SAXON: “Innocence Is No Excuse”

Ήταν ολοφάνερο πως οι Saxon είχαν κάνει μια φανερή κίνηση προσέγγισης του αμερικανικού κοινού με το άλμπουμ “Crusader” του 1984. Πέρα από την καθαρή αλλαγή πλεύσης στο υλικό τους, ηχογράφησαν για δεύτερη φορά στην Αμερική, και συγκεκριμένα στα Sound City Studios του Los Angeles, μετά τις ηχογραφήσεις για το “Power & the Glory” που είχαν γίνει στο Axis Sound στην Atlanta. Αυτή τη φορά όμως, μπροστά στην πρόκληση του έβδομου άλμπουμ τους, υπήρχε μια ακόμα μεγαλύτερη αλλαγή.

Ο κύκλος τους στην γαλλική δισκογραφική εταιρεία Carrere Records κλείνει επεισοδιακά με μια διαμάχη που μεταφέρεται στα δικαστήρια, και το νέο καταφύγιο του γκρουπ είναι η πολυεθνική EMI. Με την είσοδο του “Crusader” στο Billboard chart των Ηνωμένων Πολιτειών, οι Saxon επιχειρούν να εκμεταλλευτούν το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον των Αμερικανών οπαδών. Περιέργως όμως, αυτή τη φορά αποφασίζουν να ηχογραφήσουν το νέο τους υλικό στο Union Studio του Μονάχου. Όμως, με το σκεπτικό να οικειοποιηθούν κάποια στοιχεία από τον πετυχημένο pop metal ήχο των εξελιγμένων Def Leppard, ο παραγωγός Simon Hanhart θέτει σαν κυρίαρχο στόχο έναν φιλικά σμιλευμένο, ακόμα και ραδιοφωνικά γυαλισμένο ήχο.

Η μεγάλη διαφορά στη νέα απόπειρα ήταν η σαφής ομοιογένεια στις δυναμικές του δίσκου. Δεν υπήρχε κανένα “Crusader” στη λίστα, αλλά ταυτόχρονα δεν εμφανίστηκαν και οι απίθανες ανισότητες του προκατόχου του, που αποτέλεσαν άλλωστε και τη μεγάλη του παθογένεια. Και αν φαίνεται συχνά στη δομή και τα ριφ των τραγουδιών πως το γκρουπ αποπειράται να επαναφέρει το αρχικό metal ύφος του, αυτό γίνεται με έναν ήχο λαμπερό, στουντιακά πειθαρχημένο, και αποδεκτό από ευρύτερο πλήθος ακροατών. Ας μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε σε μια εποχή με αυστηρούς πυρήνες ακροατών, όπου οι μεγάλες αλλαγές πληρώνονται και χαρακτηρίζονται με αυστηρότητα ακόμα και ακρότητα. Έτσι, μετά το δεύτερο στη σειρά “ολίσθημα” της μπάντας, ένα μέρος των παραδοσιακών της οπαδών απογοητεύτηκε και τους γύρισε την πλάτη. Το ίδιο έκαναν και οι πιο δύσκαμπτοι κριτικοί της εποχής που τους καταλόγισαν αβασάνιστα το πολυφορεμένο τότε ξεπούλημα. Δεν αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη βέβαια, αν αναλογιστεί κανείς τον γνώριμο σωβινισμό των Βρετανών σε κάθε ζήτημα.

Με δέκα νέες συνθέσεις, το “Innocence Is No Excuse” βρέθηκε στα ράφια του κόσμου στις 2 Σεπτεμβρίου του 1985. Άφησε πίσω του τον ιδρυτικό μπασίστα Steve Dawson, ο οποίος αποχώρησε από το γκρουπ διαφωνώντας με την κατεύθυνση της μουσικής. Το περίεργο είναι πως ο Dawson είχε ενεργή συμμετοχή σε όλα τα τραγούδια του άλμπουμ. Ο Steve είχε εκφράσει τις απόψεις του σχετικά με την ιδέα της πρόσληψης ενός μεγάλου παραγωγού με κλειστά αυτιά για το επόμενο άλμπουμ και αυτό δεν έγινε δεκτό από το management των Saxon. Είχε πιέσει επίσης ώστε τα δικαιώματα της σύνθεσης των τραγουδιών να ανήκουν αποκλειστικά στους βασικούς συνθέτες αντί να μοιράζονται σε όλη τη μπάντα όπως γινόταν μέχρι τότε, οπότε αυτός και ο Bif έλαβαν το μεγαλύτερο μέρος των δικαιωμάτων για το “Innocence Is No Excuse”. Η αλήθεια είναι πως οι  Saxon θα δυσκολεύονταν να συνέλθουν από την απώλεια του Dawson για κάποια χρόνια.

Ο αρχικός υπαινιγμός για το περιεχόμενο υπήρχε απροκάλυπτα στο εξώφυλλο, όπου δέσποζε ένα ελκυστικό 17χρονο μοντέλο με το όνομα Marilyn, κρατώντας με πειρασμό έναν εμφανή υπαινιγμό στο μοιραίο μήλο της Εύας. Η εικόνας της σαγηνευτικής Marilyn, πολύ μακριά αισθητικά από κάθε προηγούμενη απόπειρα του γκρουπ, θύμιζε αισθητά αντίστοιχες απόπειρες των Scorpions. H ιδέα ήταν προϊόν του σχεδιαστή Nigel Thomas, ενώ τη φωτογράφιση έκανε ο Gered Mankowitz. Σύμφωνα με τον Dawson, η αρχική ιδέα ήταν η εικόνα μιας κοπέλας με δυο ζώνες με σφαίρες και ένα πολυβόλο AK-47 στα χέρια.

Η μπάντα με την υποστήριξη μιας μεγαλύτερης δισκογραφικής και την αναπόφευκτη αύξηση του προϋπολογισμού για την παραγωγή, πέτυχε έναν επίκαιρο και πολυτελή ήχο, που σίγουρα παρέπεμπε περισσότερο στην αγορά της Αμερικής και λιγότερο στο παραδοσιακό NWOBHM. Είχε υπαινιχθεί άλλωστε πως ο μάνατζερ των Saxon ήταν μεγάλος θαυμαστής των Def Leppard και ήταν αυτός που ώθησε το συγκρότημα σε μια παραγωγή που βασιζόταν σε φωνητικές αρμονίες, πλήκτρα και μεγάλα snare τύμπανα.

Παρά την προφανή έλλειψη εκπλήξεων, οι συνθέσεις εδώ είναι πιο σφιχτές και συνολικά ισορροπημένες, ενώ το δίδυμο των Graham Oliver και Paul Quinn έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Το ανθεμικό heavy rock που κυνήγησε το γκρουπ με την παράλληλη απαίτηση των μεγάλων αρένων παραδίδει κάποιους ανθεκτικούς ύμνους, όπως τα “Rockin’ Again”, ‘Rock ‘n’ Roll Gypsy”, “Call of the Wild” και “Back on the Streets”. Με δεδομένη και την πίεση της εταιρείας να εξαργυρώσει την επένδυση με μια ανάλογη εμπορική επιτυχία, οι Saxon έκαναν έναν ελιγμό ανάμεσα στα κλασικά δομικά τους υλικά, τον παραδοσιακό χαρακτήρα τους, και τον σύγχρονο hard rock άνεμο που φυσούσε κοντά στα χωράφια του ΑΟR. Σε μια κίνηση τακτικής, το γκρουπ παρατάσσει τα πιο παραδοσιακά και άμεσα τραγούδια του στο τελευταίο μέρος του δίσκου, με τα “Everybody Up”, “Raise Some Hell” και “Give It Everything You ‘ve Got” να αποδίδουν τιμές κάνοντας σεβαστές αναδρομές στην πρώιμη φλόγα τους.

Η καταπληκτική παρουσία του Byford σφραγίζεται εμφατικά στο σκεπτόμενο διαμάντι του άλμπουμ, τη σπουδαία μπαλάντα “Broken Heroes”, ένα αντιπολεμικό τραγούδι εμπνευσμένο από τον Πόλεμο των Φώκλαντ, αν και περιέχει σαφείς αναφορές σε προηγούμενες εμπόλεμες συρράξεις, ιδιαίτερα στον Πόλεμο του Βιετνάμ και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Πόλεμος των Νησιών Φώκλαντ του 1982 προέκυψε κυρίως κατ’ εντολή της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ με τον άθλιο και υστερόβουλο σκοπό της εξασφάλισης της επανεκλογής της, μια τακτική που τελικά στέφθηκε με επιτυχία. Ο Byford μισούσε τη Θάτσερ για λόγους που σχετίζονταν με την εσωτερική πολιτική, κυρίως τις τακτικές με τις οποίες συνέτριψε τη δύναμη των ανθρακωρύχων και (κατά την άποψή του) αποδεκάτισε τις κοινότητες των μεταλλωρύχων. Ο πατέρας του ήταν ανθρακωρύχος που είχε χάσει το ένα του χέρι σε εργατικό ατύχημα, και ο ίδιος ο Biff είχε εργαστεί για ένα σύντομο χρονικό διάστημα σε ένα ανθρακωρυχείο.

Το “Innocence Is No Excuse”, παρά την έντονη κριτική και αμφισβήτηση, κατάφερε να ανεβεί στο Top 40 του Ηνωμένου Βασιλείου. Και αν ο στόχος της EMI ήταν όντως οι Saxon να κάνουν την είσοδό τους στην Αμερική, μάλλον έκαναν με το δίσκο αυτό ένα υπολογίσιμο βήμα στην κατεύθυνση αυτή. Μέχρι σήμερα, κατατάσσεται στην υψηλότερη θέση από τα άλμπουμ του συγκροτήματος στο αμερικανικό Billboard Album Chart, στο Νο133. Η απόσταση του χρόνου έχει αποδώσει μια ψυχραιμότερη δικαιοσύνη στο άλμπουμ, μια σφιχτά σμιλευμένη γέφυρα ανάμεσα στα πρώτα χρόνια τους και στο “Destiny”, όταν κορυφώθηκε πια η απόπειρα των ραδιοφωνικών συνθέσεων.  

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1385 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.