Επιστροφή στο Rover, βράδυ Τετάρτης, με βασικό θέλγητρο δύο δικές μας μπάντες με απύθμενο ταλέντο και αξιοσημείωτη δυναμική στο σανίδι. Noma Nloko λοιπόν και Birds of Vale, πήραν σειρά αυτή τη φορά και αν οι προσδοκίες μας ήταν εξαρχής σε υψηλό επίπεδο, μετά το live και όλα όσα βιώσαμε, τρύπησαν τη στρατόσφαιρα και εκτοξεύτηκαν.
Birds of Vale
Πρώτοι στη σειρά εμφάνισης, το συγκρότημα από την Αθήνα, το οποίο μετά από τις συστάσεις στο Love ‘n’ Peace Festival το περασμένο καλοκαίρι, περίμενα στη “γωνία” για να τους ξαναπετύχω σε επόμενο live. Μπήκαν φουριόζοι με το “Sungun”, προερχόμενο από το περσινό ντεμπούτο τους (“Limbo”, 2024) και με το καλησπέρα έδειξαν τις προθέσεις τους. Δηλαδή να αποδώσουν το hard / heavy rock στο οποίο επιδίδονται, με τσίτα τα γκάζια. Το “Indian River” που ακολούθησε με το κολλητικό του riff είναι κομματάρα και όσοι δεν έχετε ακούσει ακόμα το “Limbo”, σπεύσατε! Όπως μας ενημέρωσαν από μικροφώνου, δουλεύουν ήδη πάνω στην επόμενη κυκλοφορία τους, που θα δει το φως την ερχόμενη χρονιά, με το φρέσκο και bluesy “Nice Guy” που ακούστηκε εκείνο το βράδυ, να με κάνει να τρίβω ήδη τα χέρια μου.

Το βάρος επομένως έπεσε κυρίως στα νέα τραγούδια, με τα “Restless” και “Another Dimension” να αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα και να αποτελούν σπουδαίο δείγμα γραφής για τα καλύτερα που έρχονται. Γιατί στην περίπτωσή τους συναντάς σκληρό rock με χαρακτήρα, χωρίς φανφάρες και περιττά στολίδια. Ο Λάζαρος Καγκελίδης στην κιθάρα μας κέρασε καθαρόαιμα σολίδια και ασήκωτα riffs με χαρακτηριστική ευκολία, ήρεμη δύναμη ο Κωστής Παπαγιαννόπουλος, που κράτησε τα ίσα με το μπάσο του, ενώ ο άσος στο μανίκι της μπάντας ακούει στο όνομα Αντώνης Κυρίτσης. Φωνάρα από τις λίγες που κυκλοφορούν στην εγχώρια πιάτσα, που αν βρισκόταν στα ξένα θα παραμιλούσε ήδη κόσμος. Σε συνδυασμό με τη γνήσια σκηνική του παρουσία και τη μετριοπάθειά του εκτός σκηνής, μιλάμε για έναν ατόφιο καλλιτέχνη μέσα σε ένα χαρισματικό σύνολο.

Έχω μάλιστα την εντύπωση ότι τους απόλαυσα ακόμα περισσότερο τούτη τη φορά, καθώς το δέσιμο της μπάντας με τον Αντώνη, που πρόσφατα προσχώρησε στις τάξεις τους, ισχυροποιήθηκε ακόμα περισσότερο. Αν το κοινό της πόλης ξεπεράσει την παιδική ασθένεια του «σνομπάρω τα support συγκροτήματα», θα απολαύσει την επόμενη φορά που θα επισκεφτούν τη Θεσσαλονίκη (μας το υποσχέθηκαν άλλωστε!) ένα συγκρότημα που αποδίδει στο maximum σε ενεστώτα χρόνο!
Noma Nloko
Τεράστιο ερωτηματικό για εμένα η συγκεκριμένη μπάντα. Οι πληροφορίες που μπόρεσα να αντλήσω, με το σταγονόμετρο. Σχηματίστηκαν ως blues trio στα μέσα του 2019, στη Θεσσαλονίκη και οι συναυλίες τους αν και σποραδικές, αποτελούν σημείο αναφοράς στην πόλη. Μάλιστα κατά τη διάρκεια του live και όταν τα τραγούδια το απαίτησαν, πλαισιώθηκαν από πλήκτρα και από δεύτερη τραγουδίστρια. Δεν θεωρώ το εαυτό μου ειδήμων στα blues, καθώς είναι ένα μουσικό πεδίο το οποίο δεν έχω μελετήσει αρκετά, αν και πολύ μου αρέσει. Αποτελούν τη ρίζα του rock και αρκετών ακόμα παρακλαδιών του, οπότε κάτσε καλά και βάρα προσοχή! Όταν μάλιστα τα αποδίδουν καλλιτέχνες με αστείρευτο ταλέντο, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, τα πολλά λόγια περισσεύουν.

Εξαιρετική η προσέγγισή τους στο “Preachin’ Blues” του Son House, όπου τα τζαμαρίσματα και ο αυτοσχεδιασμός έδωσαν το παρόν από την πρώτη στιγμή. Η φωνή του κιθαρίστα τους, έμοιαζε βγαλμένη μέσα από τις φωνές των κατατρεγμένων στις βαμβακοφυτείες του Αμερικάνικου Νότου. Τα “Hound Dog”, “Hot Tamales”, “She’s Got The Devil In Her”, “Evil Woman” και “Spoonful” που ακούστηκαν μεταξύ άλλων, απογειώθηκαν από την αστείρευτη ορμή και την ξέχειλη δημιουργικότητα των Noma Nloko. H Νίκη ανέβηκε στη σκηνή να τραγουδήσει μαζί τους το “Ball N’ Chain” και δεν θα φανεί καθόλου ιερόσυλο αν πω ότι με το πάθος και την απόδοσή της, κατέβασε για λίγο στο Rover, το πνεύμα της μεγάλης ερμηνεύτριας των blues, Big Mama Thornton.

Επιπρόσθετη μνεία οφείλω να κάνω και στην drummer της μπάντας, τη Λία Αμπρικίδου. Έχω καβαλήσει πλέον τα σαράντα και έχω δει πάμπολλα live στο έως τώρα σεργιάνι μου. Drummer του επιπέδου της Λίας σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας της, έχω πολύ καιρό να συναντήσω. Jazz αυτοσχεδιασμοί, ασίγαστο πάθος και τεχνική αρτιότητα που της χαρίζει άνετα θέση σε line up του Montreux Jazz Festival. Κρατήστε το όνομά της, γιατί πεποίθησή μου είναι ότι θα ακούσουμε πολλά σπουδαία πράγματα από αυτό το κορίτσι στο κοντινό μέλλον!

Έκλεισαν με μια εκρηκτική εκτέλεση του “Manish Boy” του Muddy Waters, προσαρμόζοντας τους στίχους του στην περίσταση. Ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, ψυχωμένα solos, γνώση και ταλέντο σηματοδότησαν την εμφάνισή τους σε ένα κατάμεστο πλέον Rover. Έριξαν γέφυρα φτιαγμένη από νότες στον Ατλαντικό και με έχρισαν πιστό τους ακόλουθο!

