Σχηματίστηκαν πριν από δέκα περίπου χρόνια στην Ιντιανάπολις των ΗΠΑ και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους album το 2018 (“Ultimate Force”), για να ακολουθήσουν από τότε αρκετές αλλαγές στο line up, με μοναδικούς εναπομείναντες τους σταθερούς πυλώνες Dee Wrathchild στα φωνητικά και Magnus LeGrand στο μπάσο. Δίπλα τους στις κιθάρες βρίσκονται οι Lynn St. Michaels (Lead) και Cvon Owens (Rhythm), ενώ στα τύμπανα ένας ακόμη νεοφερμένος ο Don Diamond.
Από το εξώφυλλο βλέπουμε μια μηχανή σε σχήμα καρδιάς να φλέγεται και τα πιστόνια της ν’ αστράφτουν, θυμίζοντας παραστάσεις από τις αρχές μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, πράγμα που ενισχύεται από την εμφάνιση των μελών με τα μαύρα δερμάτινα γεμάτα καρφιά ρούχα. Μια ξεκάθαρη Judas Priest αισθητική κάνει την εμφάνισή της, κυρίαρχη στα χρόνια άνθησης του είδους, φαίνεται ότι επανέρχεται αρκετά χρόνια μετά ζωντανεύοντας μνήμες, αρνούμενη να παραδοθεί στην φθορά του χρόνου και τις μόδες της εποχής. Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι μια κυκλοφορία 40 και πλέον ετών, μιας και είναι αδύνατον να παρατηρήσεις κάποιο στοιχείο που να κάνει αναγωγή στο σήμερα. Άλλωστε και η “αποστολή”, όπως περήφανα διατρανώνεται από τους “Sacred Leather”, είναι όχι μόνο να διασωθεί αυτήν η παρακαταθήκη, των αξιών του ανόθευτου παραδοσιακού heavy metal, αλλά να μεταλαμπαδευτεί με τον πιο διεξοδικό τρόπο στις νεότερες γενιές. Με αυτό λοιπόν το διακύβευμα παίρνει σάρκα και οστά το “Keep the Fire Burning” διάρκειας 40 περίπου λεπτών, με 10 κομμάτια συμπεριλαμβανομένου δύο εισαγωγών.
Η πρώτη instrumental εισαγωγή με τίτλο “Resurrection” ολιγόλεπτη, ανοίγει το δρόμο για δύο καταιγιστικές ομοβροντίες, που αποκαλύπτουν την αχαλίνωτη ορμή και την ατόφια ενέργεια του heavy metal, όταν ξεμύτισε απρόσκοπτα χωρίς αναστολές στο μουσικό προσκήνιο. Το “Spitfire at Night” ανάβει την φλόγα και κινείται με σπασμένα φρένα με έναν ξέφρενο ρυθμό, εμφανίζοντας συχνά πυκνά μια ακέραιη thrash δεινότητα, θυμίζοντας άλλοτε Priest και άλλοτε Agent Steel. Ο ήχος από τα πιο κρίσιμα χαρακτηριστικά του album είναι παντελώς ακατέργαστος, σχεδόν “βρώμικος” στο μεγαλύτερο μέρος του, ώστε να διαμορφώνεται πετυχημένα η ατμόσφαιρα του παρελθόντος. Ίσως προξενεί εντύπωση με τα σημερινά δεδομένα αλλά φαίνεται να λειτουργεί, ενώ η συνέχεια (“Phantom Highways”) είναι επίσης γεμάτη αστείρευτο πάθος και έντονο NWOBHM άρωμα, με τις κιθάρες να ξερνάνε κοφτά riffs και να επιδίδονται σε ατελείωτα solo, πάντα υπό την στερεή καθοδήγηση του μπάσου και τον εκρηκτικό κρεσέντο των ντραμς. Τα φωνητικά αποπειρώνται να αγγίξουν τον Halford των πρώτων ημερών, κινούνται σε υψηλές συχνότητες, απελευθερώνουν αρκετά ουρλιαχτά και ακόμη και στις στιγμές που μοιάζει να φαλτσάρουν, σε καμία περίπτωση δεν ξεφεύγουν από το μοτίβο της εποχής.
Υπάρχει μέριμνα πάντως ώστε να μην βουλιάξει το εγχείρημα στην μονοτονία, με την ταχύτητα να μειώνεται στο “Wake Me Up”, που παρουσιάζει ένα περισσότερο λυρικό χαρακτήρα και παραπέμπει ξεκάθαρα σε παλιομοδίτικες hard rock μελωδίες, που φέρνουν πρώιμους Dokken στο νου, ενώ ακόμη πιο “μετρημένο” ακολουθεί το “Fallen Angel”. Από τα κομμάτια που ξεχωρίζεις με το πρώτο άκουσμα, δεν απομακρύνεται από τον κανόνα του hard rock, διατηρώντας παράλληλα μια γνήσια δυναμική που δεν εξασθενεί λεπτό και κορυφώνει τις εντάσεις καθώς εκτυλίσσεται. Η επόμενη εισαγωγή (“Flatline”) γίνεται με ακουστική κιθάρα, για να προετοιμάσει το έδαφος για ένα ακόμη πιο ήπιας προσέγγισης κομμάτι (“Tear Out My Heart”), που τόσο ο αργός ρυθμός όσο και οι μελωδικές κιθάρες προσομοιάζουν σε μπαλάντα, αν και δεν λείπουν τα εκρηκτικά σημεία ιδιαίτερα στα φωνητικά. Η ροή φαίνεται να ακολουθεί την κατιούσα στην ένταση εκεί κάπου στο μέσο, αλλά όχι για πολύ. Το “Malevolent Eyes” θα βάλει μπροστά εκ νέου τις μηχανές, με τα riifs να αφηνιάζουν και ακόμη και αν δεν αυξάνεται αισθητά η ταχύτητα, οι απότομες εναλλαγές σε ένα κατά τα άλλα σταθερό tempo, ανάβουν σπίθες και ανανεώνουν το ατόφιο “ατσάλι”. Το ομώνυμο κομμάτι (“Keep the Fire Burning”) άμεσο και διαπεραστικό, με τύμπανα ισοπεδωτικά και τέρμα γκάζι, σε προδιαθέτει για ανελέητο headbanging, σε μια από τις πιο ατίθασες κι επιθετικές πλευρές της ταυτότητάς τους. Το “Mistress Of the Sun” θα αφήσει το τελευταίο αποτύπωμα μιας έντονης νοσταλγίας, με το αρχικά έντονο φορτισμένο κλίμα να οδηγείται σε πιο συγκρατημένα και προβλεπόμενα heavy μονοπάτια, με το συναίσθημα τελικά να υπερισχύει της ωμής δύναμης σαν τελευταία ανάμνηση. Υπάρχουν κάποιες στιγμές που δίνεται η εντύπωση ότι μπορεί να διασαλεύεται η ομαλή ροή και ορισμένα κομμάτια να εξελίσσονται ανορθόδοξα, χωρίς να προστίθενται ιδιαίτερες καινοτομίες. Βέβαια αυτό ουδόλως απασχολεί τους Sacred Leather, μιας και ο σκοπός τους φαίνεται να επιτυγχάνεται, με κύρια “όπλα” την ανόθευτη ελάχιστα επεξεργασμένη παραγωγή και την πολυσυλλεκτική, αντιπροσωπευτική της εποχής σύνθεση κομματιών.
Στην δεύτερη κυκλοφορία τους οι Sacred Leather δίνουν μια έντονη vintage απόχρωση με παλιομοδίτικες ρετρό συνθέσεις, αρνούμενοι να εκμοντερνιστούν, εκούσια “εγκλωβισμένοι” στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80. Αναμφίβολα οι αμετανόητοι νοσταλγοί εκείνης της εποχής θα λατρέψουν το εγχείρημα, αλλά μένει να δούμε αν αυτό θα βρει απήχηση, υπό το βάρος του αυξανόμενου ανταγωνισμού στους κόλπους του σκληρού ήχου, σε ένα κοινό που γίνεται σήμερα ολοένα και πιο απαιτητικό.
Είδος: Heavy Metal
Εταιρία: King Volume Records/Wise Blood Records
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 12 Δεκεμβρίου 2025
