JIMMY CLIFF: “The Harder They Come (OST)”

ALBUM TRIBUTE

Όταν κυκλοφόρησε η ταινία «The Harder They Come» των Perry Henzell και Trevor D. Rhone, ήταν αδύνατον να προβλεφθεί  η επιρροή που θα είχε στην  μουσική και στον κινηματογράφο. Ηταν πιθανόν η πρώτη διεθνής προβολή μιας κουλτούρας με τέτοιο αυθεντικό τρόπο. Έκανε πρεμιέρα στο Carib Theatre στο Kingston της Τζαμάικα στις 5 Ιουνίου 1972 και κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1973 στη Νέα Υόρκη, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Έγινε πιο δημοφιλής όταν προβλήθηκε σε μεταμεσονύκτιες προβολές τον επόμενο Απρίλιο. Η δημοτικότητα της ταινίας ήταν περιορισμένη εκτός Τζαμάικα, ενώ η τοπική διάλεκτος που μιλούσαν οι χαρακτήρες ήταν τόσο βαριά, που την καθιστούσε την πρώτη αγγλόφωνη ταινία που χρειάστηκε υπότιτλους στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η πλοκή του “The Harder They Come”αφορά τον Ivanhoe Martin, έναν νεαρό από την επαρχία που φτάνει στο Kingston με όνειρο να γίνει τραγουδιστής, αλλά σύντομα βρίσκεται παγιδευμένος στη φτώχεια, στη διαφθορά της μουσικής βιομηχανίας και στις «μικροεγκληματικές» συμμορίες της πόλης. Ο Jimmy Cliff, στο σημαντικότερο κινηματογραφικό του πέρασμα, δίνει μια αφοπλιστικά φυσική ερμηνεία. Ενσαρκώνει τις προσδοκίες και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης γενιάς Τζαμαϊκανών. Πλάνα τραβηγμένα στους δρόμους, τις παραγκουπόλεις και τις αγορές του Kingston, προσέφεραν  μια ωμή, αληθινή εικόνα της χώρας στις αρχές της δεκαετίας του ’70 , με τη ζωντάνια, τη φτώχεια, τα χρώματα και την καθημερινότητα να αποτυπώνονται χωρίς ωραιοποιήσεις. Αυτή η αυθεντικότητα, μαζί με την παρουσία του Cliff, είναι που έκανε την ταινία να ξεχωρίσει και να μείνει έως σήμερα, ως η πιο ειλικρινής κινηματογραφική ματιά , στην Τζαμάικα της εποχής.

Έχει επίσης διττή φύση που εξηγεί και τη γοητεία της, από τη μία πλευρά «πατά» πάνω στα μοτίβα των αμερικανικών blaxploitation ταινιών, εγκληματικότητα, κυνηγητό, ο αντιήρωας που σταδιακά μετατρέπεται σε λαϊκό σύμβολο. Από την άλλη η ζωντανή απεικόνιση της τζαμαϊκανής κουλτούρας και της καθημερινότητας. Για το αμερικανικό και ευρωπαϊκό κοινό των αρχών του ’70, αυτή ήταν η πρώτη πραγματική επαφή με τη Reggae, έναν ήχο που τότε μόλις άρχιζε να ακούγεται έξω από την Τζαμάικα. Για τους Τζαμαϊκανούς θα ήταν σίγουρα ένα «σοκ οικειότητας» , αφού οι θεατές είδαν τη δική τους πραγματικότητα, ωμή και ακατέργαστη. Ήταν ένας καθρέφτης που για πρώτη φορά τους προέβαλε ως πρωταγωνιστές της δικής τους ιστορίας.

Η Τζαμάικα βίωνε μεγάλες κοινωνικές αλλαγές και χρησιμοποιούσε τη μουσική ως φωνή, καταφύγιο , διέξοδο και εκεί  βρίσκεται η πραγματική της δύναμη. Γύρω από τον Cliff, αναπτύσσεται ένα πραγματικό πανόραμα της πρώιμης Reggae. Οι Toots & the Maytals φέρνουν στον δίσκο μια εκρηκτικότητα με το Sweet and Dandy, ενώ το Pressure Drop, αργότερα τίμησαν με διασκευές οι Clash και δεκάδες άλλοι.  Ο Scotty, με το “Stop That Train”, χαράζει ένα λίγο  διαφορετικό μονοπάτι με «χαμηλότονο groove» που δείχνει πόσο πολυδιάστατη ήταν αυτή η μουσική  από τα πρώτα της βήματα. Οι Slickers, με το  λιτό Johnny Too Bad, αποδεικνύουν πως δεν χρειάζονται ωμές περιγραφές βίας για να δημιουργήσεις σκοτεινή ατμόσφαιρα. Στη δεύτερη πλευρά του δίσκου επαναλαμβάνονται δύο τραγούδια σε διαφορετικές εκτελέσεις, μια dub εκδοχή του “You Can Get It If You Really Want” και μια εναλλακτική εκτέλεση του “The Harder They Come”. Η επίδραση των τραγουδιών διαπέρασε και άλλες μουσικές σκηνές όπως την περίπτωση των Clash οι οποίοι αναφέρονται στον Ivan στο “The Guns of Brixton”, ενώ οι Big Audio Dynamite δανείστηκαν τη χαρακτηριστική ατάκα «Sit tight and listen keenly» για το “C’mon Every Beatbox”.

Η κυκλοφορία του “The Harder They Come” στην Αγγλία από την Island Records με οραματιστή τον ιδρυτή της, Chris Blackwell ,υπήρξε επίσης κομβική. Η Island είχε ήδη αποκτήσει φήμη ως γέφυρα ανάμεσα στην Καραϊβική και τη Βρετανική αγορά, και η απόφαση του Blackwell να στηρίξει το soundtrack, όπως αργότερα έκανε και με τον Bob Marley, προσέφερε στη Reggae την πρώτη σοβαρή πλατφόρμα εκτός Τζαμάικα. Με την εμπειρία του ως παραγωγός, αλλά και την ικανότητά του να «μεταφράζει» τον ήχο της περιοχής για το ευρωπαϊκό και αμερικανικό κοινό, ο Blackwell συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του αυτού του υλικού και στην «στρατηγική» του προώθηση. 

Παρά την τότε αδυναμία της αμερικανικής αγοράς να αντιληφθεί τη δύναμη της Reggae, το soundtrack του “The Harder They Come”κατόρθωσε το αδιανόητο, ανέβηκε μέχρι το Νο. 140 στο Billboard 200, ένα επίτευγμα σχεδόν πρωτόγνωρο για τζαμαϊκανό δίσκο στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Μόλις έξι μήνες μετά την αμερικανική πρεμιέρα της ταινίας, οι Bob Marley & The Wailers βγήκαν στην πρώτη τους μεγάλη περιοδεία σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, ανοίγοντας μάλιστα συναυλίες του Bruce Springsteen. Η Reggae, πλέον, δεν ήταν υπόθεση του νησιού. Η αξία του album αναγνωρίστηκε επίσημα το 2021, όταν η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου το ενέταξε στο National Recording Registry ως έργο «πολιτιστικά, ιστορικά ή αισθητικά σημαντικό».

Ο Jimmy Cliff πέθανε στις 24 Νοεμβρίου 2025 σε ηλικία 81 ετών. Μετά την εμφάνιση του στην ταινία, που «εκτίναξε» την Reggae πέρα από την Τζαμάικα,  συνέχισε μια μακρόχρονη καριέρα που διήρκησε  πάνω από έξι δεκαετίες.  Παρά το γεγονός ότι στο ευρύ κοινό , ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, την πρωτοκαθεδρία πήρε ο Bob Marley, ο Cliff παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλής στην Αφρική, τη Νότια Αμερική ενώ συνέχισε να κυκλοφορεί album και να περιοδεύει. Το τελευταίο του studio album, “Refugees”, κυκλοφόρησε  το 2022. 

Στη διάρκεια της πορείας του κέρδισε πολλά βραβεία και διακρίσεις, μεταξύ αυτών δύο βραβεία Grammy (για τα “Cliff Hanger” και “Rebirth”), μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame το 2010, και του απονεμήθηκε το ύψιστο εθνικό βραβείο του Τζαμαϊκανικού κράτους, το “Order of Merit”.  

Με αυτόν τον τρόπο μέσα από τη μουσική, τις συνεργασίες του, τον κινηματογράφο, ο Jimmy Cliff πέτυχε  μια λαμπρή προσωπική καριέρα και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην παγκόσμια κουλτούρα και στη διεθνοποίηση της Reggae μουσικής.

Avatar photo
About Βαγγέλης Νασόπουλος 56 Articles
Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας την χρονιά που οι Metallica κυκλοφόρησαν το μυθικό ντεμπούτο τους. Σε βρεφική ηλικία κατέστρεψε την βελόνα του πικάπ του γείτονα , ενώ για παιχνίδια είχε τα εξώφυλλα του Iron Fist , του Powerage και Live Evil . Η μεγάλη του αγάπη είναι το ραδιόφωνο. Τα τελευταία 20 χρόνια συντονίζεται από τις 4 στις 5 στο Α πρόγραμμα ραδιοφωνίας ,για να ακούσει την εκπομπή που διαμόρφωσε τα γούστα του. Η μουσική και οι ταινίες , ήταν και θα είναι διέξοδος από την τρέλα της καθημερινότητας. Ευγνωμονεί τα ξαδέρφια και τα αδέρφια του που του κόλλησαν το μικρόβιο της μουσικής . Η μισή του καρδιά βρίσκεται στην Μεσσηνία και άλλη μισή στην Μακεδονία γενέτειρα της αγαπημένης του.