Λίγοι δίσκοι της δεκαετίας του ’80 έχουν φιλτραριστεί τόσο πολύ από τα γεγονότα που τους συνόδευσαν, όσο το τελευταίο άλμπουμ της σύνθεσης των “Three Amigos” των Motörhead, του Lemmy, του Fast Eddie Clarke και του Phil Philthy Animal Taylor. Στην περίπτωση αυτή, το περιτύλιγμα των περιστάσεων και όλων αυτών που δεν έχουν να κάνουν με τη μουσική, είναι τόσο παχύ και περίπλοκο που συχνά αδικεί το τελικό αποτέλεσμα. Μέσα σε αυτή τη δίνη, ο Lemmy είχε πει για το “Iron Fist” πως ήταν “κατώτερο από οτιδήποτε άλλο έχουμε κάνει ποτέ”.
Το πρώτο βουνό που είχε να ανεβεί η μυθική τριάδα ήταν η τεράστια επιτυχία του live άλμπουμ “No Sleep ‘Τil Hammersmith” του 1981, που ανέβηκε κατευθείαν στο νούμερο ένα. “Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορείς να ακολουθήσεις ένα live άλμπουμ που μπήκε κατευθείαν στο νούμερο ένα. Εννοώ, τι θα κάνεις; Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις άλλο ένα live άλμπουμ. Και δεν μπορείς να το διαδεχτείς με ένα studio άλμπουμ επειδή αυτό ήταν το live άλμπουμ που περίμενε ο κόσμος εδώ και πέντε χρόνια, σωστά; Οπότε θα μας γαμούσαν ό,τι κι αν κάναμε. Θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει το καλύτερο studio άλμπουμ στον κόσμο και πάλι θα μας γαμούσαν. Βέβαια εμείς δεν το κάναμε, κάναμε το Iron Fist”, είχε πει ο Lemmy, αποκαλύπτοντας πλήρως την ψυχολογία τους μπροστά στο επόμενο βήμα.

Στην πραγματικότητα, αυτό που περίμεναν οι φίλοι των Motörhead ήταν ένα νέο άλμπουμ που θα κοίταζε στα μάτια την τριπλή βαριά κληρονομιά των Overkill, Bomber και Ace Of Spades. Αυτό που ήρθε ήταν το “Iron Fist”, με 12 νέα τραγούδια που προέκυψαν μέσα από εμπόδια έμπνευσης και πνεύματος, και υπερβολικές δόσεις αλαζονείας και δυσαρέσκειας. Ήταν εκείνο το είδος του άτυχου, γρήγορου και εκτός ελέγχου άλμπουμ που τα γεγονότα που οδήγησαν στη δημιουργία του χαρακτήρισαν άδικα και το αποτέλεσμα.
Οι τρεις Amigos είχαν δημιουργήσει αποστάσεις: ο Clarke ένιωθε έντονα πως οι ιδέες στέρευαν και είχε αποκτήσει έντονες τάσεις φυγής, ο Taylor είχε επηρεαστεί αισθητά από την αυξανόμενη φήμη του γκρουπ, και ο Lemmy έδρεπε τις απολαύσεις της επιτυχίας χωρίς μέτρα και σταθμά. Έχοντας την πρόκληση της μεγαλύτερης συναυλίας της καριέρας τους μέχρι στιγμής, headliners σε μια σύνθεση έξι συγκροτημάτων σε ένα φεστιβάλ με το όνομα Heavy Metal Barndance στο Bingley Hall στο Stafford, το 1981, ο Lemmy κατέρρευσε στα μισά της συναυλίας. Η υπόλοιπη συναυλία ακυρώθηκε. Είχαν προηγηθεί τρία άγρυπνα μερόνυχτα κραιπάλης με βότκα και γυναίκες. Η ειρωνεία ήταν ότι το περιστατικό κατέληξε σε μια αποθεωτική κριτική στο Melody Maker, του οποίου ο κριτικός το θεώρησε σαν το πιο υπέροχο θέατρο. Η απόλυτη live μπάντα ζούσε στα άκρα, παίρνοντας πολλά ναρκωτικά, με τον Lemmy να καταναλώνει περισσότερο speed από οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη ύπαρξη.
Το άγρυπνο μάτι του νόμου είχε εστιάσει πάνω τους. Ακολούθησε μια σειρά από συλλήψεις στη διάρκεια της προετοιμασίας του “Iron Fist”, τον Απρίλιο του 1982. Η πρώτη και πιο σοβαρή, μετά από μια τετραήμερη εμφάνιση στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου, ήταν όταν η ομάδα δίωξης ναρκωτικών έκανε έφοδο στα σπίτια και των τριών.
Οι αστυνομικοί ήταν παρόντες σε κάθε εμφάνιση από τις τέσσερις στο Hammersmith, αγοράζοντας ακόμη και μπλουζάκια από το merch, για να μοιάζουν με οπαδούς. Στη συνέχεια, στις έξι το πρωί, μετά την τελευταία συναυλία, είκοσι έξι αστυνομικοί ξήλωσαν την πόρτα στο σπίτι του τότε μάνατζερ Doug Smith. Άλλοι εβδομήντα από αυτούς πήγαν στο ξενοδοχείο όπου βρισκόταν το συγκρότημα. Έκαναν έφοδο και το διαμέρισμα του Lemmy, αλλά ο Lemmy δεν ήταν εκεί. Ως συνήθως, τη γλίτωσε γιατί ήταν έξω σνιφάροντας και πίνοντας στο κλαμπ St Moritz στο Soho, στα φρουτάκια.
Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα ήταν οι αυξανόμενες διαμάχες για τα χρήματα. Με δεδομένη την τεράστια επιτυχία του “No Sleep…” θα έπρεπε να είναι πλούσιοι. Κι όμως, όλοι τους εξακολουθούσαν να παίρνουν εβδομαδιαίο μισθό 250 λιρών. Παρά τις sold out αίθουσες συναυλιών στη Βρετανία και την Ευρώπη, ο Smith υποστήριζε πως η πλειοψηφία των περιοδειών δεν έφερνε πολλά χρήματα. Το merchandising ήταν η πιο κερδοφόρα πηγή, και όταν το συγκρότημα αντιμετώπισε πραγματικά προβλήματα, η εταιρεία merchandising τους δάνεισε 36.000 λίρες, τις οποίες δεν ξαναείδαν ποτέ.

Ο Lemmy δεν ενδιαφερόταν πραγματικά για τα χρήματα. Μόνο για ό,τι είχε στην τσέπη του. Αρκεί να είχε απεριόριστο ποσό να ξοδέψει σε φρουτάκια ή οτιδήποτε άλλο.. Το οτιδήποτε άλλο ήταν το speed και το ουίσκι, φυσικά. Ο Eddie Clarke όμως, δεν συμβιβαζόταν και σε περισσότερες από μία περιπτώσεις απείλησε να φύγει από το συγκρότημα, σχεδόν κάθε εβδομάδα. Μια φορά μάλιστα “έφυγε” σε μια περιοδεία στη Γαλλία. Πανικοβλημένοι οι διευθυντές της δισκογραφικής εταιρείας πέταξαν με αεροπλάνο τσάρτερ και τελικά ο Eddie πείστηκε να επιστρέψει. Αυτό ήταν το σκηνικό της ζώνης καταστροφής για αυτό που θα κατέληγε να είναι το σκοτεινό “Iron Fist”, το τελευταίο άλμπουμ που θα έκανε ποτέ η κλασική σύνθεση των Three Amigos και εύκολα το πιο υποτιμημένο.
Στο μεταξύ, ο Clarke και ο Taylor τσακώνονταν συνέχεια, και σε μια περίπτωση τους χώρισε ο Lemmy γιατί είχε φτάσει η ώρα να βγούνε στη σκηνή και καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, ο Phil χτύπησε τον Eddie στο κεφάλι με ένα τύμπανο και όλα πήραν φωτιά ξανά. Στη Γλασκώβη κύλησαν πιασμένοι στα χέρια στο πάτωμα μέσα στο ασανσέρ. Οι πόρτες έκλεισαν και εξακολουθούσαν να τσακώνονται. Ήταν μαζί για σχεδόν επτά χρόνια όταν έφτασαν στο στούντιο για να φτιάξουν το Iron Fist. Είχαν σχεδόν σιχαθεί ο ένας τον άλλον μέχρι τότε.
Ο Clarke είχε δεχθεί μια προσφορά να κάνει την παραγωγή ενός άλμπουμ για ένα νέο, δυνατό τρίο, τους Tank, οι οποίοι είχαν ήδη συνοδεύσει σαν support μπάντα τους Motorhead σε περιοδεία, και ο Lemmy άρχισε να αποκαλεί κοροϊδευτικά τον Eddie “Fancy Bollocks”. Τα πράγματα εντάθηκαν ακόμα περισσότερο όταν ο Taylor πρότεινε να κάνει ο Clarke την παραγωγή του επόμενου άλμπουμ των Motörhead. Αρχικά, το σχέδιο ήταν να συνεργαστούν με τον Vic Maile, τον άνθρωπο με το χρυσό άγγιγμα που είχε κάνει την παραγωγή των “No Sleep”, “Ace Of Spades” και “Bomber”. Αλλά ο Taylor και ο Maile είχαν μια μεγάλη διαμάχη για ένα νέο ντραμ κιτ, που κατέληξε σε τελεσίγραφο του Taylor: “ή φεύγει αυτός, ή εγώ”. Ο Maile απολύθηκε.
Ο Taylor πρότεινε ξανά στον Clarke να αναλάβει. Άλλωστε, ο αντίκτυπος από τη δουλειά στο άλμπουμ των Tank, Filth Hounds Of Hades, το οποίο μόλις είχε κυκλοφορήσει, απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Ο Lemmy δεν το δέχτηκε. Προσπάθησαν για λίγο να προσεγγίσουν άλλους γνωστούς παραγωγούς, αλλά όλοι ήθελαν πολλά χρήματα από ένα συγκρότημα του οποίου το τελευταίο άλμπουμ είχε φτάσει στο Νο. 1, άσχετα αν αυτοί εξακολουθούσαν να πληρώνονται με 250 λίρες την εβδομάδα. Ο Lemmy τελικά υποχώρησε: “Ας το κάνει ο Fancy Bollocks, λοιπόν”.
Ο χρόνος κλείστηκε βιαστικά στα Morgan Studios στο Δυτικό Λονδίνο. Αλλά ο Lemmy φαινόταν να απουσιάζει αισθητά. Κάποια στιγμή ο Eddie εντόπισε πως είχε κάνει λάθος σε μια νότα, και του ζήτησε να τη διορθώσει. Ο Lemmy τον απέφυγε λέγοντας πως δεν είχε χρόνο: “γιατί υπήρχε ένα πουλί που καθόταν εκεί με τα πόδια του ψηλά και έπρεπε να πάει στο Speakeasy”. Ο Clarke δεν είχε άλλη επιλογή από το να προσπαθήσει να κόψει μια νότα μπάσου που έπαιζε ο ίδιος, χρησιμοποιώντας λωρίδες ξυρισμένης ταινίας σε εκείνες τις εποχές που δεν υπήρχαν υπολογιστές με αναλογικό περιεχόμενο. Τόσο πολύ δεν ήθελε ο Lemmy να είναι εκεί. Και ο Doug Smith θυμάται τον Lemmy να γράφει τους στίχους του ομώνυμου κομματιού ενώ καθόταν στην αίθουσα catering στο στούντιο. Υπήρχε μια κοπέλα εκεί που σέρβιρε πίσω από τον πάγκο, δεν την είχε ξαναδεί, και την ρωτούσε αν της άρεσαν… Μια άλλη φορά καθόταν στην τουαλέτα και έγραφε μερικούς στίχους καθώς έκανε την ανάγκη του.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από το τέλος Ιανουαρίου και τον Φεβρουάριο 1982 στα Morgan Studios και Ramport Studios στο Λονδίνο, με τον Clarke στην παραγωγή και τη βοήθεια του Will Reid Dick στην ηχογράφηση. Ο Lemmy δυσκολεύτηκε να σκεφτεί ένα όνομα για το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ και τον δίσκο, και θυμήθηκε την εποχή που το συγκρότημα είχε εμφανιστεί ζωντανά με το όνομα “Iron Fist and the Hordes from Hell” για νομικούς λόγους. Αποφάσισε πως αυτό ήταν ένα ταιριαστό όνομα για αυτό το άλμπουμ και τελικά συντομεύτηκε σε απλά “Iron Fist”.
Γυρίστηκε μια διαφημιστική ταινία του συγκροτήματος ντυμένου με δερμάτινες πανοπλίες με καρφιά και κρατώντας σπαθιά. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 17 Απριλίου του 1982.Το συγκρότημα πραγματοποίησε μια περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο από τις 17 Μαρτίου έως τις 12 Απριλίου με support σχήμα τους Tank. Αυτή ήταν η πρώτη περιοδεία που θα άφηνε το φωτιστικό σύστημα του βομβαρδιστικού, με τον Lemmy να νιώθει ότι έπρεπε να κάνουν κάτι καινούργιο αργά ή γρήγορα. Το σύστημα αντικαταστάθηκε από μια γιγαντιαία σιδερένια γροθιά που υποτίθεται ότι θα ξεδίπλωνε το χέρι της, αλλά, όπως εξήγησε ο Lemmy δυσλειτουργούσε και κατέληγε να κάνει μια “άσεμνη χειρονομία” στο πλήθος.
Στο μεταξύ ο Lemmy ήταν πια ένα μόνιμο πρόσωπο στις κουτσομπολίστικες στήλες, σκληρός ανταγωνιστής απέναντι στον Phil Lynott ή τον Ronnie Wood. Όταν εμφανίστηκε απροσδόκητα στο Top Of The Pops με τις νέες του κολλητές φίλες, τις Nolan Sisters, σαν guest stars στο single “Don’t Do That” των Young & Moody Band, όλοι χαμογέλασαν με νόημα στον Lemmy με το λευκό σακάκι σερβιτόρου και τα γυαλιά ηλίου με καθρέφτη. Ο Lemmy φαινόταν ταυτόχρονα επικίνδυνος και… χαριτωμένος.

Η Sun δημοσίευσε φωτογραφίες του Lemmy να αγκαλιάζει την 16χρονη Coleen Nolan. Διαδόθηκε ότι ο Lemmy έκανε ό,τι μπορούσε για να αποπλανήσει την κατά πολύ νεότερη, ομορφότερη Nolan, κάτι που επιβεβαίωσε η ίδια με χαρά χρόνια αργότερα: “Όταν ήμουν μικρότερη, ο Lemmy από τους Motorhead είχε μια αδυναμία στο στήθος μου. Τον απέρριψα, κυρίως επειδή ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να τον πάω σπίτι στη μητέρα μου! Ήταν όμως υπέροχος”.
Ο Phil Taylor προσποιήθηκε ότι δεν έδινε δεκάρα για τέτοιες αταξίες, ενώ ο Clarke έβραζε σιωπηλά. Όταν ο Lemmy ανακοίνωσε τα σχέδιά του για τη συνεργασία των Motörhead με την τραγουδίστρια των Plasmatics, Wendy O’ Williams, σε μια διασκευή του παλιού, άγνωστου country τραγουδιού της Tammy Wynette, “Stand By Your Man”, ο Clarke έφτασε στα όριά του. Από την οπτική γωνία του Lemmy, το EP “St. Valentine’s Day Massacre” που είχε κάνει το συγκρότημα την προηγούμενη χρονιά με τους Girlschool με το ψευδώνυμο Headgirl, είχε δώσει στους Motörhead την επιτυχία τους με τις μεγαλύτερες πωλήσεις. Ίσως και αυτό να είχε την ίδια κατάληξη. Ο Clarke όμως ήταν τρομοκρατημένος. Η ιδέα είχε προκύψει όταν ο Lemmy είχε φωτογραφηθεί για τις μουσικές εφημερίδες με την Wendy στο Marquee, προς συνολική τέρψη όλων.
Η διαφωνία του Clarke με την επιλογή του Lemmy συνεχίστηκε και μετά την πτήση τους στο Τορόντο για την έναρξη της περιοδείας τους στη Βόρεια Αμερική τον Μάιο του 1982. Ο Lemmy δεν ήθελε να με τους θεωρούν αποκλειστικά heavy metal. Για τον ίδιο, οι Motörhead είχαν περισσότερα κοινά με το punk. Στο τέλος συμφώνησαν να κάνουν συμβιβασμό, και να ηχογραφήσουν το κομμάτι με την Wendy. Ο Clarke δεν άντεξε καν την ηχογράφηση. Μετά τη δεύτερη εμφάνιση στις 14 Μαΐου στο Palladium της Νέας Υόρκης, ο Clarke έφυγε από το συγκρότημα, με τον αντικαταστάτη του να είναι ο πρώην κιθαρίστας των Thin Lizzy, Brian Robertson.

Η περιοδεία συνεχίστηκε μια εβδομάδα αργότερα, στις 21 Μαΐου, στο Detroit. Ο Lemmy είχε πει για τη φυγή του: ”Στην πραγματικότητα, ο Eddie έφευγε από το συγκρότημα περίπου κάθε δύο μήνες, αλλά αυτή τη φορά έτυχε να μην του ζητήσουμε να επιστρέψει. Δεν προσπαθήσαμε να τον πείσουμε, γι’ αυτό και έμεινε έξω, και αυτό τον ξάφνιασε λίγο. Αλλά απλώς τον βαρεθήκαμε επειδή πάντα φρικάριζε και έπινε πολύ τότε. Ήταν καλό για εμάς που διαλύσαμε όταν το κάναμε. Δεν θα φτάναμε εδώ αν συνεχίζαμε να γινόμασταν όλο και πιο διάσημοι. Θα είχαμε καταλήξει ένα μάτσο ηλίθιοι με σπίτια στην επαρχία και θα είχαμε χωρίσει ο ένας από τον άλλον. Είναι σημαντικό για ένα συγκρότημα να πεινάει γιατί αυτό είναι το κίνητρο που κάνει όλα τα συγκροτήματα να λειτουργούν. Και αν κάποιος ξέρει να πεινάει για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αυτός είμαι εγώ”.
Με την ευεργετική απόσταση του ακροατή από τα βιωματικά φίλτρα των δημιουργών, το “Iron Fist” στην πραγματικότητα δεν μεταφέρει τόση παθογένεια όση ακτινογραφούν οι πρωταγωνιστές του, και στη συνολική εντύπωση μιας δυνατής συλλογής τραγουδιών, δεν είναι λίγοι αυτοί που έχουν τις δικές τους ισχυρές εμμονές από τις συνθέσεις του άλμπουμ. Σε κάθε περίπτωση, το “Iron Fist” σηματοδότησε το τέλος της χρυσής εποχής των Motörhead, η οποία κράτησε μόλις τρία χρόνια.
