IRON MAIDEN: “Powerslave”

ALBUM TRIBUTE

Τι άλλο μένει να γραφτεί για τους Iron Maiden που δεν έχει ειπωθεί πιο πριν; Πιθανόν δεν μένουν και πολλά παρά μόνο η ανάγκη του γράφοντα για ένα ακόμη αφιέρωμα, στο album που άνοιξε την πόρτα σε έναν ολοκαίνουργιο κόσμο. Το album που συμπληρώνει τα 41 του χρόνια και που παρόλα αυτά φαντάζει σαν έφηβος σε πριαπισμό.

Το album που από τις πρώτες νότες ακρόασης του ομώνυμου τραγουδιού, «καρφώθηκε» στη συνείδησή μου ως το παντοτινά κορυφαίο πόνημα των Βρετανών, σε μια δεκαετία που ό,τι άγγιζαν γινόταν χρυσός σαν άλλος Μίδας. Οι Iron Maiden στις αρχές των 80’s μεγάλωναν τη δημοφιλία τους με γεωμετρική πρόοδο. Παρόλες τις εκάστοτε αλλαγές μελών από δίσκο σε δίσκο, κατάφεραν μέχρι το 1983 να κυκλοφορήσουν το ένα 10άρι μετά το άλλο. Το 5ο τους album θα αποτελούσε το πρώτο με την ίδια σύνθεση και εκείνο που απ’ ότι φάνηκε γιγάντωσε σε τεράστιο βαθμό το όνομά τους.

Τελειώνοντας με επιτυχία την παγκόσμια περιοδεία για την προώθηση του “Piece Of Mind”, η μπάντα θα ξεκουραστεί για λίγο προτού συγκεντρωθεί και πάλι στο New Jersey των ΗΠΑ, όπου και δημιουργήθηκε αρκετά μεγάλο μέρος του δίσκου. Από εκεί θα μεταφερθεί στα γνώριμα για αυτούς Compass Point Studios στο Nassau στις Μπαχάμες, όπου είχε ηχογραφηθεί και ο προκάτοχος του “Powerslave”. Η εμπειρία της δημιουργίας του “Piece Of Mind” εκεί αποδείχτηκε διασκεδαστική για τη μπάντα, πέραν του γεγονότος πως οι φόροι στις Μπαχάμες ήταν μειωμένοι ευνοώντας το όλο εγχείρημα.

Κατά τον Adrian Smith, η ιδέα για το “Powerslave” προήλθε από τον Bruce Dickinson, ο οποίος κατά την προηγούμενη περιοδεία είχε ένα κασετοφωνάκι μαζί του με αρκετές ιδέες, riffs κτλ. Βέβαια ο αρχηγός έχει διαφορετική άποψη καθώς κατά τον ίδιο δεν υπήρχε κάποιο προσχέδιο πίσω από το δίσκο και όλες οι ιδέες δημιουργήθηκαν στην πορεία. Και τι ιδέες γέννησε το μυαλό του Steve Harris (κυρίως) και των Smith – Dickinson σε 2ο χρόνο; Δημιούργησε το αιώνιο “Aces High”, το οποίο μέσω του video έχει πλέον συνδεθεί με την επιβλητική ομιλία του Ουίνστον Τσώρτσιλ στο Βρετανικό Κοινοβούλιο λίγο πριν την είσοδο της Μ. Βρετανίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. “We shall never surrender” αναφωνεί ο νέος τότε πρωθυπουργός και η εμβληματική εισαγωγή «τροχοδρομεί» το κομμάτι, το οποίο απογειώνεται» για να περιγράψει μέσω των εξαιρετικών στίχων του Harris την επική αερομαχία (η πρώτη αμιγώς αεροπορική μάχη) που έμεινε γνωστή ως «Μάχη της Αγγλίας» (Battle of Britain) στην υπέρτατη προσπάθεια υπεράσπισης του Νησιού.

Δημιούργησε το αντιπολεμικό “2 Minutes to Midnight” με το χαρακτηριστικότατο εισαγωγικό riff, το οποίο παίζει να είναι και το πιο πολυπαιγμένο στην ιστορία του heavy metal. Έχει όμως ταυτιστεί με τους Iron Maiden κι ας έχει παιχτεί νωρίτερα σχεδόν παρόμοιο από τους Riot στο “Swords and Tequila”. Περιέχει το “Losfer Words (Big Orra)” το πρώτο instrumental μετά το “Genghis Khan” στο “Killers” και το τελευταίο που έχουν γράψει μέχρι και σήμερα. Στο συγκεκριμένο, έχοντας ξεμείνει από στίχους (εξ ’ου και ο τίτλος απ’ το “Loss for Words”), «έπεσε» η ιδέα να παραμείνει ως instrumental όπως και έγινε. Το μαγικό με το “Powerslave” είναι το γεγονός πως παρότι δεν είναι ένα concept album, μπορείς σχεδόν να «εικονοποιήσεις» τα τραγούδια του. Καθώς η μουσική «κυλάει» και μέσα από τις απίθανες ερμηνείες του Dickinson, νιώθεις πως γίνεσαι κι εσύ μέρος του τραγουδιού. Δεν είναι σα να παρακολουθείς, κρυμμένος πίσω από κάποιο θάμνο, την εξιστόρηση της ζωής ενός ξιφομάχου στο εκπληκτικό “Flash of the Blade”;

“You’ll die as you lived
In a flash of the blade,
In a corner forgotten by no one”


…και αμέσως μετά οι Iron Maiden σε μεταφέρουν στην εποχή του Μ. Ναπολέοντα και στο 2ο τραγούδι μονομάχων, το “The Duellists”. Το κομμάτι είναι βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του 1978 σε σκηνοθεσία του Riddley Scott, η οποία ταινία με τη σειρά της έχει αντλήσει την έμπνευσή της από το βιβλίο “The Duel” του Joseph Conrad (1908).

Μουσικά τι να αναλύσεις εδώ μέσα; Η μπάντα έχει τελειοποιήσει όλες τις νόρμες που εφάρμοσε στα προηγούμενα album της, ειδικότερα αυτές από “The Number of the Beast” και μετά. Κοφτερά heavy metal riffs, μελωδίες που μπορείς να τραγουδήσεις, ένα μπάσο (προφανώς) σε περίοπτη θέση, οι δισολίες που έγιναν «πλάκες του Μωυσή» και ένας ντράμερ που κέρδισε επάξια την εμπιστοσύνη του αρχηγού και πορεύτηκε στο πλευρό του για ολόκληρες δεκαετίες. Αρκετοί παραβλέπουν (αν είναι ποτέ δυνατόν) το “Back In the Village”, ένα γρήγορο τραγούδι γραμμένο από τους Dickinson – Smith στα πρότυπα αντίστοιχων παλιότερων (“Sanctuary”, “Invaders” κ.α.) και μια άτυπη – αν θέλετε – συνέχεια του “The Prisoner”, αμφότερα βασισμένα στη Βρετανική σειρά του ‘60 με τον ίδιο τίτλο. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι τη στιγμή που ο Dickinson τραγουδάει “I see sixes all the way”, κάποιος ψιθυρίζει στο background “six, six, six”. Κάντε μια έρευνα.

Υποβλητική ατμόσφαιρα, βαριά βήματα σαν χτύποι καρδιάς, μια απόκοσμη κραυγή και ένα «γύρισμα» στα ντραμς ήταν ικανά να μαγέψουν τον 13χρονο εαυτό μου όπως οι Σειρήνες τους συντρόφους του Οδυσσέα. Το ομότιτλο “Powerslave” αποδείχθηκε ο «καταλύτης» για να κολλήσω μια και δια παντός με το album. Ένα 7λεπτο ταξίδι στην Αρχαία Αίγυπτο, από εκείνα που λίγες μπάντες ξέρουν να σκαρώνουν. Και οι Iron Maiden των 80’s ήταν μία από αυτές. Από το αιώνιο ερώτημα των ανθρώπων για τον θάνατο δεν γλυτώνει ούτε ένας Φαραώ, ο οποίος φυσικά και δεν είναι θεός (αν και θεοποιημένος) αφού μπροστά στο φόβο του θανάτου έντρομος αναρωτιέται:

“Tell me why I had to be a powerslave
I don’t wanna die, I’m a god, why can’t I live on?
When the Life Giver dies, all around is laid to waste.
And in my last hour,
I’m a slave to the power of death”


Το τραγούδι είναι η δεύτερη ατομική συνεισφορά του Dickinson στο δίσκο (μετά το “Flash of the Blade”), αποδεικνύοντας πως πέρα από εξαιρετικός τραγουδιστής είναι και τρομερός συνθέτης (θυμάσαι το “Revelations”;). Ο επίλογος ανήκει δικαιωματικά στον Steve Harris, ο οποίος κατά την προσφιλή τακτική του συνθέτει (και) το έπος του δίσκου. Το “Rime of the Ancient Mariner” δεν είναι ένα από τα πολλά αριστουργήματα που έχει συνθέσει ο Harris. Είναι κατά την ταπεινή μου άποψη το magnum opus του. Βασισμένο στο ομώνυμο ποίημα του Άγγλου Samuel Taylor Coleridge που εκδόθηκε το 1798, περιληπτικά εξιστορεί το ταξίδι ενός ναυτικού του οποίου το πλοίο παγιδεύεται στους πάγους της Ανταρκτικής, όταν εμφανίζεται ένα άλμπατρος που οδηγεί το πλοίο μακριά από αυτούς.

Όταν ο ναυτικός όμως σκοτώνει το πουλί, το πλήρωμα το εκλαμβάνει ως κατάρα που τους έχει οδηγήσει κοντά στον Ισημερινό υποφέροντας από λειψυδρία και τον αναγκάζει να «φορέσει» το νεκρό άλμπατρος στο λαιμό του ως ένδειξη εξιλέωσης. Η κατάρα κατατρέχει τον ναυτικό αφού βλέπει έναν προς έναν τους συντρόφους του να πεθαίνουν ενώ ο ίδιος είναι καταδικασμένος να βλέπει ξανά και ξανά τις τελευταίες στιγμές στα πρόσωπά τους. Τελικά ο ίδιος μετανιώνει, αναγνωρίζοντας το λάθος του, η κατάρα λύνεται και το κουφάρι του πλοίου του φτάνει τελικά σε κάποια κοντινή στεριά. Εκεί ο ναυτικός διασώζεται από έναν ερημίτη και τον γιο του και φτάνοντας στη στεριά είναι «αναγκασμένος» να εξιστορεί την περιπέτειά του στο διηνεκές.

“…And the tale goes on and on and on and on”.

Ο Steve Harris δήλωσε παλιότερα για το τραγούδι:
«Δεν ξέρω από πού προήλθε, στην πραγματικότητα. Έγραψα το μεγαλύτερο μέρος του στις Μπαχάμες, όπου ηχογραφήσαμε το άλμπουμ. Είχα μια ιδέα πίσω στο New Jersey, αλλά στην πραγματικότητα ήταν στα Compass Point Studios όπου όλα λειτούργησαν. Το αστείο είναι ότι κανείς δεν πίστευε ότι είχε διάρκεια 13 λεπτά. Ήμασταν όλοι τόσο ενθουσιασμένοι που το κάναμε να λειτουργήσει και το απολαύσαμε τόσο πολύ που νομίζαμε ότι είχε διάρκεια μόνο οκτώ ή εννέα λεπτά, το πολύ. Όταν ο παραγωγός μας, Martin Birch, το χρονομέτρησε στα 13 λεπτά, σκεφτήκαμε όλοι, «Γαμώτο, 13 λεπτά;» Και όταν το παίζουμε ζωντανά, δεν φαίνεται ποτέ ότι διαρκεί 13 λεπτά». Εμείς το μόνο που μπορούμε να πούμε αρχηγέ είναι ότι, ακόμη και τα 13 λεπτά φαίνονται λίγα μπροστά στην εποποιία που συνέλαβε ο εγκέφαλός σου.

Το album τελικά θα κυκλοφορήσει στην Ευρώπη στις 3 Σεπτεμβρίου 1984 από την EMI και στον υπόλοιπο κόσμο στις 14 του ίδιου μήνα μέσω της Capitol Records. Την παραγωγή και αυτή τη φορά αναλαμβάνει ο μύθος Martin Birch με τον ήχο του album εν πολλοίς να ορίζει τον ήχο του κλασικού heavy metal σε όλόκληρη τη δεκαετία. Στο εξώφυλλο ο Derrek Riggs απεικονίζει τον Eddie ως ένα τεράστιο άγαλμα Φαραώ μπροστά από μια επιβλητική πυραμίδα. Και αυτή τη φορά ο Riggs σχεδιάζει κάποιες κρυφές λεπτομέρειες σε αυτό, οι οποίες είναι ορατές σε όσους κατέχουν το βινύλιο. Για τους λάτρεις της αναζήτησης λοιπόν έχουμε και λέμε:

Μια ζωγραφιά του προσώπου του Μίκυ Μάους βρίσκεται κάπου χαραγμένη πάνω στα μνημεία.

Αναζητήστε τη φράση “Indiana Jones Was Here 1941”, σε μια αναφορά στην ταινία που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά.

Τα κλασικό λογότυπο του Derek Riggs βρίσκεται την είσοδο της πυραμίδας.

Οι φράσεις “Bollocks”, “What A Load Of Crap” και “Wot, No Guiness?” υπάρχουν γραμμένες με ιερογλυφικά στο εξώφυλλο.

Το album έφτασε στο Νο2 στο Ην. Βασίλειο, στο Νο21 στις ΗΠΑ, ενώ ήταν το πρώτο της μπάντας που μπήκε στα charts της Ελβετίας. Η περιοδεία που ακολούθησε, η θρυλική “World Slavery Tour” διήρκησε 11 μήνες και πέρασε από 28 χώρες. Ήτοι, 331 ημέρες και 187 εμφανίσεις σε μια περιοδεία που έφθασε τα μέλη των Iron Maiden στα όριά τους αλλά οδήγησε στο επόμενο μεγαλείο του “Somewhere In Time”. Ας είναι όμως. Αυτοί οι 5 Βρετανοί χάρισαν στην ανθρωπότητα ακόμη ένα αψεγάδιαστο διαμάντι και δικαιωματικά κάθισαν στο θρόνο του heavy metal, όπως ακριβώς και ο θεός – Φαραώ Eddie του εξωφύλλου. Το “Up the Irons” δεν λέγεται καθόλου τυχαία.

Πηγές:
Wikipedia
Loudersound.com

Avatar photo
About Νίκος Κορέτσης 566 Articles
Γεννήθηκε τη χρονιά που ο Dio δημιουργούσε ποίηση, τραγουδώντας “The world is full of kings and queens, who blind your eyes and steal your dreams…it’s Heaven and Hell”, “σφυρηλατήθηκε” μουσικά ακούγοντας τον Araya να ουρλιάζει “War ensemble” και συνέχισε την ενήλικη πλέον ζωή του διερωτώμενος “How did it come to this? Narcosynthesis” πατώντας στα χνάρια του αείμνηστου Dane. Διανύοντας πλέον την 4η δεκαετία της ζωής του, δηλώνει πιστός υπηρέτης του heavy metal και ανοιχτός σε νέα μουσικά μονοπάτια (με μέτρο), συνδυάζοντας αυτά τα δύο με καλή παρέα και τη συνοδεία άφθονης μπύρας. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γίνει γιατρός, καθώς προσπαθεί με χειρουργικές κινήσεις να αποφεύγει τις κακοτοπιές που εμφανίζονται στη ζωή του, έχοντας στην κατοχή του το καλύτερο “ιατρικό εργαλείο” που ονομάζεται “ΜΟΥΣΙΚΗ”.