SOULFLY: “Chama”

ALBUM

Καθώς η χρονιά πλησιάζει προς το τέλος της, όλο και πιο δυνατές κυκλοφορίες θα έρχονται στο προσκήνιο και θα δημιουργούν νέους πονοκεφάλους για τις τελικές μας λίστες με τα «καλύτερα του 2026». Μια τέτοια σημαντική δισκογραφική δουλειά αποτελεί και το 13ο album των Soulfly, το οποίο κυκλοφόρησε στις 24 Οκτωβρίου 2025 από την Nuclear Blast Records. Ο τίτλος αυτού “Chama”, όπου στην πορτογαλικήν σημαίνει «φλόγα», και με θεματική που υπογραμμίζει την απόλυτη επιστροφή στις μουσικές ρίζες της μπάντας και το ανεπανάληπτο μεταλλικό θυμό και μένος που γουστάρουν οι οπαδοί τους.

Η παραγωγή, με τον Arthur Rizk στο τιμόνι αυτής και με συμμετοχή του γιου του Max, του Zyon Cavalera, δείχνει ότι η μπάντα προσπαθεί να συγκεράσει το παλιό με το πιο φρέσκο κι εξελίσσεται. Βαρύς ήχος, ογκώδης, συμπαγής, αλλά ζωντανός, όχι βρώμικος κι απόκοσμος. Με κάθε riff μοιάζει η γη ν’ ανοίγεται μπροστά μας. Μετά – αποκαλυπτικά ηχοτοπία, σε κάθε σύνθεση, σταθερά κι αναμενόμενα, καθόλου βαρετά, αλλά πορωτικά μέχρι το μεδούλι. Ο ήχος του δίσκου θυμίζει τις πιο δυνατές στιγμές του “Primitive” (2000) και του “Dark Ages” (2005), με τη διαφορά πως τώρα υπάρχει πειθαρχία. Εκεί που τότε ο Max «έβραζε», τώρα ελέγχει τη φωτιά του – τη φλόγα του και την εξωτερικεύει με τον ιδανικότερο, για το σήμερα, τρόπο.

Ο Cavalera φέρνει στο προσκήνιο τα φαντάσματα των ημερών μας, τα τροφοδοτεί και τα εξοβελίζει. Από το πρώτο λεπτό, το “Chama” αναδύει τη δική του θερμική δυναμική. Οι ρυθμοί του Zyon Cavalera δεν είναι απλώς tribal – είναι καυτές ρυθμικές ανάσες πριν την πύρινη λαίλαπα για την οποία μας προετοιμάζουν· groove, thrash, hardcore, death, όλα μαγειρεμένα σε ένα καζάνι που φαντάζει να βράζει χρόνια. Η μπάντα ανανεωμένη και δίχως υπερβολές πιο δεμένη από ποτέ, παίζει σα να βρίσκεται σε τελετουργία. Με αρκετές guest εμφανίσεις σημαντικών ονομάτων να κάνουν αισθητή την παρουσία τους (όπως Dino Cazares, Michael Amott), που δε παίζουν επ’ ουδενί ρόλο κράχτη, αλλά ενσωματώνονται πλήρως στο ύφος του άλμπουμ.

Αναμφίβολα δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια μουσική υπέρβαση, εντούτοις οι industrial, nu και groove metal επιρροές, ενταγμένες στην Soulfly – φόρμουλα, είναι αρκετές για να μας γραπώσουν. Επίσης ένα ατού προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και όλου του πονήματος, είναι και η μικρή διάρκεια των κομματιών, που μέσα σε λιγότερο από 35 λεπτά το καθιστούν εθιστικό και προκαλούν τους ακροατές προς επανάληψη της ακρόασης. Να το λιώσουν, δηλαδή, όπως λιώναμε το πάλαι ποτέ τις κασέτες.

Τα “Indigenous Inquisition”, “Favela/Dystopia” και “Chama” αναδεικνύουν έναν Max που δεν ξεχνά ούτε τις ρίζες του, ούτε τον θυμό του για το πως έχει γίνει ο κόσμος. Είναι ένα έργο ευθύς εξ’ αρχής βαθιά πολιτισμικό και πολιτικό, με προφητική διάθεση, αλλά χωρίς επιτήδευση. Ο Max επικαλείται ονόματα εξαφανισμένων ιθαγενών φυλών ως πρόλογο σε μια αναμέτρηση, με βασικούς πυλώνες την πνευματικότητα, τη φύση και τις μορφές αντίστασης. Στο “Nihilist”, η συνεργασία με Todd Jones (Nails) φέρνει μια πιο δυνατή πλευρά τους με τις punk-thrash δυναμικές στιγμές και με αιχμή του δόρατος τα διαπεραστικά riff, να καθιστούν το κομμάτι ως μια σχεδόν παραληρηματική καταγγελία. Ενώ το κομμάτι με το μεγαλύτερο μουσικό «άνοιγμα», ίσως λόγω μεγαλύτερης διάρκειας (στα 4,5 λεπτά), είναι το “Black Hole Scum”, στο οποίο επιτυγχάνεται η απόλυτη καταβύθιση του ακροατή σε μονοπάτια του σκληρού ήχου, αριστοτεχνικά δοσμένα, ώστε ν’ ακολουθήσει η πιο συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή του album στο “Always Was, Always Will Be…”, το οποίο όντας πιο ρυθμικά ισορροπημένο, δημιουργεί μια αίσθηση στοχασμού λειτουργώντας εξισορροπιστικά.

Ως ετυμηγορία, λοιπόν, το “Chama” έρχεται για να επαναφέρει τους Soulfly στο προσκήνιο, θυμίζοντάς μας ποιοι υπήρξαν, ποιοι παραμένουν και γιατί η φλόγα τους καίει ακόμη. Είναι ένα album διεκδίκησης της ουσίας που πηγάζει μέσα από την ταυτότητα τους, την οργή τους, την αδιαμφισβήτητη πνευματικότητα τους, αλλά και της άσβεστης πολιτισμικής μνήμης τους. Με πυκνή διάρκεια, συμπαγή παραγωγή και ξεκάθαρη αφηγηματική γραμμή, το “Chama” είναι ένα τελετουργικό μονοπάτι που διασχίζεται χωρίς ανάσα και αφήνει στο τέλος την επίγευση ενός έργου που γνωρίζει καλά τι θέλει να πει και πώς να το πει.

Είδος: Groove metal, thrash metal, death metal, nu metal
Δισκογραφική: Nuclear Blast
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 24 Οκτωβρίου 2025

Official Web-Site
Instagram
Facebook   
Twitter
YouTube   

Avatar photo
About Παναγιώτης Σπυρόπουλος 106 Articles
Γεννήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 70 και μεγάλωσε στα Δυτικά της Αθήνας, γαλουχημένος με ρεμπέτικα και λαϊκά από το σπίτι, κλασική / λόγια μουσική στα ωδεία, τον σκληρό ήχο μιας οργισμένης κι επαναστατημένης εφηβείας, τα blues σε μια περίοδο ανώριμης εξέλιξης και από progressive metal ηχοτοπία σε φάση περισυλλογής. Προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα αντεστραμμένο κόσμο, απαλλαγμένος από τη δικτατορία των πεποιθήσεων των άλλων. Δε θα ερμηνεύσει την τέχνη στους δημιουργούς της, αλλά θα μοιραστεί τις εντυπώσεις που αποκόμισε μ’ ένα ευρύτερο κοινό.