Η πρώτη μου επαφή με το συγκρότημα από το Brooklyn, “Geese”, ήρθε σχεδόν τυχαία, καθώς το τελευταίο διάστημα έχω γίνει φανατικός ακροατής του “Mid Day Show”, της εξαιρετικής ραδιοφωνικής παραγωγού Cheryl Waters, του KEXP. Παράλληλα, διάβασα πολύ θετικά σχόλια στον ξένο μουσικό τύπο, οπότε δεν χρειάστηκε πολύ για να μου τραβήξουν την προσοχή.
Οι Geese παρόλα αυτά, φαίνεται πως έχουν αρχίσει να κάνουν θόρυβο και στη χώρα μας. Δεν είναι τυχαίο ότι στα ελληνικά site κυκλοφορούν διθυραμβικές κριτικές, οι οποίες μιλούν για μια μπάντα με σπάνια ενέργεια και «ευρηματική» γραφή. Η ανταπόκριση αυτή δείχνει πως το συγκρότημα δεν περιορίζεται στη διεθνή «φούσκα» του επόμενου μεγάλου indie ονόματος, αλλά βρίσκει απήχηση και εδώ σε ένα κοινό που έχει τα θέματα του με τα «φρέσκα» ακούσματα. Αρκετά όμως με τις συστάσεις, πάμε να δούμε πώς οι Geese έφτασαν μέχρι εδώ.
Το ενδιαφέρον γύρω τους δεν προέκυψε από το πουθενά, χτίστηκε σταδιακά, αλλά φέτος φαίνεται πως έφτασε σε ένα κομβικό σημείο. Μετά από τις πρώτες υποσχέσεις που έδειξαν στις αρχικές τους κυκλοφορίες, κατάφεραν να συγκεντρώσουν γύρω τους μια αίσθηση προσδοκίας. Η φετινή τους παρουσία με πιο τολμηρή παραγωγή και ήχο που δείχνει πλέον ξεκάθαρα, ποιοι είναι, λειτουργεί σαν επιβεβαίωση αυτής της μικρής αλλά λαμπρής διαδρομής. Δεν είναι απλώς μία ακόμη «indie υπόθεση», αλλά ένα σχήμα που φαίνεται να βρίσκει την ταυτότητά του, να αποκτά αυτοπεποίθηση και να καταφέρνει να ξεχωρίσει μέσα στον «ασφυκτικά» γεμάτο χώρο της σύγχρονης εναλλακτικής σκηνής. Γι’ αυτό και φέτος η παρουσία τους μοιάζει δικαιολογημένα ενισχυμένη και συζητημένη.
Με το “Getting Killed”, παραδίδουν το πιο ώριμο, «συμπαγές» album της μέχρι τώρα πορείας τους. Ο δίσκος κινείται με εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση ανάμεσα σε post-punk εντάσεις, νεοψυχεδελικές «εξάρσεις» και στιγμές σχεδόν θεατρικής υπερβολής. Η παραγωγή είναι αρκετά «θαρραλέα» ώστε να αφήνει χώρο στις αντιφάσεις της μπάντας, την ωμή ενέργεια από τη μία και την μελωδικότητα από την άλλη. Τα τραγούδια ξεχωρίζουν όχι μόνο για τον δυναμισμό τους, αλλά και για τον τρόπο που εξελίσσονται μέσα σε λίγα λεπτά . Το album δεν είναι «εύκολο», αλλά αυτό είναι και το μεγάλο του “ατού”, απαιτεί την προσοχή σου και μετά σε ανταμείβει γι’ αυτό.
Φωνητικά, ο Cameron Winter δίνει «ρεσιτάλ». Παίζει ανάμεσα στην αγωνία και στην ανεξήγητη μελαγχολία. Μυστήριος, ιδιαίτερος, απρόβλεπτος. Οι κιθάρες, κοφτές και ευέλικτες, έρχονται να στηρίξουν τις «παλαβές» αφηγήσεις του ενώ παλεύουν να κρατήσουν το χάος υπό έλεγχο. Το album ξεκινάει το album, με το “Trinidad”, και αποκαλύπτει πως οι Geese έχουν πλέον αφήσει οριστικά πίσω τους την «αφέλεια» των πρώτων χρόνων. Καθώς πάμε προς την μέση του δίσκου, τα πιο σκοτεινά και ατμοσφαιρικά κομμάτια αναδεικνύουν την επιδέξια πλευρά της μπάντας, ενώ το «φινάλε» αφήνει μια αίσθηση εξάντλησης, όπως εκείνη τη στιγμή που ο δυνατός θόρυβος σταματά και συνειδητοποιείς τι χαμός έχει προηγηθεί.
Ένα από τα κομμάτια που προτείνω είναι το “100 Horses”. Αυτό μπορεί να τραβήξει το ενδιαφέρον ακόμη και των μεγαλύτερων σε ηλικία ακροατών. Η ενέργεια του, ο τρόπος που χτίζει την ένταση, κουβαλάει κάτι το παλιομοδίτικο με την καλή έννοια, την αίσθηση δεξιοτεχνίας και «ανεπιτήδευτου πάθους». Η κιθάρα με τον Gus Green σε φόρμα θυμίζει τις εποχές όπου ένα riff μπορούσε να απογειώσει ολόκληρο τραγούδι.
Σε μια χρονιά που κυκλοφορούν δεκάδες indie δίσκοι, το “Getting Killed” ξεχωρίζει, επειδή παρά τις ιδιομορφίες, του μπορεί να κάνει crossover σε μεγάλο κοινό. Δεν θα μου κάνει εντύπωση αν τους δούμε στα μεγάλα μουσικά φεστιβάλ (συμμετέχουν στο Primavera), αν και θα προτιμούσα να τους δω σε ένα σκοτεινό, μικρό, κλειστό χώρο.
Φυσικά και δεν είναι μόνο τα τραγούδια που αναφέρθηκα ο δίσκος. Ολόκληρος είναι θαυμάσιος, και μάλιστα έχει μια ορμή που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Είναι η στιγμή της μπάντας που επιτέλους δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. Η αυτοπεποίθηση είναι εμφανής στη στιβαρότητα των συνθέσεων, στη δραματικότητα των ερμηνειών και στην παραγωγή που αποφεύγει την παγίδα της υπερβολής. Εκεί όπου οι προηγούμενες δουλειές τους ήταν υποσχόμενες, η νέα τους κυκλοφορία είναι απαιτητική και ακριβώς γι’ αυτό ξεχωρίζει.
Είδος: Rock / Indie rock / Post punk
Εταιρεία: Partisan records/ Play it again Sam
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 26 Σεπτέμβρη 2025
