THROWBACK CONCERT MEMORIES: RUSH (2/6/13) Ziggo Dom, Amsterdam

Γυρίζουμε το ρολόι της μνήμης μας πίσω, και ποντάροντας περισσότερο στο ευαίσθητο προσωπικό φίλτρο και ελάχιστα στην απόχρωση της ανταπόκρισης, ανακαλούμε συναυλίες που μας σημάδεψαν, μας γέμισαν επίμονες εικόνες και άφθαρτους ήχους, και κάπου βαθιά στις δίπλες της πιο μακρινής ενδόμυχης ομολογίας, ίσως να  μας άλλαξαν. Ίσως αυτές οι επιστροφές να είναι και μια μορφή παραδοχής γι’ αυτό.

Αμέτρητες φορές στη ζωή μου σιγοτραγούδησα μαζί με τη στερεοφωνική φωνή του Geddy Lee “…the point of the journey is not to arrive”, αυτή τη φορά όμως ήμουν αποφασισμένος να διαφωνήσω. Η πτήση από Νέα Αγχίαλο προς Βρυξέλλες και η οδική διαδρομή από εκεί στο Amsterdam, νωρίς την Κυριακή 2 Ιουνίου είχαν έναν και μοναδικό σκοπό με τον περιορισμό θρησκευτικού φανατισμού, όσο κι αν αυτό πήγαινε κόντρα στον ορθολογισμό της “αγίας τριάδας” του προοδευτικού rock.

Ο μαύρος σκληρός ορθογώνιος όγκος του “Ziggo Dome” εμφανίστηκε, καθώς στρίψαμε προς το υπόγειο πάρκινγκ κάτω από το “Amsterdam Arena”. Αφήνοντας το αυτοκίνητο στον άδειο ακόμα χώρο του, περπατήσαμε βιαστικά δίπλα από το “Heineken Music Hall” και με το μετρό βρεθήκαμε στο κέντρο της πόλης. Ο γαλάζιος ουρανός εκείνης της μέρας περιλάμβανε περιοδικά αρκετούς λεκέδες από άκακα σύννεφα και η μακρινή βιαστική του εντύπωση είχε οπτικά μια “χάρη υπό πίεση”, τουλάχιστον για μας που είχαμε αρχίσει για τα καλά να σπρώχνουμε τα ψευδοτουριστικά μας βήματα, “υπό την επήρεια του σκοπού”…Οι λίγες ώρες ελεύθερου χρόνου πέρασαν όπως ακριβώς θέλαμε, Γ-Ρ-Η-Γ-Ο-Ρ-Α, κι όσο πλήθαιναν στο κέντρο οι κάθε λογής εθνικότητας οπαδοί του γκρουπ συμπληρώνοντας παράλληλα τη μεγαλύτερη συλλογή από T-shirts, τόσο πιο ανυπόμονοι γινόμαστε…Επιστρέψαμε στον χώρο του Ziggo, λίγο περισσότερο από δύο ώρες πριν την επίσημη έναρξη της συναυλίας. Οι μπυραρίες-καφέ στους κοντινούς χώρους, ήδη γεμάτες από στολισμένους οπαδούς έπαιζαν Rush, άλλες ακατάπαυστα, άλλες με εναλλαγή ενός τραγουδιού των Rush με κάτι άλλο, σα να έκαναν ένα αλλόκοτο μουσικό crash-test…

Στηθήκαμε σχετικά γρήγορα στην ουρά που άρχισε να μακραίνει και γρήγορα άγγιξε τον τοίχο του Arena… Περίπου μία ώρα πριν την έναρξη επιτέλους οι πόρτες άνοιξαν υπό τις επευφημίες ενός πυρήνα σκληροπυρηνικών που φώναζαν συνεχώς συνθήματα και ανέμιζαν καναδικές σημαίες. Πολύ γρήγορα βρεθήκαμε στο εσωτερικό και διασχίζοντας τον ευρύχωρο κύριο διάδρομο σταματήσαμε  στον χώρο του merch για να χαζέψουμε με την ησυχία μας τους μάλλον “τσιμπημένους” πειρασμούς που είχαν απλώσει μπροστά μας. Σε αυτό το χώρο συναντήσαμε κι άλλους Έλληνες που έκαναν κι αυτοί το ταξίδι αποκλειστικά για τη μπάντα και ξεκίνησαν όλες αυτές οι συζητήσεις της αυτόματης οικειότητας που προσφέρει ο κοινός σκοπός με τις διαφωνίες για τις προτιμήσεις στις περιόδους των Rush να επιβεβαιώνουν απλά πως υπήρξαν μια τεράστια μπάντα σε όλη τη διάρκεια της καριέρας τους.

Αφού βρέξαμε παραδοσιακά το λαρύγγι μας με μπύρα βρεθήκαμε στην αρένα του Ziggo έχοντας μια αρκετά καλή επαφή με τη σκηνή. Το κοινό ήταν, όπως αναμένονταν άλλωστε, με αρκετά μεγάλο μέσο όρο ηλικίας αν και η κληρονομιά των Rush συχνά περνούσε από το πατέρα στο γιό ή την κόρη σε όμορφα στιγμιότυπα κοινής “ενδυματολογίας” παρά το χάσμα γενεών. Όπως διαπιστώσαμε σε σύντομες κουβεντούλες με τους γύρω μας -που γρήγορα μας ρώτησαν από που είμαστε- σχεδόν όλοι είχαν έναν σεβαστό διψήφιο αριθμό παρουσιών σε συναυλίες του γκρουπ κι ένας τύπος δίπλα μας τους είχε δει και δύο βράδια πριν στη Γλασκώβη. Μου δόθηκε έτσι τουλάχιστον μια σοβαρή δικαιολογία για να αντιμετωπίσω ψύχραιμα τη μετριοπάθεια στις αντιδράσεις τους στην περισσότερη διάρκεια της συναυλίας, σε σύγκριση με τη δική μας τυπικά θορυβώδη και κινητική παρουσία.

Το όμορφο, παλιάς απόχρωσης, αυτοσαρκαστικό βίντεο της εισαγωγής ανέβασε τον πυρετό…Οι τρεις σκιές φάνηκαν να κινούνται στη σκηνή, οι φωνές δυνάμωσαν και το γεωμετρικό πεντάγραμμο των Rush απλώθηκε σε όλο του το μεγαλείο: “Subdivisions”, δέος και ανατριχίλα…Το πλήθος, κάτι περισσότερο από 10000 πιστοί τους υποδέχεται όπως αξίζει στους μοναδικούς εγγυητές γι’ αυτά που θα ακολουθήσουν για περισσότερο από δύο ώρες . Η εμφάνιση των Rush έχει δύο τεράστια μέρη που αλληλεπιδρούν κι αλληλοσυμπληρώνονται. Το πρώτο είναι το τεχνικό, οργανωτικό τμήμα με την τεράστια σκηνή ,το φωτισμό, τις προβολές των βίντεο, τα εφέ, την προσθήκη της ορχήστρας εγχόρδων στο δεύτερο μέρος της συναυλίας και φυσικά ο συνολικός, μυθικός ήχος με μια απίθανη διαύγεια. Όλα αυτά όμως υπάρχουν για να υποστηρίξουν την πραγματικότητα, την καρδιά της ουσίας, τη σάρκινη αλήθεια αυτού που κωδικά ονομάζεται “R-U-S-H”: τρεις πεινασμένοι ακόμα μουσικοί που έχουν το αστείρευτο βάθος να αισθάνονται τις συνθέσεις τους στη ζωντανή αναπαραγωγή, τρεις μουσικοί που η δεξιοτεχνία τους ακόμα υποστηρίζει με την ίδια συνέπεια και ακρίβεια τη επιλογή μιας ολόκληρης καριέρας σε ένα ιδιότροπο, απαιτητικό μονοπάτι. Έχει τελικά τεράστια σημασία να αισθάνεσαι την ανθρώπινη αναπνοή και αγωνία μιας τριάδας ανθρώπων που τελικά χαλιναγωγούν, τιθασεύουν το τεχνοκρατικό κτήνος που έχουν χτίσει γύρω τους και το κουμαντάρουν να υπηρετήσει τη δική τους αλήθεια. Η πρώτη συναρπαστική διαπίστωση αυτής της βραδιάς είναι πως οι Rush είναι ακόμα αληθινοί, ζωντανοί, ισχυροί, δεν κρύβονται πίσω από προκάτ show, γιατί απλά δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα, ούτε καν τις αδυναμίες του ίδιου τους του κοινού. Η δεύτερη συναρπαστική διαπίστωση της βραδιάς είναι καθαρά προσωπική κι έχει να κάνει με τη δική μου εμμονή στην περίοδο των 80’s ,την περίοδο των πλήκτρων για κάποιους. Το setlist της βραδιάς χαρίζει τη μερίδα του λέοντος σε εκείνη την περίοδο, εξαιρώντας φυσικά την παρουσίαση του “Clockwork Angels” στο δεύτερο μέρος του live.

Πάντα μέσα σε αυτό το τεράστιο προσωπικό μουσικό σακούλι που η τεχνοκρατική προσέγγιση συγκατοικούσε σε αρμονία με το συναίσθημα οι Rush είχαν τη μερίδα του λέοντος και τα γενναία φουτουριστικά τους άλμπουμς τεντώνουν για πάντα την αντίληψή μου μαζί με το “Rage For Order” των Queensryche, το “Perfect Symmetry” των Fates Warning και το “A Sense Of Change” των Sieges Even. Οι κύριοι Lee, Lifeson και Peart ζωντάνεψαν τη διαστημική αρτιότητα του ακόμα παρεξηγημένου “Powerwindows” με μια επίκαιρη φυσικότητα που δεν σήκωνε αμφισβητήσεις. The Big Money, Grand Designs, Territories και Manhattan Project!!!…Για να είμαι ειλικρινής, πήγα διαβασμένος όμως τα σκονάκια των setlists από τα προηγούμενα βράδια δεν ήταν ικανά να μετριάσουν τον ενθουσιασμό όταν όλη η σκηνή πλημμυρίζει από μουσικές εξισώσεις. Το μοναδικό που έλειψε για να συναντηθώ με το θεό μέσα στο Ziggo ήταν το θρυλικό “Middletown Dreams” που εναλλασσόταν στο setlist και δεν μας κάθισε τελικά. Όμως δεν ήταν και λίγες τελικά οι στιγμές που μας σήκωσαν ψηλότερα από το πάτωμα του Ziggo.

Στο πρώτο μέρος δύο τεράστια συναισθηματικά χαρτιά μας έκαναν να χάσουμε αντιστάσεις: ο Lee χειρίστηκε το “Analog Kid” με χειρουργική ευαισθησία και ο Lifeson πρόσθεσε στο “Bravado” μια όμορφη κιθαριστική ουρά…Στο δεύτερο μέρος το πελώριο “Red Sector A” απογειώθηκε από τους φιδίσιους ελιγμούς των εγχόρδων ενώ ακόμα και οι εκρήξεις είχαν ψυχή. Όμως η νύχτα άνοιξε πραγματικά στα δύο στο “The Garden”…”Ένα από τα αγαπημένα μας” είπε με νόημα ο Lee και κανείς εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε έστω να υποθέσει το ειδικό βάρος ενός τόσο νέου σε “ηλικία” τραγουδιού, ενός αυστηρά στουντιακού τραγουδιού που είχε μια ξεχωριστή αποστολή. Το άμεσο μέλλον χάθηκε σε μια ανάμνηση, μια πολύτιμη φέτα χρόνου περίπου επτάμισι λεπτών ήταν η αναμφισβήτητη συναισθηματική κορύφωση αυτής της νύχτας. Το τέλος του δρόμου, η ανασκόπηση, η αντίληψη, το βάρος της απλής αλήθειας.

Στο encore, το μυθικό πια “Tom Sawyer” αφύπνισε το κοινό στο σύνολό του που ζωήρεψε και στα μέρη από το 2112…Μέχρι να γουρλώσουμε τα μάτια για να πιστέψουμε ότι τέλειωσε, οι τρεις ξεχωριστές σκιές χάθηκαν στο πίσω μέρος της σκηνής. Λίγα λεπτά αργότερα στηθήκαμε μπροστά της να φωτογραφηθούμε, ακόμα ζαλισμένοι και ανέτοιμοι να διαχειριστούμε το βάρος αυτού που είχαμε να πάρουμε πίσω μαζί μας. Έξω από το Ziggo ακούσαμε άλλη μια παρέα να παραμιλά Ελληνικά και παραμιλήσαμε για λίγη ώρα όλοι μαζί…

Μετά τα μεσάνυχτα το αυτοκίνητο όρμησε στο δρόμο για τις Βρυξέλλες και οι ψυχροί οικοδομικοί όγκοι του νοτιοανατολικού Amsterdam χάθηκαν πίσω μας στο σκοτάδι. Το ελαφρύ συριστικό βούισμα στα αυτιά ταξίδευε μαζί μας κι όχι μόνο αυτό. Κάπου πίσω μας ο κήπος τριών ξεχωριστών καλύτερων ανθρώπων άνθιζε κι άλλο με τα μυστικά αόρατα νερά της ανταπόδοσης. “Αγάπη και σεβασμός…”

        Set 1

        Subdivisions

        The Big Money

        Force Ten

        Grand Designs

        Limelight

        Territories

        The Analog Kid

        Bravado

        Where’s My Thing?

        (With Drum Solo)

        Far Cry

        Set 2

        Caravan

        Clockwork Angels

        The Anarchist

        Carnies

        The Wreckers

        Headlong Flight

        (With short Drum Solo)

        Halo Effect

        Seven Cities of Gold

        The Garden

        Manhattan Project

        Drum Solo

        (The Percussor)

        Red Sector A

        YYZ

        The Spirit of Radio

        Encore:

        Tom Sawyer

        2112 Part I: Overture

        2112 Part II: The Temples of Syrinx

        2112 Part VII: Grand Finale

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1403 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.