MESSA, TORTUGA (6/12/2025) Eightball Club, Θεσσαλονίκη

Λίγο πριν αρχίσει ο χειμώνας να δείχνει τα δόντια του, ήταν σειρά της Θεσσαλονίκης να φιλοξενήσει ένα πολλά υποσχόμενο event, με κύρια αιτία γι αυτό την παρουσία των Ιταλών “Messa”. Αυτονόητα το βάρος της μπάντας που θα εκκινούσε την βραδιά ήταν αυξημένο, γιατί ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αφετηρία των δύο συμμετεχόντων από το doom υποείδος προσομοίαζε, η πορεία των Messa τα τελευταία χρόνια είχε αλλάξει κατά πολύ τους συσχετισμούς.

Με αυτή την συνθήκη λίγο μετά τις 9 οι εκ Πόζναν ορμώμενοι Πολωνοί έκαναν την εμφάνισή τους σε έναν μισογεμάτο χώρο και ξεκίνησαν σταδιακά να αναδεικνύουν πλευρές του δικού τους μουσικού χαρακτήρα. Βασιζόμενοι κυρίως στο ορχηστρικό μέρος, καθώς τα μοιρασμένα μεταξύ των δύο κιθαριστών φωνητικά περισσότερο συνόδευαν παρά πρωταγωνιστούσαν, άπλωσαν ένα μεγάλο εύρος από το συνθετικό τους οπλοστάσιο. Η άνεση στην επικοινωνία με τον κόσμο ειδικά του Kyoss ζέστανε ελαφρώς την ατμόσφαιρα (όπως και η αισθητά πιο εύθυμη δική του ερμηνεία), άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκέπτονταν τη χώρα μας και οι πρώτες ελληνικές λέξεις είχαν ήδη γίνει κτήμα του. Ένα μουσικό περιεχόμενο με πολλούς αποδέκτες μιας και μπορεί το doom να ήταν η στέρεα βάση τους, αλλά συχνά πυκνά απομακρύνονταν αρκετά από αυτό. Η occult αισθητική έκανε αρκετές φορές φανερή την παρουσία της, όπως και οι γενναίες δόσεις ψυχεδελικής stoner που έδιναν ένα διαφορετικό χρώμα. Ο ήχος ήταν άψογος και αποτύπωνε με ακρίβεια όλες τις εναλλαγές σε ρυθμό και διάθεση, που ακολουθούνταν με συνέπεια σαν βασικό συστατικό στοιχείο των περισσότερων εκτελέσεων. Με εντυπωσίασε βασικά που το μεγαλύτερο μέρος των επιλογών τους προέρχονταν από τα δύο πρώτα album (που φάνηκαν οικεία σε μέρος του κοινού), με μικρή μόνο συνεισφορά του πιο πρόσφατου. Σε κάθε περίπτωση προετοίμασαν, με όλη τους την ενέργεια και το έντονο πάθος που έβγαλαν στη σκηνή, το έδαφος για τη συνέχεια και αναθέρμαναν τον κόσμο που είχε ήδη αρχίσει να εισρέει μαζικά.

Tortuga Setlist:

Shining Sphere

Esoteric Order

Imhotep’s Misery

Malaca

Slave

Black Pharaoh

Lost

Sativa Jam Session

For Elizard

Galeon De Manila

Είναι σπάνιες οι φορές, μιας και τα ραντεβού με τα ιστορικής σημασίας μουσικά γεγονότα σπανίζουν στη χώρα μας, που δίδεται τόσο απλόχερα η δυνατότητα να γίνουμε κοινωνοί μιας τόσο ξεχωριστής “ζωντανής” εμπειρίας. Ακόμη και οι πιο αισιόδοξοι, ίσως και οι πιο υποψιασμένοι από τις προηγούμενες εμφανίσεις των Ιταλών στη χώρα μας, πιθανόν δεν περίμεναν μια τόσο εμφατική για το “scarlet doom metal” των Messa βραδιά. Καθοριστικός παράγοντας η κυκλοφορία του “The Spin”, όπου η “νωπή” επαφή μαζί του, ίσως ακόμη να μην έχει καταφέρει να μας κάνει να “εκτιμήσουμε” όπως του αξίζει την πραγματική του αξία. Έχοντας ήδη βάλει πλώρη για δυσθεώρητες κορυφές λοιπόν, ανέλαβαν να πάρουν από το χέρι και τον τελευταίο παρευρισκόμενο στο Eightball και να τον ξεναγήσουν στον δικό τους ξεχωριστό κόσμο.

Μετά την παρουσία των “Tortuga” και μετά από ένα μικρό διάστημα προετοιμασίας της σκηνής και των σχετικών ηχητικών παραμέτρων, ένα ολιγόλεπτο intro αντήχησε κορυφώνοντας βασανιστικά την αναμονή. Η παρουσία των Messa σήκωσε θύελλα ενθουσιασμού από τον κόσμο, που είχε πια καταλάβει απ΄άκρου εις άκρον το χώρο του Eightball. Και μιλώντας για τον κόσμο (ενδεικτικό του μεγέθους της μπάντας) φάνηκε ξεκάθαρα η ετερόκλητη προέλευσή του, σε μια κλίμακα από παραδοσιακούς metallheads έως πιο mainstream ακροατές, όπου αμφότεροι αποδείχτηκαν για τα καλά μυημένοι. Το ξεκίνημα με τρία από τα κορυφαία του “The Spin” (“Fire on the Roof”, “At Races”, “The Dress”) έβαλε φωτιά για τα καλά με το “καλημέρα”, με αυθόρμητες εκδηλώσεις θαυμασμού που σταδιακά μεγεθύνονταν, όσο περνούσε η ώρα. Μια μικρή αβλεψία στον ήχο με τα φωνητικά της Sara να είναι ρυθμισμένα ένα σκαλί πιο χαμηλά, δεν στάθηκε εμπόδιο, αλλά σίγουρα αφαίρεσε λίγους πόντους από το συνολικό αποτέλεσμα. Η ίδια πάντως ερμήνευε υποδειγματικά, ίσως χρειάστηκε και να υπερβεί εαυτόν κατά περίπτωση, για να μπορέσει να κρατήσει τις ισορροπίες.

Ευτυχώς στο “Rubedo” που ακολούθησε η αποκατάσταση του ήχου ήταν καθολική και πλέον το πρόσφορο έδαφος για να ξετυλιχθεί το κουβάρι μιας ομολογουμένως εξαιρετικής παρουσίας είχε στρωθεί πειστικά. Το “Reveal” μεγέθυνε την έξαψη και οι πάντες συντονίζονταν εκούσια στους ρυθμούς του, με τη μπάντα να αποδίδει σαν μια ενιαία μονάδα μια “καλοκουρδισμένη” μηχανή που ισοπέδωνε τα πάντα στο πέρασμά της. Σαν άτυπος συντονιστής σε όλο αυτό φάνταζε ο Mark, μιας και το στιβαρό του μπάσο ήταν μέρος μόνο μιας σειράς καθηκόντων που εκπλήρωνε με άνεση, όπως τα πλήκτρα και οι υπόλοιπες ηχητικές λεπτομέρειες. Το “Thicker Blood” μια ακόμη από εκείνες τις ευχάριστες αφορμές που δόθηκαν στη Sara, για να βγάλει στην επιφάνεια όχι μόνο το αστείρευτο ταλέντο της, αλλά και τα ανόθευτα χαρακτηριστικά μιας προσωπικότητας, που υπερβαίνουν το ρόλο μιας απλής ερμηνεύτριας. Η εντύπωση που δινόταν ευρέως, ήταν ότι σε κάθε κομμάτι και κάθε στιγμή πάνω στη σκηνή και το παραμικρό κύτταρο της υπόστασης της συμμετείχε εξίσου. Χωρίς υπερβολές αλλά με πλούσια συναισθήματα, ζούσε με όλο της το “είναι” το ρόλο της σαν ισότιμο μέρος μιας τελετουργίας, που αντανακλούσε και μετέδιδε σε κάθε “εκτεθειμένο” βαθύτερα μυστικά της ψυχοσύνθεσής της. Τα growls στον επίλογο του κομματιού ανέλαβε ο Mistyr, που σε όλη την βραδιά έδινε και την ψυχή του στα τύμπανα, κρατώντας με αφοπλιστική άνεση την απόδοσή του σε υψηλά επίπεδα.

Και προφανώς δεν χρειάζονταν το ασύλληπτο “Guitar Intro” για να πάρουν τα τάστα φωτιά και να ρίξουμε τα φώτα σε αυτήν την εμβληματική μορφή πίσω από την κιθάρα. Σαν φιγούρα που ξεπήδησε από τα ’70, με παλιομοδίτικο στυλ και παραδοσιακή όψη, απογείωνε με τις άκρες των δακτύλων του κάθε σύνθεση, με αυτοσχεδιασμούς κι εμπνεύσεις της στιγμής, απελευθερώνοντας ήχους και παραστάσεις πολύ μακριά από το συνηθισμένο.

Η συνέχεια είχε “Pilgrim” αλλά και “Babalon” από το πρώτο album, για να έρθει η στιγμή να τραγουδηθεί το “Immolation” περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε κομμάτι από το κοινό. H Sara μας καληνύχτισε προσωρινά με το “Leah”, αλλά η δίψα του ενθουσιώδους κόσμου σε μια ατμόσφαιρα φορτισμένη φάνταζε ακόρεστη. Μετά το μικρό διάλειμμα, ο επίλογος γράφτηκε με τον αγαπημένο τρόπο της μπάντας να ρίχνει την αυλαία, το “Hour of the Wolf”.

Με άπλετα χαμόγελα κι ένα γλυκό ευχάριστο μούδιασμα από την έκσταση της βραδιάς ολοκληρώθηκε η αποχώρηση, που σε έκανε να συνειδητοποιήσεις αβίαστα, πόσο ανεκτίμητο προνόμιο είναι να συμμετέχεις στο χωροχρονικό σημείο, που λαμβάνει χώρα η εκτόξευση της καριέρας ενός καλλιτέχνη. Αλλά πέραν του προφανούς, θα σταθώ σε ένα σημείο που το θεωρώ ύψιστης σημασίας και αφορά στην εν γένει στάση της μπάντας όσο ήταν στην σκηνή. Δεν υπήρξε στιγμή, ούτε καν υπόνοια ότι το συγκρότημα επαναπαύεται στις πρόσφατες δάφνες του κι έρχεται απλά να διεκπεραιώσει στα πλαίσια των υποχρεώσεών του μια ακόμη παράσταση. Όχι μόνο δεν υπήρξε ίχνος βεντετισμού, αλλά γρήγορα κατέστη σαφές ότι πέραν από κάθε εντυπωσιασμό και διάσταση θεάματος, οι ίδιοι εκλαμβάνουν το έργο τους ως μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Μετρημένοι και πλήρως προσγειωμένοι, αφοσιωμένοι με μέριμνα στην κάθε λεπτομέρεια και πιθανόν κόντρα στο μεσογειακό τους ταπεραμέντο, ανταπέδιδαν τις επευφημίες χωρίς ακρότητες και τυμπανοκρουσίες. Πιο εκδηλωτικός ο Alberto μοίρασε κάποια έξτρα χαμόγελα ενώ η Sara κινούταν στα όρια της ντροπαλότητας, ακόμη και όταν φαίνονταν ότι όλος ο κόσμος της ανήκει. Με αυτές τις σκέψεις κι ενώ οι μελωδίες αρνούνται να ξεκολλήσουν από τη μνήμη μας, θα περιμένουμε με αγωνία τι μας επιφυλάσσει το αυξανόμενων προσδοκιών μέλλον για τους Ιταλούς.

(Γράφει ο Γιώργος Γεωργίου:)

Μια σχεδόν νεοκυματική εισαγωγή παγωμένων αντηχήσεων μας κρατά σε μια νευρική αναμονή. Με την πλούσια πανίδα των θεατών στο γεμάτο πια “Eightball”, δεν είναι δύσκολο να φαντασιωθείς πως περιμένεις τις ντελικάτες φιγούρες των Warsaw να παραταχθούν διστακτικά στο σανίδι του Electric Circus πίσω στο μακρινό 1977, πριν ακόμα πάρουν εκείνο το όνομα της πτέρυγας σεξουαλικής σκλαβιάς του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης από το μυθιστόρημα “House of Dolls”. Δεν είναι δα και τόσο αυθαίρετος ο συνειρμός με την παρέα του Ian Curtis, αν αναλογιστεί κανείς πως το Ιταλικό κουαρτέτο από τον μεσαιωνικό αέρα της Cittadella, έχει αποκαλύψει πως έχτισε τα σχήματα του φετινού σπουδαίου άλμπουμ “The Spin”, υπό την επίδραση των Killing Joke και των The Sound. 

Και αν η σημαία του “scarlet doom” υψώθηκε θριαμβευτικά από πολλούς εραστές του “The Spin”, ή το σκαλοπάτι της Metal Blade έφερε δικαιωματικά τους Ιταλούς σε αυτή τη θέση ισχύος, να προκαλούν τις πιο αποθεωτικές κραυγές που άκουσα εδώ και πολύ καιρό ανάμεσα στα τραγούδια τους, όλα είναι μέρος αυτής της ενσάρκωσης του εύστοχου ονόματός τους πάνω στη σκηνή: “τελετουργία” χωρίς το φιάσκο τεχνητών επικλήσεων, χωρίς την κρέμα φτηνών υπερβολών. Αν κάποτε οι λέξεις πρέπει να βρίσκουν στην πραγματική ζωή τη δικαίωσή τους, οι Messa ήταν χτες απόλυτα καθηλωτικοί, μέσα στη σεμνή ντροπή τους που συμβάδιζε με την εκτελεστική τους τελειότητα. Το πιο πολύτιμο όμως κόσμημα της νύχτας ήταν αυτή η υποβολή που ανάβλυζε σε κάθε νέο τραγούδι, αυτή η αυτόνομη δύναμη των μουσικών ιστοριών τους. Από τη στιγμή που κάπου στο φινάλε του τρίτου τραγουδιού ο ηχολήπτης απέδωσε την απόλυτη δικαιοσύνη, ανεβάζοντας μια αναγκαία “υποψία” την ένταση της φωνής της Sara, τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει αυτή τη μοιραία ταύτιση.

Η καθοδηγητική φιγούρα του κιθαρίστα Alberto ήταν πέρα από την αυτονόητη σημασία της προκαταβολικά στοχευμένης Sara, μια πηγή σπάνιας εκτίμησης ενός ξεχωριστού μουσικού που υπηρέτησε με στρατηγική ευελιξία την ουσία κάθε μέρους των τραγουδιών: με διάφανο ήχο, υπέροχη ελαστικότητα μεταξύ των ρυθμικών και των leads, αλλά και μια σκηνική συμπεριφορά διακριτικά ηγεμονική, πρόσθεσε ακόμα περισσότερα στο προνόμιο να βλέπουμε μια μουσική ιστορία ζωντανή μπροστά μας. Οι Messa κρέμασαν στο βραχιόλι τους πολύχρωμα ιδιώματα που συνεργάστηκαν να κοσμήσουν την πολυτελή τους θλίψη, την γκρίζα τους αφήγηση με μια ευγένεια ψυχής σπάνια, και μια καλλιτεχνική δυναμική τόσο ευρύχωρη και ουσιαστική μαζί. Το ρυθμικό ντουέτο των Mark Sade και Mystir χειρίστηκε τις δυναμικές των διαδρομών με απόλυτο έλεγχο αλλά και πάθος, προσθέτοντας βάθος και ύψος σε κάθε στουντιακά καμωμένη λεπτομέρεια.

Τα χρώματα της Sara ήταν περισσότερα από όλες τις αλλαγές των φωτισμών, μπορεί να βαδίζει φωνητικά ανάμεσα σε όλα αυτά τα επιμέρους ιδιώματα που αγκαλιάζει η μπάντα με τη συμφιλιωτική τους ερμηνεία,  και να τα τυλίγει σαν κόλλα. Ήταν τόσο ευρύχωρη που και ζωντανά επιβεβαίωσα την υποψία πως κάπου στο “Immolation” υπάρχει έξυπνα κρυμμένη μια Liz Frazer, σκεπασμένη όμορφα από τη δική της ταυτότητα.

Θέλω πολύ να δω το θάρρος των Ιταλών να συνεχίζει να προχωρά σε ιδιόρρυθμα μονοπάτια, να αλιεύει προκλήσεις. Πάνω στο σανίδι μοιάζουν έτοιμοι να διαβούν το κατώφλι από το διστακτικά ευγενικό “σας αρέσει αυτό που κάνουμε;” στο αγέρωχα κατηγορηματικό “δεν γίνεται να αντισταθείτε σε αυτό που σας προσφέρουμε”…

Messa Setlist:

Fire on the Roof

At Races

The Dress

Rubedo                  

Reveal                          

Thicker Blood     

Drone/Guitar Intro

Pilgrim

Babalon

Immolation

Leah      

Hour of the Wolf  

       

Avatar photo
About Γιώργος Καπετανόπουλος 91 Articles
Μόλις άνοιξε τα μάτια κατάλαβε ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψει στην άβυσσο από την οποία προήλθε. Μόνο η τέχνη θα μπορούσε να κάνει υποφερτό το ενδιάμεσο φωτεινό διάστημα. “Εικόνες και λέξεις” για την “γη της επαγγελίας” άκουγε περιπλανώμενος στους “δρόμους” πολλές φορές “αιμορραγώντας”, ψάχνοντας πάντα να βρει την “τέλεια συμμετρία”. “Φοβούμενος το φως του ήλιου” θα αφουγκραστεί το “κλάμα των αγγέλων” και τα “πουλιά της νύχτας”, ενώ “κινούμενες εικόνες” θα “ρέουν” σαν “σκηνές από μια ανάμνηση”. Σαν “ευγενής βάρβαρος” θα συναντήσει τον “πρίγκιπα στην γραμμή της φτώχειας” και θ’ αντιληφθεί ότι οι “νεκροί μπορούν να χορέψουν” ακόμη και υπό το “φόβο του σκοταδιού”. Ο “παράδεισος και η κόλαση” είναι εδώ θα ψελλίσει όταν η “πτώση των καρδιών” θα οδηγήσει στο “βαθύ τέλος”.