Το “The Magnificent Tree”, το άλμπουμ που έκανε όλο τον κόσμο να είναι mad about και τρελαμένος με τους Hooverphonic, τις τελευταίες ημέρες του Σεπτέμβρη έκλεισε 25 moody χρόνια. Κι όμως όταν πρωτοκυκλοφορεί δεν κάνει τα πλήθη να ριγήσουν από συγκίνηση, και κυρίως ούτε τους κριτικούς. Άδικος ο κόσμος κι ας “γέννησε” τέσσερα single που ταξίδεψαν στα ερτζιανά σαν φώτα σε νυχτερινή ομίχλη. Συμφωνώ πως οι επιτυχίες κάνουν τη διαφορά στην τσέπη της μπάντας και της εταιρείας. Αλίμονο. Ωστόσο και αυτά παίζουν το δικό τους καθόλα τυχαίο ρόλο στη συνείδηση του κοινού.
Δε ξέρω αν έχετε ανάγκη από την αποψάρα μου, αλλά θα την αφήσω εδώ και αν θέλετε τη διαβάζετε: Θα έλεγα πως το “The Magnificent Tree” περιγραφικά και στο σύνολό του αγγίζει το magnificent. Ένα καλλιτέχνημα μελαγχολικό που όμως δε καταδέχεται το σκοτάδι. Ένα άλμπουμ που επιπλέει σε synth-pop λίμνες του 20ού αιώνα με άφθονα new wave στοιχεία που δεν είναι απλώς αναφορές, αλλά σμιλεμένα από μια σύγχρονη πνοή που απελευθερώνει τον αέρα της προς το μέλλον.
Λίγο πριν το ημερολόγιο προσαράξει στο millennium, το μεγάλο κεφάλι πίσω από τη μουσική των Hooverphonic, o πολυ-οργανίστας και programmer Alex Callier είναι εμφανές ότι μετά από δυο άλμπουμ θέλει να ξεφορτωθεί, να αποτινάξει πάνω από τη μπάντα μια συγκεκριμένη ταμπέλα. Αυτό δεν είναι άλλο από το συννεφάκι του trip hop και όχι άδικα. Έχουν εκείνη τη βραδεία καρδιά του Bristol και των υγρών στοών του, μολαταύτα οι Hooverphonic (αρχικά Hoover) θεωρούνται ρέπλικες των Portishead, μια ετικέτα που τους έχει κολλήσει όπως η υγρασία στους τοίχους.
Τα “Mad About You” και “Out of sight” από το τρίτο τους άλμπουμ είναι κλασσικά παραδείγματα αυτού του όχι και τόσο αδικαιολόγητου χαρακτηρισμού από τους fans και τους κριτικούς. Όμως το “Mad About You” είναι το τραγούδι που βάζει το Βέλγικο τρίο στα σπίτια όλων, είτε μέσω του άλμπουμ τους, είτε μέσω των μουσικών εκπομπών μέσα από τις τηλεοπτικές συχνότητες που παίζουν το βίντεοκλιπ κοντά στο “ασταμάτητα”. Το τραγούδι χρησιμοποιείται σε ουκ ολίγες τηλεοπτικές σειρές και ταινίες. Όχι άδικα διότι είναι ξεχωριστό σε όλα τα επίπεδα. Εδώ σκαρώθηκε ένας ύμνος στον παράφορο έρωτα, το σχεδόν εμμονικό που σε κάνει να χάνεις τον έλεγχο όπως το σπάσιμο της φωνής στο ρεφραίν του όταν μετατρέπεται από γλυκιά σε απελπισμένη.

Θα περίμενες λόγω του εν λόγω single και με τη βοήθεια του ταξιδιάρικου “Out of sight”, του αφηγηματικού “Jackie Cane” και του εξαγνιστικού “Vinegar & Salt” το “The Magnificent Tree” θα εξαφανίζονταν από τα ράφια σαν φρέσκο ντόνατ μια οποιαδήποτε Κυριακή πρωί. Μόλις που σκαρφαλώνει λίγο πάνω από 250.000 αντίτυπα, τα 100.000 στην πατρίδα του. Αριθμοί όχι ευκαταφρόνητοι ωστόσο η Epic, η εταιρεία στην οποία έχει βρει η βέλγικη τριάδα, έχει βλέψεις για περισσότερα, δηλαδή για μισό εκατομμύριο αντίτυπα!! Αυτή η απαίτηση ενισχύεται από το γεγονός πως έχει σπαταληθεί και ένα γενναίο ποσό στην ηχογράφηση.
Το τρίτο άλμπουμ των Βέλγων είναι από τα πιο ακριβά που έχουν ηχογραφηθεί στην ιστορία στη χώρα της σοκολάτας και της… μελιτζάνας. Ξοδεύτηκαν 170.000 ευρώ και αυτό διότι τις πρώτες τρεις εβδομάδες η μπάντα οδεύει προς ένα μουσικό μονοπάτι που γρήγορα μοιάζει λάθος. Η αλλαγή πλεύσης δεν κάνει κακό και ο ήχος ξαναχτίζεται με την ήρεμη ένταση που έχουν οι άνθρωποι που ξέρουν που θέλουν να φτάσουν, αλλά δεν έχουν σκαρφιστεί ακόμα το πώς. Τους δικαιώνει το τελικό αποτέλεσμα που σφύζει από στυλ και μια εξόχως αυθεντική ατμόσφαιρα, σαν σκηνές από μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ — γεμάτες πόθο, αποξένωση, αλλά και μια μυστηριώδη, σχεδόν παράξενη τρυφερότητα.
Το εξώφυλλο όπως και στις δυο προηγούμενες δισκογραφικές τους προσπάθειες κυριαρχείται από αυτό το μελαγχολικό μπλε με μια ειδοποιό διαφορά. Αν τα “A New Stereophonic Sound…” και “Blue Wonder Power Milk” παρατηρούν τον κόσμο μέσα από την απόχρωση του μπλε ενός χειμωνιάτικου δειλινού λίγο πριν σκοτεινιάσει εντελώς, το “Magnificent Tree” τον αναλογίζεται μέσα από το όνειρο που διαλύεται λίγο πριν το χάραμα, λίγο πριν το πρώτο φως.
Αν όντως σας κινήσει την περιέργεια να δείτε από κοντά το δέντρο στο οποίο ποζάρει δίπλα η μπάντα, αυτό βρίσκεται στο βελγικό Kieldrecht. Είναι όμως αυτό το ομιχλώδες κυανό το μοναδικό νήμα που ενώνει το “The Magnificent Tree” με το παρελθόν των Hooverphonic;; Μουσικά τo εναρκτήριο κομμάτι με την ονομασία “Autoharp” είναι ίσως και ο τελευταίος συνδετικός κρίκος σαν χειραψία αποχαιρετισμού. Πιστεύω πως δεν είναι τυχαίο που σε υποδέχεται πρώτο στον κόσμο του “Magnificent Tree”. “You are my autoharp, I push every button on your body” αναγγέλλει η Geike με τη μεταξένια της φωνή – σφραγίδα, στέλνοντας μηνύματα, ρυθμούς και δονήσεις στον υποψιασμένο πια ακροατή. Από εκεί και έπειτα παρατηρείς την βελγική τριάδα να εμπλουτίζει τα υπνωτικά beat με ζεστά πνευστά, βελούδινα έγχορδα, αμολώντας στους διαδρόμους ως και παιδικές χορωδιακές φωνούλες.

Η δίψα για ατμόσφαιρα στηριγμένη στη soundtrack αισθητική φαίνεται πως δε λέει να κοπάσει για τον κύριο συνθέτη του συγκροτήματος που έχει προσθέσει ένα αλάνθαστα αυθεντικό vintage στυλ που μοιάζει να έρχεται από μπομπίνες που γυρίζουν σε μαγνητόφωνα του ’60. Άκου το “Jackie Cane” των νοσταλγικών μελωδιών και του ξεκάθαρου πρωταγωνιστή – την κιθάρα του Raymond Geerts – και θα βρεθείς στα σκηνικά μιας γκανγκστερικής ταινίας ή ενός κατασκοπευτικού θρίλερ. Θα’ θελα όσο τίποτε άλλο να το ακούω να ντύνει ένα “The Man from U.N.C.L.E” π.χ. που αναδύει τη σαγήνη των κλασσικών film noir.
Η αοιδός Geike Arnaertνιώθει ήδη οικεία στη δεύτερή της συνεργασία κινούμενη σαν πλάσμα που γνωρίζει ήδη όλα τα μυστικά του κόσμου των Hooverphonic. Ξεδιπλώνει παρουσία και αρετές αβίαστα. Σε σημεία θυμίζει τη μούσα του David Lynch, τη Julee Cruise, κινούμενη ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό ερμηνεύοντας ιδανικά τους προσωπικούς στίχους και τη dream pop που όλοι ονειρευόμαστε με κορυφαία της στιγμή το “Vinegar & Salt”.
Οι Hooverphonic μπορεί να βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα μιας πολυεθνικής αλλά για το “The Magnificent Tree” δεν στερούνται ουδεμίας ελευθερίας ‘η μάλλον σχεδόν καμιάς. Μόνο στον τίτλο τα βρήκαν λίγο μπαστούνια αφού αρχικά ήθελαν να ονομαστεί ο δίσκος ως “The President of the LSD Golf Club” λόγω ενός κωμικού σκηνικού του Callier με ένα οδηγό ταξί στη Νέα Υόρκη.
Όπως έχει πει σε παλιότερη συνέντευξή του ο ιθύνοντας νους των Hooverphonic, λόγω του ότι τα ναρκωτικά ανέκαθεν δεν ήταν politically correct για τίτλο δίσκου μεγάλης εταιρείας, έβαλαν την ιδέα στο συρτάρι. Για τους die hard fans, ο τίτλος δε παύει να θυμίζει κάτι παρότι το 2000 απορρίπτεται. Η ιστορία δείχνει πως τίποτα δε πάει χαμένο και το 2007 παίρνει έτσι την ονομασία το τότε νέο άλμπουμ τους.

This magnificent tree appeared in my mind
Even without leaves, ITS strength was divine
Ανακεφαλαιώνοντας αν ψάχνεις να διαβείς γέφυρες ανάμεσα σε αιθέρια όνειρα και αστικά τοπία που αγκαλιάζονται από παχιά καταχνιά τότε το “The Magnificent Tree” μπορεί να γίνει το καταφύγιο σου. Ένας τίτλος που ονομάζει δικαίως την τρίτη κυκλοφορία των Hooverphonic. Πολύ απλά διότι άπλωσε τις ρίζες του δυνατά στη συνείδηση των οπαδών τους και μπορεί να καθυστέρησε αλλά τελικά έδωσε άνθη για ένα ενδιαφέρον και αξιοπρόσεκτο μέλλον.
ΥΓ. Στο ομώνυμο τραγούδι αν το αυτί σου είναι αρκετά εκπαιδευμένο τότε δε θα’ ναι δύσκολο να πιάσει ένα sample. Αν ψάξεις θα ανακαλύψεις πως είναι από το τραγούδι των Crosby, Stills & Nash με τίτλο “Guinnevere”.
ΥΓ2. Το “Renaissance Affair” παρότι έχει τον άχαρο ρόλο του bonus track της αμερικάνικης έκδοσης του δίσκου, πιάστηκε στο ραντάρ των λαγωνικών του μάρκετινγκ και χρησιμοποιήθηκε σε μια διαφήμιση της Volkswagen. Είπαμε, τίποτα δεν πάει χαμένο.
Κείμενο – επιμέλεια: Γιώργος Γράντης
