We must suffer to free our pain
Can you help us to find our way
Στην απόπειρα να αριθμήσουμε τις πληγές που χάραξε βαθιά το “Elizium”, οι λέξεις βρίσκονται στον άχαρο ρόλο τους, καθώς το συναίσθημα ξεπερνά τη λογική διατύπωση. Τριανταπέντε χρόνια μετά δε γνωρίζω αν έχουμε βρει το δρόμο μας. Πιθανόν μας τον υπέδειξε τότε ο Carl McCoy μέσα από το τρίτο του πόνημα, το τελευταίο με την αυθεντική σύνθεση των Fields of the Nephilim που όλοι λατρέψαμε και ακολουθήσαμε τυφλά. Ναι, πόνεσε, μόχθησε παραδίδοντάς μας ίσως και το απαύγασμα της δημιουργικότητάς του, ένα άλμπουμ/σταθμό μεθοριακό, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στο φως και το σκοτάδι, στον άνω κόσμο και στο επέκεινα.
Το “Elizium” στην αρχική του σύλληψη ήταν ένα και μόνο σώμα και έτσι το αποδεχόμαστε: σαν κάτι αδιαίρετο και όχι ένα σκορποχώρι συνθέσεων. Πλειοψηφικά μιλώντας αντικρίζουμε το απόλυτο άλμπουμ των Fields of the Nephilim, εκεί που όλα κούμπωσαν με την ακρίβεια παλιού ρολογιου. Κι αν δεν στρογγυλοκάθισαν πάνω του, τουλάχιστον άγγιξαν το συννεφάκι της τελειότητας.
Οι Nephlim γνωρίζουν πως για να κάνουν το βήμα και να μην κόβουν πάντα δεύτεροι το νήμα σε αναγνωρισιμότητα (μην πούμε ποιοι είναι πρώτοι, κάθε γότθος που σέβεται τον εαυτόν του γνωρίζει), πρέπει να προβούν άμεσα σε κινήσεις ματ. “Θέλαμε η παραγωγή να είναι όσο πιο καθαρή, ευδιάκριτη και επική γίνονταν” έχει εξηγήσει παλιότερα η ψυχή που κρατάει σφιχτά το μαύρο φως των Fields of the Nephilim. Είναι ρίσκο. Ποιος μπορεί να γνωρίζει αν θα άπλωναν το χέρι στο νέο κάλεσμα ή αν θα γύριζαν την πλάτη οι φημισμένα αυστηροί fans του χώρου, ακούγοντας κάτι διαφορετικό;

Για πρώτη φορά λοιπόν στη δισκογραφία τους οι Nephilim αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους τη γνώριμη φιγούρα του Bill Buchanan και προχωράνε σε μεταγραφή Τσάμπιονς Ληγκ φέρνοντας στο κατώφλι τους τον Andy Jackson. Ποιός είναι ο κυριούλης που δέχθηκε να ιππεύσει με αυτούς τους σκονισμένους καουμπόηδες από τη Sumerland;; Από τα καθόλου λίγα τιμητικά γαλόνια στο βιογραφικό του ξεχωρίζει ένα: είναι μηχανικός ήχου στους Pink Floyd για μια δεκαετία και σε παλαιότερες δηλώσεις του παραδέχεται τους Nephilim “που ήξεραν τι θέλουν να κάνουν και είχαν μουσικό προσανατολισμό.”.
Στο “Elizium” οι Nephilim επίσης έχουν πολλά πάρε δώσε με τον ήχο του σχήματος που έχει παραδώσει στη παγκόσμια μουσική ένα “The Wall”, ένα “Wish You Were Here” και πολλά άλλα. Τα πλήκτρα στο άλμπουμ παίζει ένας ακόμα συνεργάτης των βασιλέων της ψυχεδέλειας, ένας ακόμα μυημένος στο μυστικό κώδικά τους, ο Jon Carin, ενώ μεγάλο μέρος του δίσκου ηχογραφείται στο πλωτό στούντιο – έπαυλη του David Gilmour. Γίνεται κατανοητό πως πόρτες ξεκλειδώθηκαν και βρεθήκαμε σε διαδρόμους που περιπλανιέται κάθε απόχρωση της ψυχεδέλειας, η καταχνιά της οποίας περικυκλώνει απειλητικά τη μουσική των Nephilim. Στο “Elizium” γίνεται πιο αισθητή από ποτέ όπως και η αποδομημένη δομή με την απουσία της συμβατικής ακολουθίας κουπλέ – ρεφρέν.
Οι κιθάρες σε πολλά σημεία εκφράζονται με την ίδια γλώσσα που το έκανε άκρως πετυχημένα τους ένδοξους καιρούς του το δίδυμο αγάπης/μίσους Waters – Gilmour, ενώ ο τρόπος σύνδεσης των τραγουδιών σε σέρνει σε ταυτόσημες περιφορές γύρω από την σκοτεινή πλευρά του Φεγγαριού (Dark side of the moon). Ωστόσο το ψυχεδελίζον νεφέλωμα που απελευθερώνεται μέσω των Fields of the Nephilim εκπνέει σκότος και εσωστρέφεια. Μέσα από λαβυρινθώδη αδιέξοδα σε οδηγεί με ξεναγό την αλλόκοσμη χροιά της καθοδηγητικής και παράλληλα μεσμερικής φωνής του McCoy.

So take the dream…
Σε σημεία νιώθεις ότι υποβάλλεσαι σε μια υπνογόνα κατάσταση όπου σταδιακά οι συνειδητές σου αισθήσεις δεν καταργούνται αλλά αρχίζουν να στραγγίζουν. Ρέουν σαν λάδι από τις χαραμάδες του εαυτού σου και χύνονται σε ένα αόριστο βάθος. Φτάνεις στα όρια σου αδυνατώντας να ερμηνεύσεις σε τι νερά επιπλέεις (drowning in waters of reality, tell me what is reality). Έντονο παράδειγμα της διολίσθησης που υπόκεισαι το “At The Gates Of Silent Memory” όπου μεταξύ άλλων σε ψαύει αμυδρά η φωνή του Aleister Crowley μέσα από αρχαίες μπομπίνες απαγγέλοντας μέρος του ποιήματος του με τίτλο “At Sea”.
Ελάχιστη αναφορά στον Κθούλου εδώ, απολωλός στα Τάρταρα της λήθης του “μνημονεύεται” μόνο μέσω του ορχηστρικού “Dead But Dreaming” που ανοίγει το μυστικιστικό χορό του “Elizium” και είναι το πρώτο από τα συνολικά τέσσερα μέρη που απαρτίζουν την πρώτη πράξη. Στο αμέσως επόμενο “For Her Light”και ακολούθως στο “Paradise Regained” ο αέρας αλλάζει ακαριαία και η κατάσταση γίνεται άμεσα παράξενη. Όχι στο μουσικό τομέα καθότι τουλάχιστον το “For Her Light” είναι ένα υμνάριο ικανό να γεμίσει όλες τις goth πίστες και δεν είναι τυχαίο που επιλέγεται ως το ένα από τα δυο single του τρίτου δίσκου τους αν και οι ίδιοι αφορίζουν εγχειρήματα σύνθεσης ολιγόλεπτων σουξέ. Θα μπορούσε να του διανεμηθεί ρόλος ανεξάρτητος αλλά θα υπήρχε σημαντικός κίνδυνος να χαλάσει η μαγική συνδεσιμότητα. Τι έχουμε εδώ στιχουργικά, τι ξεδιπλώνεται στο ημίφως; Γεννιούνται αμέσως τόσα και τόσα ερωτήματα ιδιαίτερα με την ερωτική (;;) εξομολόγηση του McCoy στο “Paradise Regained”. Που αναφέρεται ο Μέγας Μάγιστρος;; Ο McCoy, ένα πλάσμα με τέτοιο απόκοσμο τρόπο σκέψης που λειτουργεί σαν να μην ανήκει πλήρως σε αυτόν τον κόσμο, να αναφέρεται σε μια ερωμένη; Έστω σε μια αδελφή ψυχή;;; Σε ανύποπτο χρόνο το’χε χαζοπαραδεχθεί πως περνούσε δύσκολες στιγμές και το “Elizium” ήταν το πιο καταθλιπτικό τους δημιούργημα. Το μήνυμα εστάλη μέσα από την πύρινη φωνή του: Αγάπη της ζωής μου, έλα πάρε με μακριά από δω (take me there, you’re my ticket out a here, all come down, take me out a here, take me there). Λύτρωσέ με (I feel some kind of heaven , hear me, give me some kind of heaven). Γίνε το καταφύγιο μου για τη νύχτα (Be my shelter and refuge for the night).
Το δόγμα της αντιμεταχωρήσεως της διττής φύσης του έρχεται να επαναφέρει την τάξη με το “Submission”, όταν και γίνεται λόγος για αρχαίους θεούς και σκιώδεις διαβόλους. Στο τέλος του δεύτερου σόλο του μπορείς να ακούσεις και τον ήχο της χορδής που σπάει, γνώρισμα άγριας και ακατέργαστης σωματικής έντασης. Δεύτερο single το “Sumerland (What Dreams May Come)”, το οποίο το ακούς σε διαφορετική εκδοχή (dream version) απ’ ότι στου δίσκου. Τα σπιρούνια του εναρκτήριου riff πετάνε σπίθες από το “Life in the fast lane” των Eagles ένα στοιχείο που δε με παραξενεύει στο ελάχιστο καθότι ενδεχομένως να είναι και φόρος τιμής στο cowboy style των δημιουργών που αφενός θεμελίωσαν θρυλικά τραγούδια όπως το “Hotel California” και αφετέρου ολόκληρο το μυθολογικό σύμπαν στο οποίο περιφέρονται οι Nephilim.
“Όταν είμαστε μαζί φτιάχνουμε καλούς ήχους” αναγνωρίζει ο μεγαλύτερος goth crooner όπως και το ότι όλοι τους πάντα προσπαθούσαν ενδελεχώς να πειραματιστούν μέσα από τζαμαρίσματα, εξερευνώντας νέα ηχητικά εδάφη δίχως κάποια συγκεκριμένη φόρμουλα κατά νου. “Αρεσκόμαστε στις διηνεκείς συνθέσεις που κρατάν επ’ αόριστον” καταλήγει παρέχοντας “άλλοθι” στο μισό τουλάχιστον άλμπουμ κι όχι μόνο σ’ αυτό.

You’re here to stay
Stay here in paradise
Όπως όλα τα όνειρα, έτσι και αυτό θρυμματίζεται σα ραγισμένο γυαλί στις απάνθρωπες παλάμες του χρόνου και ο Carl McCoy αποχωρεί το 1991 μάλλον περισσότερο για να ξεφύγει από μια επίπονη κατάσταση που μόνο αυτός γνωρίζει ή που σοβούσε για καιρό στις τάξεις των Nephilim και λιγότερο για να κυνηγήσει νέες καλλιτεχνικές εμμονές. Η απουσία των συμπολεμιστών του είναι, δίχως άλλο, δεδομένη. Πριν χαθεί για άλλες ηχητικές πολιτείες ιππεύοντας στο δειλινό όπως συνηθίζουν να κάνουν οι “ήρωες” στα αγαπημένα του σπαγγέτι γουέστερν, βγαίνει με το συγκρότημα στο δρόμο για κάποια δοξασμένα live shows, όπως εξάλλου έχτισαν εξ’ αρχής το θρυλικό τους όνομά. Μέρος τους ακούτε στη live κυκλοφορία με τίτλο “Earth Inferno”.
Ο ίδιος περιγράφει πως οι καιροί ήταν παράξενοι για τη μπάντα και φαίνονταν πως δε θα κρατούσε πολύ το πράμα αν και πάντα έχει να πει τα καλύτερα για τις συναυλίες που έκαναν και πόσο πιστά αιχμαλωτίζουν την ατμόσφαιρα των τραγουδιών. Οι Fields of the Nephilim διαλύουν πάνω στο καλύτερο, εκεί που κατά την άποψή μου έχουν πιάσει το peak τους.
Πατάμε γερά στα 90’s. Τι μέλλει γενέσθαι για τους καουμπόιδες της Αποκάλυψης με τα ολόμαυρα Gauchos; Ήταν από τη μια ο φρόντμαν και από την άλλη όλοι οι υπόλοιποι. Ο McCoy ιδρύει τους περιστασιακούς Nefilim και μας συγκλονίζει με τον aggressive βρυχηθμό του “Zoon” που δυστυχώς και αλίμονο δεν έχει συνέχεια. Όσο για τους υπόλοιπους Fields of the Nephilim, δε κάθονται με σταυρωμένα χέρια. Προσλαμβάνουν έναν Andy Delany και σχηματίζουν προς χάριν όλων μας τους Rubicon σε μια προσπάθεια να συνεχιστεί η κληρονομιά χωρίς τον σκοτεινό της ποιμένα. Προς μεγάλη μας λύπη αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και ύστερα από δύο δίσκους βάζουν τελεία και διαλύονται.
Μείναμε εμείς να αγωνιζόμαστε μήπως και απελευθερωθούμε από τη δίνη του “Elizium”.
Κείμενο – επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

