Όταν το δίδυμο των Summoning παραδίδει στον κόσμο το “Minas Morgul” στα μέσα του Οκτώβρη του 1995, βαδίζει στις χαρτογραφημένες περιοχές του J.R.R. Tolkien όπως οι ήρωές του ταξιδεύουν με σφρίγος και αποφασιστικότητα προς το Νότο. Πίσω της ωστόσο δεν απλώνεται η γνώριμη γεωγραφία του black metal των βόρειων αφιλόξενων δασών και των παγερών φιόρδ. Ηχητικά η μπάντα από τα εδάφη της Αυστρίας παρελαύνει με ένα αίσιο άνεμο στο πλευρό της, έναν άνεμο αρχαίο που δεν υπακούει σε σύνορα, είδη ή σε κανόνες. Οδοιπορούν σε αχαρτογράφητες γαίες με πυξίδα το black metal μεν, την επική μουσική από όποιο μουσικό είδος προέρχεται αυτή δε.
Συνέπεια αυτού είναι να παραδώσουν ένα αποτέλεσμα, που κερδίζει το σεβασμό τόσο των οπαδών του ακραίου στρωμάτων αλλά και των ανθρώπων που αγάπησαν το επικό στοιχείο που δύσκολα το εντοπίζει κάποιος εκείνα τα χρόνια στο μαυρομεταλλικό χώρο. Αναμφίβολα οι αναφορές στον Tolkien προσδίδουν μια ιδιαίτερη πρωτοτυπία που συνενώνουν ακόμα περισσότερες μεταλλικές φυλές.
Ο Βιεννέζος Michael Gregor ή όπως όλοι τον γνωρίζουμε ως Silenius, δεν είχε ποτέ του κάποιο θέμα να αποκαλύψει τις επιρροές και τη θεματολογία των Summoning: “Το στιχουργικό και μουσικό κομμάτι βασίζεται στη Μέση Γη του Tolkien, περιγράφοντας μάχες και όχι μόνο, από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και το Σιλμαρίλιον. Οι μουσικές μου επιρροές κρατάνε από τα 80’s και από συγκροτήματα όπως οι Candlemass που μου έδειξαν πώς να ακούγεσαι heavy και επικός χωρίς να είσαι γρήγορος, οι Manilla Road, οι Cirith Ungol, οι Sacrilege και φυσικά οι Bathory”. Πιο συγκεκριμένα έχει παραδεχθεί πως η έκρηξη στις αισθήσεις του ξεκίνησαν όταν έπεσε στα χέρια του το “Blood, Fire, Death” των τελευταίων. “Αυτό ήταν το καμπανάκι για μένα” έχει πει ενδεικτικά σε μια παλαιότερη συνέντευξη προσθέτοντας πως το να ιδρύσει δικό του σχήμα ήρθε με το δεύτερο κύμα του Black Metal, το δεύτερο ξεπέταγμα των Darkthrone όπως και τις πρώτες αρχέγονες κραυγές των Burzum. Συνειδητοποιεί πως η ακραία έκφραση δεν αναιρεί την επική αφήγηση και τούμπαλιν. Επιρροών συνέχειας, ο ίδιος το ’96 τονίζει πως περισσότερο προτιμάει την τελετουργική μουσική και σχήματα της Cold Meat Industries, επιρροές που θα ξεχωρίσεις στους Summoning από το 2000 και έπειτα.

Δεν είναι τυχαία η δήλωση του πως όχι μόνο οι στίχοι αλλά και το μουσικό μέρος βασίζεται στη Μέση Γη. Αν προσέξεις τη δουλειά που έχει γίνει στα “κρουστά” του “Minas Morgul”, συμφωνείς πως αν υπήρχε ένας τέτοιος τόπος, αυτές ακριβώς τις τυμπανοκρουσίες θα άκουγες. Στο δεύτερο δίσκο των Summoning οι κιθάρες παραιτούνται από τον θρόνο που συνήθως κατέχουν σε κάθε μεταλλικό δίσκο. Όχι εδώ όμως. Εδώ ο ρόλος είναι επικουρικός με τα percussion σε συνδυασμό με το τομέα των πλήκτρων να κατέχουν τα ηνία. Ομολογουμένως κλέβουν την παράσταση.
Φήμες θέλουν τον έτερο της δυάδας και συντοπίτη του Silenius, που ακούει στο ψευδώνυμο “Protector” (Richard Lederer) να μην έχει στην κατοχή καν δική του κιθάρα. Ο ίδιος ποτέ δεν τις διέψευσε. Οι δυο τους υποστηρίζουν πως πάντα έγραφαν ανάμεσα σε studio sessions και μάλιστα με δανεικά όργανα. Ίσως γι’ αυτό στα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στα 90’s επικρατεί μια τέτοια παρεμφερής ατμόσφαιρα.

Silenius και Protector έχουν αποκτήσει μια παλαιότητα στο χώρο με πρωτεύουσες συμμετοχές σε γνωστές black metal μπάντες όπως οι Abigor αλλά και πιο πειραματικά σχήματα (Pazuzu, Die Verbannten Kinder Evas). Βασικό κίνητρο της σύστασης των Summoning είναι οι αποστάσεις που θέλουν να πάρουν από το αυστηρά σατανικό concept των πρώτων. Σαν μεγάλοι οπαδοί της φανταστικής λογοτεχνίας και του νονού του ιδιώματος, του Tolkien δε δυσκολεύτηκαν να… δέσουν το γλυκό. Το ντεμπούτο τους σαν Summoning αφήνει να διαφανεί ένα μέρος του οράματός αν και το “Lugburz” της ίδιας χρονιάς (!!) χάνει σε πολλούς τομείς. Ένας βασικότατος ήταν τα τύμπανα που αναφέρουμε παραπάνω. Ο φυσικός drummer (Trifixion), περισσότερο ζημιά κάνει και με το πέρας αποχωρεί και όχι σαν φίλος.
Οι δυο τους σαν εναπομείναντα μέλη, αποφασίζουν να αφαιρέσουν αντί να προσθέσουν όσον αφορά τα φυσικά όργανα. Κάποιες ιδέες είχαν γραφτεί την περίοδο του πρώτου άλμπουμ αλλά ενστικτωδώς έμειναν έξω. Επίσης σε σχέση με το “Lugburz” Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στα πλήκτρα και όχι στο μπάσο και την κιθάρα σύμφωνα με τη συνήθη metal μεθοδολογία. Γνωρίζανε καλά πως πάνε ενάντια στα πιστεύω του metal, από την άλλη πλευρά όμως η άνοδος του Black Metal διέγραψε πολλούς άγραφους νόμους.
Στο “Minas Morgul” που ξεπήδησε μόλις 6 μήνες από το ντεμπούτο τους, η πρόοδος είναι εντυπωσιακή. Αποτελεί το σημείο-μηδέν για την ταυτότητα της μπάντας και χαρακτηριστικό είναι πως οι περισσότεροι οπαδοί τους το αναγνωρίζουν σαν επίσημο πρώτο άλμπουμ των Summoning. Δικαιολογημένα αφού εκεί παγιώθηκε ο βασικός o ήχος που τους έκανε διάσημους και θα τους ακολουθούσε για καιρό. Ένα σεβντά έχω και γω σαν ακροατής και ακόμα τον περιμένω, την επανηχογράφηση του πρώτου τους δίσκου με το ύφος που ακολούθησαν από το ’95 και μετά.

Το είχε επιβεβαιώσει και ο Protector σε μια συνέντευξη το 2001 πως το πιο ενοχλητικό ήταν τα φυσικά drums και πως οι αληθινοί Summoning ξεκίνησαν με την αποχώρηση του drummer. “Βαρέθηκα αυτό το στάνταρντ χτύπημα στα τύμπανα. Θέλω να δημιουργώ ρυθμούς που να μεταδίδουν το συναίσθημα των αρχαίων χρόνων” είχε καταλήξει ο Αυστριακός πολυοργανίστας. Και αυτό καταφέρνει μαζί με τον συνοδοιπόρο του στο “Minas Morgul”.
Για τον διάδοχο του “Lugburz” τα δυο μέλη βρίσκονται πολλές ώρες μπροστά από ένα PC χρησιμοποιώντας midi μεθόδους. Γράφεται πρώτα η μουσική και τα φωνητικά προστίθενται τελευταία. Ένα στοιχείο που μου αρέσει είναι πως και οι δυο παίρνουν θέση πίσω από το μικρόφωνο, μοιράζοντας τις ερμηνείες. Ο Silenius με τα πιο τσιριχτά vocals και ο Protector τα γρυλλιστά, προσδίδουν ποικιλία και σε αυτό τον τομέα σα να αφουγκράζεσαι από δύο διαφορετικές σκοπιές το ίδιο σκοτάδι. Όλα αυτά με περιτύλιγμα μια τίμια παραγωγή. Δεν ακούγεται overproduced αλλά ούτε και πρόχειρη.

One Ring to rule them all, One Ring to find them,
One Ring to bring them all, And in the darkness bind them
Το αποτέλεσμα εκπληκτικό. Ένας επικομεταλλάς, ένας μπλακμεταλλάς και ένας fan του Tolkien μπαίνουν σε ένα bar: ε, αυτό είναι η μουσική των Summoning. Το drum programming και τα φαινομενικά φθηνιάρικα μεσαιωνικά synth δομούν την ασπίδα μιας συγκλονιστικής ατμόσφαιρας που κάθε fan του “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών” θα εκτιμήσει και ας μην έχει ακούσει νότα από heavy metal.
Το “Minas Morgul” περιέχει και δυο instrumental συνθέσεις που είναι παντελώς βασισμένες στα keyboards (Soul Wandering, Orthanc) όχι “σπάζοντας”, αλλά αποσυμφορίζοντας το σκληρό μαυρομεταλλικό περίβλημα. Μιλάμε άλλωστε για τις εποχές που ακούγαμε synths και κάτι παθαίναμε πόσο δε την ατμοσφαιρική και επαναληπτική, σχεδόν μυσταγωγική μουσική των Summoning που αν σφαλίσεις τα βλέφαρα νιώθεις το απειλητικό μάτι του Σάουρον να σε κατασκοπεύει, να περιπλανιέσαι ως κομμάτι της εποποιίας της Πρώτης Εποχής, να αντικρίζεις με την ολότητα της ύπαρξης σου το άνοιγμα αρχαίων πυλών.
Αναφέραμε επανειλημμένα πως το colpo grosco έγινε με τα τύμπανα και την αποτίναξη του ανθρώπινου παράγοντα μέσω του drum programming. Καθάρια πολεμικά τύμπανα εκστρατείας. Οι κρότοι που χρησιμοποιούνται και συνοδεύουν ρυθμικά τα ψεύτικα τύμπανα είναι μια πανέξυπνη ιδέα εκτοξεύοντας το επικόμετρο στα επίπεδα του κόκκινου. Σε πηγαίνουν στις μάχες του Dol Guldur (Through the Forest of Dol Guldur) και των Pelennor Fields ανάμεσα σε άλογα που ορμούν και σε ματωμένες σημαίες που ανεμίζουν. Χαμηλά στο αρχαίο δάσος του Λοθλόριεν και ψηλά στα Βουνά της Ομίχλης εκεί όπου ο άνεμος σφυρίζει σαν μαινόμενο κτήνος.
Είναι η καλύτερη μουσική συνοδεία για το οποιοδήποτε fantasy game. Στο “Dor Daedeloth” δε γίνεται να μην παρατηρήσω με ευχάριστη έκπληξη το παρεμφερές drum programming των In The Nursery. Οι ρυθμοί των μεγάλων σε διάρκεια συνθέσεων σε ξεσηκώνουν να πιάσεις ακόμα και το μαχαίρι που αλείφεις το βούτυρο και να βαδίσεις περίτρανα στο σαλόνι σου σα να αποτελείς μέρος μιας απέραντης λεγεώνας που κατηφορίζει για να συναντήσει το πεπρωμένο της. Το “Marching Homewards” σου βγάζει έντονα αυτό το συναίσθημα όπως και μια σκοτεινή μελαγχολία που σε καταπονεί όταν πετυχαίνεις μια νίκη με βαρύ τίμημα. Μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μελωδίες της καριέρας τους που δεν υμνεί τη δόξα αλλά όσους έμειναν πίσω.
Στο εξώφυλλο στέκεται απειλητικά το Minas Morgul, το φρούριο που ονομάζονταν αρχικά Minas Ithil. Υποδουλώθηκε όμως από τα στρατεύματα του Sauron στη μεγαλύτερη μάχη της τρίτης εποχής και ονομάστηκε ο Πύργος της Μαύρης Μαγείας. Δίνει το στίγμα του διδύμου των συνθετών που προσηλώνεται σε όλες τις δυνάμεις που δρουν έξω από το φως, αντίλαλοι από βουνά και κοιλάδες όπου το φως σπανίζει κι όμως δεν έχει ακόμα σβήσει. Είναι φωνές που μοιάζουν να αντηχούν μέσα από τις κατακόμβες της ίδιας της Minas Morgul, διαβρωμένες από μαγεία και αιώνια υποταγή στο ατέρμονο σκοτάδι.
Αυτό το φρούριο δεσπόζει καταμεσής των χιονισμένων βουνοπλαγιών που θυμίζουν αυστριακά τοπία. Η Αυστρία δεν ονομάζεται τυχαία “Land der Berge” (Η χώρα των βουνών), χωρίς να γνωρίζω αν υπάρχει κάποια συνειδητή οπτική σύνδεση. Οι στίχοι προφανώς δεν αναφέρουν κάτι για τη χώρα που προέρχεται αυτό το εξαιρετικό δίδυμο μουσικών αλλά είναι ποιήματα του Tolkien, προσεκτικά διαλεγμένα. Είναι ποιήματα που συγκεντρώνουν και τονίζουν την πιο σκοτεινή και βλαβερή πλευρά της Μέσης Γης. Δε το βλέπω σαν αντίδραση αλλά σαν αλληλεπίδραση στο σατανικό ύφος των προηγούμενων μπαντών τους, χωρίς να αποσκοπούν στη ζεύξη αλλά το ακριβώς αντίθετο όπως ειπώθηκε παραπάνω.

Μην υποπέσεις σε σφάλμα να προσεγγίσεις τον πρωταγωνιστή αυτού του αφιερώματος ως ένα metal άλμπουμ. Θα αφουγκραστείς τη μουσική και θα διαβάσεις προσεκτικά τους στίχους του “Minas Morgul”, εκεί όπου κάθε λέξη κουβαλά το βάρος χαμένων βασιλείων και προδομένων όρκων. Ακούς τα ποδοβολητά του όταν ιππεύει στο πλάι σου, ακούραστος συμπαραστάτης και αχώριστος συνοδοιπόρος θωρακίζοντάς σε για να βγεις όσο πιο αλώβητος γίνεται μέσα από τις εξουθενωτικές μάχες και τις χειμωνιάτικες παγωμένες νύκτες της Μέσης Γης.
Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης
