Opinionate – SURPRISE! Μια δυσάρεστη και έξι ευχάριστες εκπλήξεις του 2025 από τους συντάκτες του Soundcheck

ΑΡΘΡΟ

Σταύρος Βλάχος:

ABSINTHE GREEN: “Of Love and Pain”

Το “Of Love and Pain” των Absinthe Green, υπήρξε μία ιδιαίτερα ευχάριστη έκπληξη για τον γράφοντα. Το εύρος εικόνων και συναισθημάτων, που βιώθηκαν εντονότερα κατά την εντρύφηση στη διαδικασία σύλληψης και δημιουργίας του, το επίπεδο και η ποιότητα στοιχειοθέτησής του ως μία μουσική οντότητα, το αινιγματικά, τελειοποιημένο στοιχείο της χημείας συνθέσεων που μετουσιώθηκαν σε τραγούδια στο πέρασμα του χρόνου, συνετέλεσαν σε ένα εξόχως σαγηνευτικό αποτέλεσμα.

Οι σπουδαίοι, εύστοχα επιλεγμένοι συντελεστές και το συγκέρασμα αυτών σε ένα κράμα που ξεφεύγει των στενών ορίων των δυνατοτήτων που είναι διαθέσιμες σε μία αυτόφωτη, νέα (φαινομενικά) μπάντα, λειτούργησαν αγόγγυστα στο ξεχώρισμα αυτού, ως έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς που πέρασε.

Γιώργος Γεωργίου:

SLEEP TOKEN: “Even in Arcadia”

Χάρισα την κορυφή της λίστας μου δυο χρόνια πριν στη μυστηριώδη συμμορία του Vessel χωρίς την παραμικρή δεύτερη σκέψη και ενδοιασμούς. Είχα όλο το χρόνο μπροστά μου να παρακολουθήσω αυτό που θα περιέγραφα σαν “εξαργύρωση μιας σπάνιας καλλιτεχνικής αξίας σε εμπορική απήχηση” με μια τερατώδη ταχύτητα και μια καλπάζουσα γεωμετρική πρόοδο όλων των αριθμών γύρω από τη μπάντα. Τελικά αυτό που έλειψε ήταν μια ανάλογα συναρπαστική συνέχεια.

Ο διάδοχος του μοναδικού “Take me Back to Eden” έχει πρωταρχικά μια διαρκή απουσία εκπλήξεων και ευρημάτων. Όλη του η βόλτα είναι μια μάλλον εκπτωτική αντήχηση του προκατόχου του, και όλοι εκείνοι οι περίτεχνοι κόμποι ιδιωμάτων που το σημάδεψαν με μια μοναδική ευφυΐα, έχουν καταλήξει σε μια μηχανική, στεγνή επανάληψη. Αν συνδυαστεί η αίσθηση αυτή με μια αβλαβή pop επίστρωση που καλύπτει τις περισσότερες στιγμές του, η απόπειρα του Vessel να “κλαφτεί” για τα δεινά της δημοφιλίας και του show business καταλήγει σε ένα σχεδόν εκφραστικό φιάσκο.

Ομολογώ πως έκανα αρκετές απόπειρες να τρυπήσω την αρχική αδιαφορία με επαναληπτικά ακούσματα, όμως το τελειωτικό χτύπημα ήρθε κυρίως όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με περισσότερες déjà vu εντυπώσεις από πριν. Η διαχείριση της εφεύρεσης με τον τίτλο “Take me Back to Eden” ήταν από την αρχή λάθος σαν επιλογή για τη συνέχεια. Δεν επιστρέφεις σε κάτι τόσο εμπνευσμένα πολυσύνθετο και έξυπνα δομημένο για κανέναν λόγο. Ίσως η προσωπική αποθέωση του Vessel να ψαλίδισε τελικά τις προθέσεις ενός επικείμενου ρίσκου ή μια απόπειρα σε ένα νέο άγνωστο τόπο έκφρασης. Όπως και να έχει, η κατάληξη είναι αποκαρδιωτική, συγκριτικά με τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.

Καπετανόπουλος Γιώργος:

GREEN CARNATION: “A Dark Poem Part I: The Shores of Melancholia”.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι Νορβηγοί θα τάραζαν τα ήρεμα νερά ενός πολυδιάστατου είδους, ήταν σίγουρα όμως πρώτη απόπειρα να διοχετεύσουν απρόσκοπτα το δημιουργικό τους “φορτίο” άψογα προσαρμοσμένοι σε μοντέρνες νόρμες και σύγχρονα μοτίβα. Ο μοναχικός δρόμος που ακολουθήθηκε από πολλές μπάντες στο παρελθόν, όπου το προσωπικό ύφος βάλτωνε στις συμπληγάδες της επανάληψης δεν στάθηκε τροχοπέδη, καθώς υιοθετήθηκε έξυπνα μια προσέγγιση που βάδισε αριστοτεχνικά σε μονοπάτια ήχων του σήμερα. Μια επιπλέον διάσταση που σπάνια παρακολουθούμε πλέον, δόθηκε με την θεματολογία που επιλέχθηκε, βασισμένη σε καθιερωμένα έργα παγκόσμιας λογοτεχνίας όπου χαρακτήρες και αμφιλεγόμενες “φιγούρες” αναλύονται διεξοδικά, χωρίς να περιορίζονται στην εικόνα που είχαμε σχηματίσει μέχρι πρότινος. Το “πνεύμα” της μελαγχολίας βρίσκει έναν άξιο “εκπρόσωπο” του την τραγική Οφηλία κι έρχεται να συντονιστεί με τις δυνάμεις της ακατανίκητης μητέρας γης, που παρά την διαρκή κυνική της απαξίωση στις ημέρες μας, ποτέ δεν απώλεσε την πρωτοκαθεδρία της ως ρυθμιστής της ανθρώπινης μοίρας. Η διαρκής εναλλαγή μελών που συντελείται χρόνια τώρα με τους “In The Woods” όχι μόνο δεν στάθηκε εμπόδιο στο δρόμο τους, ούτε διασάλευσε τη συνοχή τους, αλλά φαίνεται ότι λειτούργησε εποικοδομητικά με μια θαυμαστή ποιοτική συνέπεια σε πείσμα κάθε αρνητικής πιθανολόγησης.

Κορέτσης Νίκος:

CORONER: “Dissonance Theory”

Αν οι Ελβετοί κυκλοφορούσαν ένα νέο άλμπουμ για παράδειγμα το 1996, πιθανόν να μην μου προκαλούσε καμία έκπληξη ως προς την ποιότητά του. Όμως 32 ολόκληρα χρόνια ύστερα από το “Grin”, το “χαστούκι” της ακρόασης νέας μουσικής απ’τους Coroner ήταν πραγματικά άνευ προηγουμένου. Όχι μόνο γιατί παικτικά παραμένουν άρτιοι. Όχι μόνο γιατί επανέφεραν συναισθήματα προηγούμενων δεκαετιών στο σήμερα. Οχι γιατί κατά έναν περίεργο τρόπο παραμένουν καινοτόμοι πάνω στις ίδιες τους τις μπροσούρες. Άλλα γιατί καταφέρνουν ίσως το νέο τους άλμπουμ να αποτελεί μέτρο σύγκρισης με οτιδήποτε καινούργιο κυκλοφορεί εκεί έξω. Και δεν μιλάω μόνο για το ίδιο μουσικό είδος. Όταν έχεις στις τάξεις σου έναν κιθαρίστα σαν τον Thomas Vetterli, είναι να απορείς (σε εξοργιστικό μάλιστα σημείο) γιατί αυτή η μπάντα έλειψε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από τη ζωή μας. Βέβαια, η δουλειά του στους 2 δίσκους με τους Kreator (“Outcast” και “Endorama”) θα μείνει στην ιστορία αλλά και πάλι από τότε πέρασαν 26 χρόνια. Φτάνει όμως με την “γκρίνια”. Ας αφήσω την έκπληξή μου να με “οδηγήσει” στην ηδονή που βιώνω με κάθε νέα ακρόαση του δίσκου, η οποία “σβήνει” μονοκοντυλιά όλα αυτά τα χρόνια αναμονής.

Μπατσαούρας Γιώργος:

BLACK SWORD THUNDER ATTACK: “Black Sword Thunder Attack”

Το ομώνυμο ντεμπούτο album των Black Sword Thunder Attack, σήκωσε πραγματικά κύματα ενθουσιασμού σε όλους τους οπαδούς του επικού ήχου. Τα παιδιά από τη Θεσσαλία είχαν δώσει ήδη σαφέστατα δείγματα γραφής με το EP “March Of The Dammed”, αλλά η πενταετία που μεσολάβησε μέχρι το επόμενο βήμα τους, δημιούργησε ερωτηματικά σχετικά με τη δισκογραφική τους συνέχεια. Επειδή ομως η λαϊκή σοφία σπάνια πέφτει έξω, εδω η παροιμία “το καλό πράγμα, αργεί να γίνει”, ταιριάζει γάντι στην περίπτωση τους. Το “Black Sword Thunder Attack” αποτελείται από δέκα τραγούδια που στέκονται το ίδιο ψηλά και περήφανα, όπως ο Όλυμπος στον Θεσσαλικό κάμπο. Οι κιθάρες, τα πλήκτρα και γενικότερα η προσέγγισή τους, χρωστάνε πολλά στον Bill Tsamis και στους Warlord, ενώ η επιλογή της Mareike στα φωνητικά ξυπνά μνήμες από τα έργα και τις ημέρες του σπουδαίου δημιουργού στους Lordian Guard. Οι μελωδίες και ο λυρισμός τους δεν γίνεται να μην σε συνεπάρουν και να σε τραβήξουν σε κόσμους μυθικούς, μακριά από την πεζή πραγματικότητα. Όταν μάλιστα η Sarah Vincent, τραγουδίστρια των Smoulder και αληθινή ρέκτης του underground, στάζει μέλι για το δίσκο, καταλαβαίνεις ότι η φήμη του ξεπέρασε τα στενά γεωγραφικά όρια της χώρας μας. Τα παιδιά παίζουν με την ψυχή τους, για την ψυχή τους και το μεταδίδουν αυτό στο ακέραιο. Ακόμα και οι όποιες ενστάσεις για την old school παραγωγή που επέλεξαν να κάνουν στο δίσκο τους, παραμερίζουν μονομιάς γιατί πείθουν με τις αυθεντικές προθέσεις τους. Μιλάμε για ένα album που θα μνημονεύεται τα επόμενα πολλά χρόνια ως σταθμός στον επικό ήχο και νιώθω τυχερός που το βιώνω σε ενεστώτα χρόνο.

Βαγγέλης Νασόπουλος:

SUEDE : “Antidepressants”

Το πέμπτο άλμπουμ των Suede από την επανένωσή τους, το “Antidepressants”, επιβεβαιώνει πως η μπάντα του Brett Anderson διανύει μια δεύτερη δημιουργική «πράξη» . Με την παραγωγή του Ed Buller και τις κιθάρες του Richard Oakes να κυριαρχούν, ο δίσκος σφύζει από μελωδικό πάθος, ενώ οι στίχοι θίγουν τις εντάσεις της σύγχρονης ζωής ,το άγχος, τη νεύρωση, την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή. Οι απόκοσμοι ήχοι του “Antidepressants” ταιριάζουν ιδανικά με τους στίχους του Brett Anderson, αποδεικνύοντας ότι ο άνθρωπος «το έχει ακόμα» και ίσως περισσότερο από ποτέ. Η φωνή του παραμένει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες του βρετανικού rock, ικανή να μεταφέρει το πάθος και τον λυρισμό. Δεν υπάρχει τίποτα το ρετρό και το νοσταλγικό , η μπάντα ακούγεται σύγχρονη, ανήσυχη, σχεδόν ανυπόμονη να ξαναορίσει τον ήχο της. Ο Anderson δείχνει πως δεν χρειάζεται να είσαι νέος για να είσαι επίκαιρος, χρειάζεται απλώς να έχεις ακόμα κάτι αληθινό να πεις και εκείνος έχει πολλά.

Παναγιώτης Σπυρόπουλος:

THE AVETT BROTHERS & MIKE PATTON: “AVTT/PTTN”

Έχουμε λοιπόν τους Avett Brothers και τον Mike Patton να συναντιούνται στο “Heaven’s Breath”, κι αυτό το πρώτο μουσικό δείγμα αρκεί, ώστε να γεννήσει προσδοκίες, με το νέο album τους να έρχεται στις 14 Νοεμβρίου. Δύο καλλιτεχνικοί κόσμοι που εκ πρώτης όψεως φαντάζουν ασύμβατοι, ενώνουν τις δυνάμεις τους σε ένα εγχείρημα που αναμένεται να σημαδέψει τη χρονιά. Η χημεία τους στηρίζεται σε μια κοινή εμμονή με την έκφραση, το ρίσκο και τη μελωδική ανατροπή. Το πρώτο δείγμα που έχουμε στα χέρια μας είναι αρκετό για να προκαλέσει χαμόγελα, ίσως κι ανατριχίλες – δείχνει πως μιλάμε για κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Οι φωνές, οι υφές και οι διαθέσεις εναλλάσσονται με φυσικότητα, φέρνοντας στο νου την απρόβλεπτη ένωση των Avett Brothers με τον Mike Patton στο “Heaven’s Breath”. Mια συνάντηση των αντιθέσεων που καταλήγει σε αρμονία.

Avatar photo
About Soundcheck Partner 375 Articles
Souncheck.network