμένα μέσα από τις χρυσές σελίδες της acid/psych rock βίβλου. Παράλληλα ο συγκεκριμένος ήχος μάλλον είναι κάπως “αντιτουριστικός” στις μέρες μας. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν μουσικό να πορευτεί αποκλειστικά με το καλλιτεχνικό κριτήριο και να πάει κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα;

Σε ευχαριστούμε και πάλι για την “προκατάληψη” σου χα χα! Μας τιμά πολύ! Δεν γνωρίζω να σου πω την αλήθεια για το αν είναι “αντιτουριστικός” αυτός ο ήχος, αν και το ευρύτερο heavy rock καλά κρατεί, με σταθερό κοινό εδώ και χρόνια και στην Ελλάδα και αλλού, το σίγουρο είναι ότι για εμάς είναι πολύ εύκολο, καθότι δεν είμαστε επαγγελματίες και με όποιες μουσικές καταπιανόμαστε εντός και εκτός Widow Pit το κάνουμε με ξεκάθαρη αγάπη και μεράκι και με σκοπό την προσωπική έκφραση. Προσωπικά δεν ξέρω καν ποιο είναι μουσικά το κυρίαρχο ρεύμα σήμερα, αλλά το σίγουρο είναι ότι ούτε μας αφορά, ούτε μας αφορούσε ποτέ αυτό και σαν συγκρότημα και ξεχωριστά τον καθένα μας.

Έχεις διαγράψει πορεία χρόνων στο χώρο. Ποια είναι η άποψη σου για την κατάσταση που επικρατεί στην ανεξάρτητη σκηνή τόσο σε εγχώριο, όσο και σε διεθνές επίπεδο;

Βρίσκω πως και σήμερα όπως και τα πολλά προηγούμενα χρόνια, υπάρχει μια πολύ ενεργή ευρύτερη ανεξάρτητη σκηνή. Αυτό συμβαίνει γιατί οι άνθρωποι πάντα θα έχουν την ανάγκη είτε να δημιουργούν, είτε απλά να ακούν. Βέβαια οι τρόποι έχουν αλλάξει, σήμερα ακούν οι νεότεροι κυρίως μέσω του streaming κλπ. Έχει υποβαθμιστεί αρκετά ο ρόλος του album σαν συνολική μουσική πρόταση ενός καλλιτέχνη, αλλά ας μην παραπονιόμαστε. Κάθε εποχή έχει τα καλά της και τα κακά της. Σήμερα το internet παρουσιάζει μια “θάλασσα” μουσικής και πολλές αξιόλογες δουλειές χάνονται ή ξεχνιούνται σύντομα από την υπερπροσφορά, από την άλλη είναι η καλύτερη εποχή που είχαν τα νέα συγκροτήματα για να βγάλουν εκεί έξω ελεύθερα τη δουλειά τους χωρίς “μεσάζοντες”. Φυσικά μετά από τόσες δεκαετίες, ειδικά το ευρύτερο rock έχει κορεστεί αρκετά και ανακυκλώνεται από τα σύγχρονα συγκροτήματα, αλλά πάντα υπάρχει περιθώριο κάποιος να καταθέσει την προσωπική του ταυτότητα αρκεί να την ψάξει και να την δουλέψει. Οπότε νομίζω πως και σήμερα βγαίνουν σπουδαίες μουσικές που ξεπηδούν από το underground και αυτό πιστεύω πως ευτυχώς θα συνεχιστεί.

Θα ήθελες να μας μιλήσεις λίγο και για τα θέματα με τα οποία καταπιάνεστε στο στιχουργικό κομμάτι;

Οι στίχοι κατά κύριο λόγο έχουν γραφτεί από τον τραγουδιστή μας τον Νικόλα, ενώ έχει συμβάλει και ο Θάνος ο drummer μας. Κάποιες ατάκες στίχων έχουν μείνει από την εποχή του προηγούμενου τραγουδιστή μας του Χάρη. Η βασική έμπνευση των στίχων πηγάζει από την ύμνηση της γυναικείας φύσης και της επιρροής της στον κόσμο. Υπάρχουν και στίχοι όπως στο “Burn” και στο “Dust and Decay”, όπου καταγράφεται η κοινωνικοπολιτική κατάσταση και η τρέλα της εποχής μας.

Δεν μπορώ παρά να σου παραθέσω τους συνειρμούς που μου γέννησε το εξώφυλλο του δίσκου σας με το αντίστοιχο του ομώνυμου ντεμπούτου των Sabbath. Διαβολική σύμπτωση ή το ορατό νήμα που ενώνει το γεννήτορα με τα πνευματικά του τέκνα;

Αυτό είναι κάτι που μας έχει πει αρκετός κόσμος και έχει σίγουρα το ενδιαφέρον του! Το εξώφυλλο είναι ένας φόρος τιμής στη περιοχή που έδωσε το όνομα μας. Δηλαδή το λιμάνι του Χηρόλακα στο Γαλαξείδι, τόπος καταγωγής των δύο από τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος, αλλά και ένα μέρος όπου όλοι μας στο συγκρότημα νιώθουμε σύνδεση. Η περιοχή αυτή ήταν το σημείο πού έκλαιγαν οι χήρες τούς χαμένους αγωνιστές και ναυτικούς στη προεπαναστατική περίοδο και αργότερα στα χρόνια της εποχής των καραβιών. Η φωτογραφία του εξωφύλλου επιχειρεί να αντικατοπτρίσει αυτό ακριβώς και είναι τραβηγμένη στον Χηρόλακα, ενώ και όλο το artwork του δίσκου είναι βασισμένο σε αυτό το θέμα. Εδώ να πω ότι και το κύμα που ακούγεται στο φινάλε του “Where Silence Reigns” και του album συνολικά είναι ηχογραφημένο εκεί! Οπότε πρόκειται σίγουρα για σύμπτωση, αλλά το γεγονός πως όλοι στο συγκρότημα σχεδόν αμέσως συμφωνήσαμε ότι αυτό θα είναι το εξώφυλλο, ίσως έχει να κάνει υποσυνείδητα και με την αισθητική σύνδεση της εικόνας με το θρυλικό αντίστοιχο των Sabbath!

Το “Widow Pit” κυκλοφορεί σε βινύλιο, στη μορφή που του πρέπει δηλαδή. Πως προέκυψε η συνεργασία σας με τη Sound Effect Records; Επίσης ποιο πιστεύεις ότι είναι το μέλλον για το συγκεκριμένο format; Μια νοσταλγική μόδα που έπιασε το ταβάνι της ή μια συνήθεια που επέστρεψε δυναμικά με στόχο να αποφύγει το δεύτερο “θάνατο”;

Πράγματι κυκλοφορεί σε δύο εκδόσεις βινυλίου από την Sound Effect και ψηφιακά από εμάς τους ίδιους σε όλες τις πλατφόρμες. Με το συγκεκριμένο label έχουμε σχέσεις χρόνια και για να είμαστε δίκαιοι, έπαιξε κομβικό ρόλο στο να “ξεκουνηθούμε” και να πραγματοποιήσουμε την ηχογράφηση του album καθότι πίστευε πάντα σε εμάς. Όσον αφορά γενικότερα το βινύλιο και έχοντας την εμπειρία να το πω, πιστεύω πως έχει μέλλον, αρκεί να το ανακαλύψουν ακόμα περισσότερο οι νεότερες γενιές, πράγμα που δείχνει να συμβαίνει αργά αλλά σταθερά. Αυτή τη στιγμή η αγορά του στηρίζεται κατά κύριο λόγο στους μουσικόφιλους άνω των 35-40. Φυσικά υπάρχει και το στοιχείο της “μόδας” αλλά το ότι τελικά επιβίωσε και επανήλθε εδώ και χρόνια πια, την στιγμή που έδειχνε ότι κοντεύει να “πεθάνει”, προσωπικά με κάνει αισιόδοξο για τη συνέχεια του έστω και για μερίδα της μουσικής αγοράς. Αυτό βέβαια που θα πρέπει να βελτιωθεί και άμεσα ώστε να επιβιώσει στα σίγουρα, είναι οι τιμές του. Έχουν ξεφύγει αρκετά προς τα πάνω και αυτό δεν βοηθάει…

Έχετε προγραμματισμένη μια ζωντανή εμφάνιση στις 10 Ιανουαρίου στην Αθήνα μαζί με τους Headquake και Penny Dreadful. Τι να περιμένουν οι φίλοι σας από αυτό το live; Υπάρχουν σχέδια για περισσότερες συναυλίες το ερχόμενο διάστημα;

Πράγματι εμφανιζόμαστε στο Underathens το Σάββατο 10 Γενάρη, μαζί με τους εξαιρετικούς Headquake που επίσης παρουσιάζουν το νέο τους album και με special guests τη σταθερή αξία της Αθηναϊκής σκηνής με το όνομα Penny Dreadful! Θα παίξουμε όλο το ντεμπούτο μας και αν προλάβουμε ίσως και κάτι παραπάνω σε ακυκλοφόρητο υλικό. Σίγουρα θα είναι μια δυναμική βραδιά-γιορτή με την διπλή παρουσίαση και με γνήσιο rock n roll χαρακτήρα! Προς το παρόν δεν έχουμε προγραμματισμένο κάτι άλλο σε ζωντανές εμφανίσεις, αλλά ο στόχος είναι να παίξουμε όσο περισσότερο μπορούμε γιατί Widow Pit = live!

Πέτρο, σε ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου! O επίλογος δικός σου.

Γιώργο και εμείς σε ευχαριστούμε με τη σειρά μας για την τιμή και το βήμα που μας έδωσες! Είναι μεγάλη χαρά για εμάς αυτό που συμβαίνει μέχρι τώρα, μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτο μας και ελπίζουμε να πάει και ακόμα καλύτερα! Εύχομαι καλή και δημιουργική χρονιά σε όλους και σας περιμένουμε 10 Γενάρη στο Underathens!

Facebook
Bandcamp


Avatar photo
About Γιώργος Μπατσαούρας 563 Articles
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μεσολόγγι, ενώ τα προεφηβικά του χρόνια τα πέρασε αντιγράφοντας ραδιοφωνικές εκπομπές και μουσικά albums σε ενενηντάρες TDK κασέτες. Ο ουρανός έπεσε στο κεφάλι του όταν πρωτοάκουσε το "Use Your Illusion II" των Guns N’ Roses και είδε το video της live εκδοχής του "Child In Time" στο κρατικό κανάλι. Τα πρώτα του χαρτζιλίκια τα επένδυσε στα τοπικά δισκοπωλεία αγοράζοντας δίσκους (και μόνο από το εξώφυλλο), ενώ με το πέρασμα του χρόνου τα μουσικά του ακούσματα επεκτάθηκαν over the rainbow σε περισσότερα hard rock, metal και desert μονοπάτια. Με τα ηχεία στα αυτιά και το κάθε είδος rock μουσικής στο κεφάλι, αντιμετώπισε τις κάθε λογής θαλασσοταραχές. Τα hobbies του πέρα από το αδυσώπητο κυνήγι συναυλιών, αποτελούν τα ταξίδια μέσα από τις σελίδες του Ανυπότακτου Γαλάτη, του θαυμαστού κόσμου του Τόλκιν και των βιβλίων ιστορίας καθώς και η χωρίς ντροπή κατανάλωση b-movies με νεκροζώντανους. Στο τέλος της ημέρας επαναλαμβάνει σαν προσευχή τα λόγια του θείου Lemmy "The Chase Is Better Than the Catch" και προσπαθεί την επόμενη να τα κάνει πράξη.