GREEN CARNATION: “A Dark Poem Part I: The Shores of Melancholia”

Album

Σαν μια ταινία με επαναλαμβανόμενες “διακοπές” και πρωταγωνιστές να πηγαινοέρχονται, που παρά τις παραδοξότητες καταφέρνει πεισματικά όποτε εμφανίζεται να εξάπτει τα συναισθήματα εμφατικά, μοιάζει η ιστορία των “Green Carnation”. Με πιο αξιοσημείωτες τις μετακινήσεις μελών με τους “In the Woods” να ξεχωρίζουν και τη σπουδαία προσφορά σε όλο το φάσμα της σκληρής μουσικής των περισσότερων εμπλεκόμενων, τα επιτεύγματα της μπάντας μοιάζουν με ένα μικρό θαύμα. Γιατί σε όλη αυτήν την “περίεργη” διαδρομή ποτέ δεν εφησύχασαν με τα “κατορθώματά” τους, αλλά επιδόθηκαν σε ένα πλάνο διαρκούς εξέλιξης που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια σε κάθε τους δημιουργία.

Όλες σχεδόν οι εκδοχές του σκοτεινού ήχου αγκαλιάστηκαν με αφοσίωση, από το Death Metal και το Doom, την Gothic μαυρίλα, το μένος του Black Metal, για να καθίσει η μπίλια τα τελευταία χρόνια σε ξεκάθαρα progressive μονοπάτια, χωρίς να λείπουν στοιχεία από όλα τα προαναφερθέντα είδη. Και βέβαια δεν μιλάμε για το υπέρμετρα τεχνικό των Dream Theater, αλλά γι αυτό που η Σκανδιναβία μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, όπως χαρακτηριστικά των Opeth, Katatonia ή των πρώιμων Soen. Έμπνευση αυτήν τη φορά αποτέλεσε ένα ποίημα του Arthur Rimbaud αφιερωμένο στην Οφηλία του Σαίξπηρ, που την “εκθέτει” στο έλεος των δυνάμεων της φύσης (και συγκεκριμένα στους “ήχους”), σε μια εναλλακτική προσέγγιση που την οδηγούν στον οδυνηρό της θάνατο. Αυτός ο ωχρός κύκνος που επιπλέει στο σκοτεινό ποτάμι σαν θύμα της σκληρής μοίρας, είναι το σύμβολο που στοιχειώνει τους Green Carnation καθώς το πνεύμα του περιπλανιέται σε όλη τη διάρκεια του album.

Οι “όχθες της μελαγχολίας” είναι το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με τον τίτλο “A Dark Poem” (διαρκεί σχεδόν 43 λεπτά), με 6 χορταστικά κομμάτια που κάθε ένα με τον δικό του τρόπο βάζει ένα λιθαράκι στον ζοφερό καμβά που σχηματίζεται. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά του “As Silence Took You” ο αργόσυρτος doom ρυθμός των βαριών riff σε βάζει στο κλίμα, ενώ τα φανταστικά μελωδικά φωνητικά σου δίνουν μια ζεστή αγκαλιά συμπόνιας. Ένας αποχαιρετισμός δεν κατέστη δυνατός, καθώς η δύναμη της σιωπής υπήρξε καταλυτική στην απώλεια μιας ύπαρξης και η “πένθιμη” ροή με τα ενισχυτικά πλήκτρα αποτυπώνουν πειστικά την βαριά ατμόσφαιρα. Με πιο οργισμένη διάθεση και αυξανόμενες ταχύτητες συνεχίζει το “In Your Paradise”, όπως εισέρχεται με επική ορμή με τύμπανα να “πυροβολούν”, κιθάρες να δίνουν όγκο, φωνητικά να βγάζουν πότε πόνο και πότε λυρισμό, ενώ τόσο τα synths όσο και το απαλό σαγηνευτικό φλάουτο (της Ingrid Ose) , προσθέτουν το δικό τους ξεχωριστό “λιθαράκι” στο συνολικό αποτέλεσμα. Από τα ρεφρέν που γρήγορα θα κολλήσουν σαν αναπόσπαστη εμμονή στο μυαλό σου, με στίχους που περιγράφουν όλους εκείνους τους ψεύτικους παραδείσους που σε κρατάνε μακριά από τον “παράδεισο” της καρδιάς σου.

Το “δράμα” συνεχίζεται με το groovy μπάσο να σε βάζει στο πνεύμα του “Me My Enemy”, στο πιο γαλήνιο τοπίο του album όπου οι κιθάρες σε ταξιδεύουν και οι Pink Floyd περιοχές αποκαλύπτονται με περίσσιο σπαρακτικό χαρακτήρα. Μια μπαλάντα θλίψης και ψυχικής φόρτισης, που σε κρατάει αιχμάλωτο στο βούρκο μιας ατελείωτης απελπισίας. Κι εκεί που τα πάντα έχουν καταλαγιάσει, έρχεται μια black metal καταιγίδα (“The Slave That You Are”) να αγριέψει τις διαθέσεις με τον Grutle Kjellson (Enslaved) να ηγείται των growls και τα απανωτά blastbeats με τα δαιμονιώδη tremolo picking να δίνουν μια εντελώς διαφορετική χροιά. Η εναλλαγή με τα μελωδικά γήινα φωνητικά του Nordhus είναι πραγματικό σεμινάριο για πολλούς, ενώ οι “απαγγελίες” του από το μέσο και μετά τρομάζουν και στοιχειώνουν. Ο ορισμός του progressive black metal, για ένα κομμάτι που αποδεικνύει πόσο συναρπαστική μπορεί να γίνει μια μείξη από φαινομενικά ασύμβατα συστατικά, αν βρεθεί η κατάλληλη συνταγή συγκόλλησης κι εδώ γίνεται υποδειγματικά.

Όσο λοιπόν αναρωτιέσαι τι άλλο μπορεί να έπεται, οι Green Carnation στα δύο τελευταία κομμάτια βγάζουν εκλεκτούς “άσσους”, ανεβάζοντας ένα ακόμη ποιοτικό σκαλοπάτι το συνθετικό επίπεδο, πρώτα με το ομώνυμο κομμάτι (“The Shores of Melancholia”) κι έπειτα με το “Too Close to the Flame”. Στο πρώτο η κυρίαρχη μελωδία με τη εύηχη δομή της λειτουργεί με εξαιρετική αμεσότητα, τα riffs με τα synths πάντα σε ρόλο οδηγού κινούνται σε μέσο tempo, με τα συναισθήματα να πλημμυρίζουν τη συννεφιασμένη τοποθεσία που παραμένει παγερά αμετάβλητη, ενώ στο δεύτερο όλα αυτά μαζί παντρεύονται με επιβλητικές progressive εξάρσεις, που σε κρατάνε με άνεση  σε εγρήγορση για εννέα λεπτά, όπου όλος ο δημιουργικός οίστρος εξωτερικεύεται αριστουργηματικά.

Αν από το πρώτο μέρος της τριλογίας ο πήχης ανεβαίνει τόσο ψηλά, ταυτόχρονα μεγαλώνει  η ανυπομονησία και ο ενθουσιασμός για το τι θα ακολουθήσει στη συνέχεια. Γαντζωμένοι σε μελαγχολικές ιστορίες που διευρύνουν τα όρια της θλίψης, αλλά απελευθερωμένοι από στερεότυπα εξελίσσονται απρόσκοπτα με προοδευτική οξυδέρκεια, παραθέτοντας ένα μεγαλοπρεπές πόνημα που σε προσκαλεί να το εξερευνήσεις.

Είδος: Progressive Metal
Δισκογραφική Εταιρεία: Season of Mist
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 5 Σεπτεμβρίου 2025

facebook
bandcamp

Avatar photo
About Γιώργος Καπετανόπουλος 91 Articles
Μόλις άνοιξε τα μάτια κατάλαβε ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψει στην άβυσσο από την οποία προήλθε. Μόνο η τέχνη θα μπορούσε να κάνει υποφερτό το ενδιάμεσο φωτεινό διάστημα. “Εικόνες και λέξεις” για την “γη της επαγγελίας” άκουγε περιπλανώμενος στους “δρόμους” πολλές φορές “αιμορραγώντας”, ψάχνοντας πάντα να βρει την “τέλεια συμμετρία”. “Φοβούμενος το φως του ήλιου” θα αφουγκραστεί το “κλάμα των αγγέλων” και τα “πουλιά της νύχτας”, ενώ “κινούμενες εικόνες” θα “ρέουν” σαν “σκηνές από μια ανάμνηση”. Σαν “ευγενής βάρβαρος” θα συναντήσει τον “πρίγκιπα στην γραμμή της φτώχειας” και θ’ αντιληφθεί ότι οι “νεκροί μπορούν να χορέψουν” ακόμη και υπό το “φόβο του σκοταδιού”. Ο “παράδεισος και η κόλαση” είναι εδώ θα ψελλίσει όταν η “πτώση των καρδιών” θα οδηγήσει στο “βαθύ τέλος”.