Man verliert sich in ihrer Musik
Το προ – Sci – fi αριστούργημα του H. G. Wells «The Time Machine» έχει συναρπάσει γενιές και γενιές με την ρηξικέλευθη έμπνευση και την ανήκουστη ακόμα και για σήμερα προβλεψιμότητα για το μέλλον της γης. Μέσα εκεί συναντάμε την μελλοντική φυλή των σοφών, άκακων και ειρηνικών Eloy που δεν πειράζουν «ούτε μυρμήγκι» και πέφτουν σαν τα πρόβατα από την αντίπαλη φυλή των βάρβαρων κανίβαλων Morlocks που ζουν μέσα στα λαγούμια και κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνουν στην επιφάνεια, κατασπαράζουν έναν Eloy και ξαναχώνονται μέσα στο χώμα!
Το υπέροχο αυτό βιβλίο φυσικό ήταν να γεννήσει έναν αυτόνομο φανταστικό λογοτεχνικό ρεύμα με ιστορίες για ταξίδια στον χωροχρόνο, να γίνει ταινία, να εμπνεύσει τραγούδια και δίσκους, αλλά και να βαφτίσει μπάντες: Απ΄όσο θυμάμαι Morlocks ήταν το όνομα ενός νέο – γκαράζ Αμερικάνικου γκρουπ στα μέσα των 80’s, αλλά και μιας Σουηδικής industrial μπάντας στις αρχές των 90’s. Εμείς όμως θα ασχοληθούμε σήμερα με μία παρέα από το Αννόβερο που το 1969 μαγεύτηκε από το εν λόγω βιβλίο και προσδοκώντας να αναζητήσει την αιώνια σοφία μέσω μιας μουσικής που δεν είναι εύκολο να αναλυθεί, απαιτώντας απόλυτη περισυλλογή, μπόλικα τσιγάρα (ή πούρα για τους μερακλήδες), χαμηλά φώτα και μεγάλη αυτοσυγκέντρωση, βάφτισαν εαυτούς Eloy.
Η αρχική τους σύνθεση ήταν Frank Bornemann (ένας εξαιρετικός πολυπράγμων και άκρως καταρτισμένος κιθαρίστας, παρότι η πένθιμη και μελαγχολική φωνή του “έπασχε” και αναμφισβήτητα ο απόλυτος αρχηγός τους καθόσον είναι το μόνο κοινό ιδρυτικό μέλος σε όλα τα άλμπουμ που εξετάζουμε εδώ), Fritz Randow (ντραμς, φωνητικά), Erich Schriever (κήμπορντς, φωνητικά), Manfred Wieczorke (κιθάρα, φωνητικά) και Wolfgang Stocker (μπάσο, φωνητικά). Από τις πρώτες τους εμφανίσεις παρουσίαζαν μια μουσική με πολλά διαφορετικά στοιχεία και με μόνιμες αναφορές σε θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως επιστημονικής φαντασίας. Παρότι υπηρέτησαν σεβάσμια το prog και το space rock στα πρώτα τους άλμπουμ, δεν κατέστησαν πρωτεργάτες του krautrock καθόσον ο ήχος τους είχε πολλές επιρροές από Pink Floyd, King Crimson, Yes, και Camel. Ειδικά οι πρώτοι μπορεί να επηρέασαν πολλούς, αλλά στην περίπτωση των Eloy μπορεί να τους έκαναν και «ζημιά».
Στην Γερμανία τότε δεν υπήρξε γκρουπ που να μην είχε γοητευτεί από τους Pink Floyd και να εντρυφούσαν λίγο ή πολύ στα τοπία που αυτοί άνοιξαν, απαρνούμενοι να προχωρήσουν παραπέρα. Έτσι πορεύτηκαν και οι Eloy παρότι άργησαν πολύ να τους ξεπεράσουν (και ποιος θα το τολμούσε άραγε;) και από την αρχή τους κόλλησαν την ρετσινιά ότι δεν ήταν τίποτε περισσότερο παρά οι Pink Floyd της Γερμανίας στερώντας τους την επιτυχία στην Αμερική, ενώ άλλοι λιγότερο ταλαντούχοι από αυτούς πουλούσαν. Ακόμα όμως κι αν ισχύει κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν πέρναγαν απαρατήρητοι. Όπως απαρατήρητα δεν πέρασαν ούτε τα υπέροχα εξώφυλλα – έργα τέχνης των άλμπουμ τους, αρνούμενοι να προβάλλουν τα πρόσωπά τους για «μόστρα» (δεν είχαν και φωτογένεια άλλωστε – δέστε την φωτογραφία τους και θα καταλάβετε…), ωθώντας τον νέο της εποχής να επικεντρωθεί στην μουσική τους – και τί μουσική!

Eloy BAND PHOTO: Αριστερά: Fritz Randow, Πάνω: Manfred Wieczorke, Δεξιά: Erich Schriever, Κάτω: Frank Bornemann
Ο κρυφός τους πόθος ήταν να υπογράψουν στην Harvest πιο πολύ γιατί ήταν αυτή των Pink Floyd παρά για οτιδήποτε άλλο και το πέτυχαν γιατί και η εν λόγω εταιρεία από την πλευρά της θα έκανε τα πάντα για να τους αποκτήσει με τέτοιο ήχο. Λάβετε δε υπόψη ότι τότε οι εταιρείες δεν δέχονταν Γερμανικά γκρουπς γιατί τα θεωρούσαν β΄ διαλογής και απαιτούσαν ρεπερτόριο κυρίως από διασκευές και με τα δεδομένα αυτά ήταν μεγάλο ρίσκο για μια Γερμανική μπάντα με δικές της συνθέσεις να υπογράψει σε μεγάλη εταιρεία. Οι Eloy ήταν οι πρώτοι που «έσπασαν» αυτά τα δεσμά κάνοντας μια νέα αρχή προς άγνωστη (ακόμα) κατεύθυνση.
Η μουσική τους χαρακτηρίζεται από μια επίμονη επαναληπτικότητα βασικών θεμάτων με τραγούδια που άνετα θα μπορούσαν να σταθούν σαν ινστρουμένταλ, αλλά οι λιτοί στίχοι του Bornemann παρέμβαιναν και ξεκολλούσαν αυτήν την ετικέτα αναιρώντας την “διαστημική” χροιά των κομματιών αφού ούτε Αγγλικά ήξερε, ούτε φωνή είχε. Όπως και να΄χει ετοιμαστείτε για ατέλειωτα οιονεί τζαμαρίσματα με χειμαρρώδη σόλα στις κιθάρες, ατέρμονο αυτοσχεδιασμό στα πλήκτρα και γενικά μια ατμοσφαιρικά «κολλημένη» μουσική που θέλεις βαθιά περισυλλογή για να την ακούσεις (και κυρίως να την ευχαριστηθείς) σήμερα. Ναι, αλλά πόσοι από εσάς διαθέτετε αυτά τα προσόντα;
Δίνοντας πολλές συναυλίες στη χώρα τους και πέρα απ΄ αυτή, απέκτησαν ένα κοινό που είναι ικανό να τους συντηρεί ακόμα έως τις μέρες μας. Γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη και ειδικά στην Γερμανία και από όλη την δισκογραφία τους θα κάνουμε μια αυστηρή επιλογή στους δίσκους που κατά την γνώμη μας αξίζουν για να ασχοληθείτε μαζί τους και φυσικά είναι οι πρώτοι τους…
Ο υπότιτλος του άρθρου (τον οποίο επεξηγώ στο τέλος) επικράτησε αφού «κόπηκε» την τελευταία στιγμή το: «Οι Γερμανοί Pink Floyd».
Τόσο απλά:
1.) Inside

Track listing: Land of No Body – Inside – Future City – Up and Down.
Δισκογραφική Εταιρεία \ №: Harvest, EMI Electrola 1C 062-29 479
Παραγωγή: Eloy
Έτος Κυκλοφορίας: 1973
Με το Inside παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το ψυχεδελικό space κράμα του ήχου τους, φέρνοντας μαζί του ατμοσφαιρικές καταστάσεις με έντονο λυρισμό και πομπώδη έκφραση που αποκαλύπτει την βαθύτερη ενασχόλησή τους με τα «μαύρα κι άραχλα» χρώματα της ψυχής τους. Πουθενά δεν θα βρεις χαρούμενο ή πολύχρωμο τραγούδι εδώ, παρά έναν διαρκή θρήνο και κοπετό που κουράζει αφάνταστα…. Το ονειρικό στοιχείο των Pink Floyd διακρίνεται εύκολα ως η κυριότερη επιρροή ειδικά δε το Saucefyl of Secrets «κάνει μπαμ» από μακριά! Τα τραγούδια είναι πολύπλευρα, πολυρυθμικά και συνδεδεμένα κάπως άγαρμπα μεταξύ τους αποτελούμενα από διαφορετικά θέματα που προσπαθούν να μας τα σερβίρουν ως ένα ενιαίο έργο και αυτό δεν βγαίνει πάντα σε καλό.
Αυτό συμβαίνει στο δεκαεπτάλεπτο Land of No Body που καλύπτει όλη την Α’ πλευρά όπου απλά πήραν το Set the Controls… σαν βάση και το μεταμόρφωσαν εξολοκλήρου, πότε με εκκλησιαστικό κημπορντ και πότε με χαμοντ αλλά και με χαρντ περάσματα βασιζόμενο στα θαυμάσια ριφ του μπάσου του Stocker που το καθοδηγεί και το χωρίζει σε μέρη. Δεν αποφεύγεις να το χαρακτηρίσεις ψυχεδελικό καθώς «κυλάει» σαν ρυάκι πότε σε γρήγορους και πότε σε υπνωτικούς ρυθμούς προσομοιάζοντας με ένα κολοσσιαίο τζαμάρισμα όπου ο ένας μουσικός ρίχνει την ιδέα και όλοι οι υπόλοιποι ακολουθούν με ελαφρώς «ανατολίζοντα» σόλο στα πλήκτρα και στις κιθάρες, αλλά η φωνή όταν ανεβαίνει φαλτσάρει φρικτά! Μέτριο κομμάτι και κουραστικό αρκετά με τα σημερινά δεδομένα.
Τα εκτρώματα του Saucefyl of Secrets επιμένουν αλλά μας γοητεύουν στο Inside ιδανικό για «χάσιμο» παντός είδους, στο Future City όπου ανατολίτικα κρουστά μας ταξιδεύουν σε μια πόλη του μέλλοντος με ατέλειωτα σόλο που δείχνουν την όρεξη των νέων της εποχής να χαθούν στο διάστημα (αν ήξεραν μόνο τις συνέπειες θα έκαναν πέρα…) με τους Jethro Tull του Aqualung να «παραμονεύουν» και στα φωνητικά και στο «χρώμα» του κομματιού και στο οκτάλεπτο αργό, νωχελικό και εξωγήινο Up and Down με πολύ μεστό μπάσο που υποβαθμίζει ακόμα και τα ανύπαρκτα «από το βάθος του πηγαδιού» φωνητικά (και σαν ινστρουμένταλ θα μπορούσε άνετα να σταθεί).
Στο εξώφυλλο μέσα σε διαστημικό φόντο (για να ξέρουμε και τί θα ακούσουμε) ένα ρομποτικό χέρι κρατάει τον….Κρόνο!
Δεν είναι άσχημο για ντεμπούτο, αλλά… οι Pink Floyd τότε μεσουρανούσαν! Ποιος χρειαζόταν έναν ακόμα «κλώνο» τους;
2.) Floating

Track listing: Floating – The Light from Deep Darkness – Castle in the Air – Plastic Girl – Madhouse.
Δισκογραφική Εταιρεία \ №: Harvest, EMI Electrola 1C 062-29 521
Παραγωγή: Eloy
Έτος Κυκλοφορίας: 1974
Στο εξαιρετικό για μια ακόμα φορά εξώφυλλο συναντάμε το λογότυπο που θα τους συντροφεύει για πάντα από δω και στο εξής με ανθρώπινα όντα να αναδύονται σε ένα «αρειανό» τοπίο.
Παρότι οι Pink Floyd έχουν ήδη βγάλει το Dark Side… οδηγώντας την μουσική σε νέα πεδία, αυτοί εξακολουθούν να παραμένουν στην προ – Dark φάση και εντρυφούν με μεγάλη επιδεξιότητα! Σε space αισθητική και πάλι αλλά αυτή τη φορά ακόμα πιο «χαμένη» στο άγνωστο καθόσον εδώ μπαίνει και η ανατολική μουσική για να πλουτίσει κι άλλο το χαρμάνι τους τονίζοντας την σημασία των ταξιμιών και την επιρροή τους στην δυτική μουσική. Αρχίζουν να αυτονομούνται από τις επιρροές τους (πάντως και σαν χαρντ ροκ μπάντα δεν θα πήγαιναν άσχημα με ένα ικανό τραγουδιστή… ναι σωστά καταλάβατε: τα φωνητικά ακούγονται σαν πίσω από πόρτα και ευτυχώς καταλαμβάνουν μόλις το 10% των κομματιών!!) και να βγάζουν την δική τους ταυτότητα και μουσική και το κάνουν με άκρως γοητευτικό τρόπο που δεν κουράζει καθόλου καθόσον εδώ το ένα κομμάτι είναι καλύτερο από το άλλο! Ο Stocker φεύγει και το μπάσο παίζει ο εμφανώς καλύτερος Luitjen Jansen, και όλοι μαζί ακούγονται πιο μεστοί έχοντας βελτιώσει σαφώς την παραγωγή και το εξαιρετικό καθ΄ όλα παίξιμό τους που αποκαλύπτει τις δεξιοτεχνίες τους. Κάλλιστα τα μεγάλης διαρκείας κομμάτια και πάλι που βρίσκονται εδώ θα μπορούσαν να σταθούν σαν θαυμάσια ινστρουμένταλς!
Και μια και αναφερόμαστε στα τελευταία, δεν μπορούμε να μην θαυμάσουμε το ψυχεδελικό διαμάντι της εποχής Floating που παρότι στην άλλη όχθη του Ατλαντικού θα ήταν ξεπερασμένο, εδώ κυριαρχεί ολόφρεσκο και πολύχρωμο με ένα σόλο χαμένο στα αβαθή πέρα για πέρα «ρέοντας» σε μαγικά αυλάκια που μας κατατροπώνουν κι ας διαρκεί μόνο τέσσερα λεπτά! Αντίθετα το χαρντροκίζον επτάλεπτο Castle in the Air στα χέρια των Scorpions της εποχής (σαν να έμεινε έξω από το Fly to the Rainbow ακούγεται) θα μπορούσε να γίνει αριστούργημα και τα ανατολίτικα περάσματά του μας ταξιδεύουν σε ένα αέρινο κάστρο γεμάτο θρύλους και ανείπωτα μυστικά όπου belly dancers με πολύχρωμα πέπλα μας σαγηνεύουν με τα λικνίσματά τους και κρυφά μας περιμένουν να ανακαλύψουμε το χαμένο θησαυροφυλάκιο του κάστρου με τους ακατανόμαστους τρομακτικούς φύλακες – τέρατα. Ναι, τόσο πολύ με συνεπήρε!
Η «φλουντική» ατμόσφαιρα όμως δεν λέει να φύγει: αφενός στο 14λεπτο The Light from Deep Darkness που με τις εξάρσεις του προσπαθεί να φωτίσει με το άγνωστης πηγής φως που μόνο αυτοί γνωρίζουν το απόλυτο σκοτάδι της ψυχής μας και προσπαθούν με τον καλύτερο τρόπο να μας μυήσουν σε τούτη την μαγική τελετή αφής του με έναν παιδιάστικο σήμερα αλλά μαγικό για τα δεδομένα της εποχής τρόπο! Το κήμπορντ του Schriever είναι φανταστικό και παραμυθένιο πέρα από κάθε σύνορα και περιορισμούς οδηγώντας το νου σε άγνωστους κόσμους πέρα από τον γαλαξία μας περνώντας από την μπουνάτσα στην τρικυμία των μεταλλικών κιθάρων εμπλουτιζόμενο από το διαστημικό «μπαρετικό» σόλο του Frank Bornemann (είναι δυνατόν να παίζει έτσι και να μην έχει επηρεαστεί από την μισότρελη ιδιοφυία;) καθιστώντας το σήμα κατατεθέν της μπάντας και αγαπημένο στάνταρντ στα λαιβ τους. Αφετέρου το εννιάλεπτο Plastic Girl παρότι δεν είναι παρά το Set the Controls… διαφορετικά παιγμένο δεν παραλείπει να αφηνιάσει με τις χαρντ ροκ εξαιρετικές κιθαριές του Frank Bornemann , ούτε αποκηρύσσει την ανατολή ως βάση εκτόξευσης για το αχανές διάστημα…
Και δεν μας πειράζει που το Madhouse είναι επηρεασμένο σφόδρα από το Aqualung των Jethro Tull, με πολλά «μεταλλικά» εφφέ και εκπληκτικά κρεσέντα γιατί και έτσι τους απολαμβάνουμε.
Φανερή η πρόοδός τους και εδραιώνονται με τούτο τον δίσκο που κατ΄ εμέ είναι και ο πιο «ταξιδιάρικός» τους!
3.) Power and the Passion

Track listing: Introduction – Journey into 1358 – Love Over Six Centuries – Mutiny – Imprisonment – Daylight – Thoughts of Home – The Zany Magician – Back into the Present – The Bells of Notre Dame.
Δισκογραφική Εταιρεία \ №: Harvest, EMI Electrola 1C 062-29 602
Παραγωγή: Eloy
Έτος Κυκλοφορίας: 1975
Με αυτό το άλμπουμ το συγκρότημα ξεπέρασε τα όρια της Γερμανίας παρουσιάζοντας την πληρέστερη (έως τότε) πρότασή του. Ο Wieczorke φεύγει από την κιθάρα και αναλαμβάνει τα κημπορντς στην θέση του Schriever και ως δεύτερος κιθαρίστας προστίθεται ο Detlef Schwaar.
Είναι ένα concept (επιτέλους) άλμπουμ (που αποτελεί την αρχή για άλλα εξαιρετικά) με κεντρικό ήρωα τον Jamie, που καταπίνει ένα «χάπι χωροχρόνου» και μεταφέρεται στο Παρίσι το έτος… 1358 όπου γνωρίζει την Jeanne και μετά από δάση μπάφων που καταναλώνουν, ξεσηκώνονται ενάντια στους αφέντες τους και καταλήγουν στην φυλακή, όπου τότε ο μάγος Zany εμφανίζεται και επαναφέρει τον Jamie στην εποχή του (σχετικά κεφάλαια είναι και οι τίτλοι των τραγουδιών). Τα σόλο του Bornemann μπορεί να είναι λιτά αλλά είναι ολοκάθαρα και περιεκτικά όσο πουθενά αλλού σε αντίθεση με τα φωνητικά του, αλλά δεν μας νοιάζει αφού η μπάντα έχει πλέον βρει τα πατήματά της με αυτοτελείς μουσικές δημιουργίες, εμπλουτίζοντάς τον δίσκο με περισσότερα μικρότερης διαρκείας και παράταιρα μερικές φορές κομμάτια και δείχνει ότι είναι εδώ για κάτι μεγάλο που ακόμα όμως δεν έχει έλθει…
Δεν διστάζουν όμως και εδώ να κλέψουν από παντού:
Από τους Wishbone Ash στο πανέμορφο Journey into 1358 με κιθάρες – παραμύθια και στο εννιάλεπτο Mutiny με κήμπορντ περσικό χειροποίητο χαλί και με υπέροχο αραβούργημα στην κιθάρα που εξιστορεί την ανταρσία που κήρυξε το φανταστικό ζευγάρι των ηρώων του δίσκου στους αφέντες του, αλλά δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα Ελληνικά γκρουπ της εποχής και φυσικά δεν λείπει το «ιπποτικό» μπαρόκ «βουκολικό» θέμα (και οι Γερμανοί το είχαν από την παράδοσή τους…) στο τέλος με τους καλπασμούς του τραγουδιού. Εκκλησιαστικό μπαρόκ συναντάμε και στο Introduction με τους ψαλμούς του και στο Imprisonment με μια πόρτα που τρίζει και τους κλείνει στο μπουντρούμι προδίδοντας τους Cockney Rebel.
Κλέβουν τους Jethro Tull στο Daylight υπεξαιρώντας ακόμα και τους λαρυγγισμούς του Anderson.
Και φυσικά κλέβουν από τους Pink Floyd στο δεκάλεπτο Love Over Six Centuries όπου ακούμε για πρώτη φορά γυναικεία φωνητικά (μιλάει η Jeanne υποτίθεται και λέει λάγνα και παθιασμένα την ιστορία της στον αγαπημένο της Jamie) μέσα σε ένα «υπνωτικό» ζαλισμένο ηχητικό υπόβαθρο με εξαίσια περάσματα από το κήμπορντ και την κιθάρα αντιγράφοντας το Careful…(ειδικά το «βαρύ κι ασήκωτο» μπάσο του Jansen είναι καθοδηγητής) σε επίπεδα μήνυσης!
Αδιάφορα περνούν τα The Zany Magician με το άκρως μεταλλικό ριφ ιδανική ατμόσφαιρα για την πομπώδη φωνή του μάγου που μας υποδέχεται (ο Ozzy το έχει ακούσει ποτέ άραγε;) και το κακοπαιγμένο και άψυχο ροκ Back into the Present (τί θέλαν να δείξουν εδώ; Ότι είναι ροκ εντ ρόλλερς;). Απομένουν μόνο το πανέμορφο νοσταλγικό βασισμένο εξολοκλήρου στο ηλεκτρικό πιάνο Thoughts of Home και το μαγεμένο εξάλεπτο The Bells of Notre Dame που πραγματικά μιλάει στην ψυχή μας χωρίς να ψελλίζει ούτε μια λέξη και μας προετοιμάζει για τα επόμενα αριστουργήματά τους…
Στο εξώφυλλο ατέλειωτα σύννεφα μας δείχνουν ότι πλέον η μπάντα “ίπταται” αλλά δεν τους πιστεύουμε: κάτι πάνε να κάνουν αλλά αμέσως μετά τραβιούνται πίσω και το γκρεμίζουν!
Διφορούμενος δίσκος και με σύγκριση τον προηγούμενο περιμέναμε περισσότερα…
4.) Dawn

Track listing: Awakening – Between the Times (Between the Times / Memory Flash / Appearance of the Voice / Return of the Voice) – The Sun-Song – The Dance in Doubt and Fear – Lost!? (Introduction) – Lost?? (The Decision) – The Midnight-Fight/The Victory of Mental Force – Gliding Into Light and Knowledge – Le Réveil du Soleil/The Dawn.
Δισκογραφική Εταιρεία \ №: Harvest, HÖR ZU 1C 062-31 787
Παραγωγή: Eloy
Έτος Κυκλοφορίας: 1976
Τι ειρωνεία! Ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη το αποστεωμένο και ετοιμοθάνατο κουφάρι του προγκ υπέφερε τα μέγιστα κολλημένο στον τοίχο από τις απανωτές καμτσικιές των guerrillas του πανκ, τούτοι δω βγάζουν το αριστούργημά τους και τον δίσκο που πλέον έχει καταστεί ως “a young person’s guide to…”.
Πλέον έχουν μετατραπεί ως προσωπική μπάντα του Frank Bornemann καθώς εκμεταλλευόμενος την απόλυτη κυριαρχία του διώχνει τους πάντες και απομένει μόνος του μαζί με τους Klaus Peter Matziol (bass, backing vocals), Detlev Schmidtchen (keyboards, backing vocals, synthesizer, Mellotron, mini Moog, Hammond organ, piano, guitars) και τον πασίγνωστο από τους Scorpions και το Fly to the Rainbow Jürgen Rosenthal (drums, voices, lyrics, cymbals, glockenspiel, gong, timbales, kettle drum, temple blocks, roto toms) με την διαφορά να φαίνεται αμέσως στα βαρύγδουπα και πολυρυθμικά τύμπανά του, λυτρώνοντας επιτέλους τον πρώτο από την διαλλακτική των υπολοίπων και αφήνοντάς τον ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει και να βγάλει επιτέλους την υπέροχη αρμονία που τον κατέτρωγε τόσα χρόνια με στίχους σκέτα κατεβατά σε σχέση με τα «τηλεγραφήματα» των προηγούμενων δίσκων και την φωνή του να ακούγεται επιτέλους ευχάριστα!
Είναι φανερή η ωρίμανσή τους με τις επιρροές των Pink Floyd των Jethro Tull αλλά και των Genesis να έχουν αφομοιωθεί έξυπνα βγάζοντας υπέροχα τραγούδια που απηχούν την ένδοξη εποχή του Γερμανικού ροκ (αν και όχι του kraut, αλλά δεν πειράζει) και επιτέλους μας μαγεύουν με τα δικά τους ηχοτοπία που πιστέψτε με δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τους ομότεχνους συναδέλφους κάνοντας τους Moody Blues ας πούμε να σκάσουν!!
Το δύσκολο θεατρικό μονόπρακτο που καταφέρνουν να μελοποιήσουν εδώ μέσα σε ροκ περάσματα φεύγοντας από την ψυχρή αντιγραφή και δείχνοντας την αγάπη τους για τα μελοτρονς, έχει σαν concept θέμα έναν άνθρωπο που μετά θάνατον επιστρέφει ως φάντασμα και προσπαθεί να μεταδώσει όσα έχει δει στην αγαπημένη του και που στο τέλος διαλύεται στο φως κραυγάζοντας “Nous sommes du soleil” (= “ερχόμαστε από τον ήλιο” – στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου «Le Réveil du Soleil/The Dawn»).
Η θητεία του Rosenthal στους Scorpions της εποχής Fly to the Rainbow (που δεν έπαψε ποτέ να είναι ένας μοναδικός δίσκος, αλλά αμέσως τον εγκατέλειψαν καθόσον εξάντλησαν αυτό το στυλ) φαίνεται αμέσως στο χαρντ ροκ Between the Times με χεβυ / psych / κλασικότροπα περάσματα που κάνουν εκείνη την μαγική εποχή των μέλλοτρονς άκρως νοσταλγική (σε όσους την νιώθουν βέβαια…). Αντίθετα η παουερ μέταλ μπαλάντα The Dance in Doubt and Fear που ούτε κι οι ίδιοι δεν είχαν συναίσθηση ότι έγραφαν θα ήταν αριστούργημα στα χέρια μεταλλάδων έστω και με το αμυδρό κλέψιμο από το Child in Time που περιέχει (ακούστε το και θα με καταλάβετε…), ενώ τα Lost!? (Introduction) και Lost?? (The Decision) δεν καταφέρνουν παρά να επεκτείνουν απεριόριστα τα σολαρίσματα του ίδιου ύμνου των Deep Purple.
Τα χορωδιακά φωνητικά και άφθονα βιολιά που κοσμούν την κλασικότροπη εισαγωγή Awakening ανάμεσα σε κεραυνούς και καταιγίδες δεν είναι παρά ένα μικρό πρελούδιο για το τι μας περιμένει σε τούτο το μυθολογικό παραμύθι που απλώνεται στα The Sun-Song και Gliding Into Light and Knowledge με το βασικό μοτίβο απαράμιλλης γοητείας είτε παίζεται από κιθάρες, είτε από τα πλήκτρα να επαναλαμβάνεται αφήνοντας να διαφανεί μια ατέρμονη μελαγχολία πολύ πιο πριν τους Joy Division και το πανκ… κρίμα που διαρκεί τόσο λίγο, θα έπρεπε να γραφτεί μια σουίτα– τα μοναδικά δύο τραγούδια τους που δεν με κούρασαν όσες φορές κι αν το άκουσα! Ούτε και το The Midnight-Fight/The Victory of Mental Force πάει πίσω βασισμένο στο “φλουδικό” τιτάνιο μπάσο απολήγοντας σε ένα ονειρικό κρεσέντο που καλπάζει χαρωπά πάνω από τα χάσματα της ανθρώπινης ψυχής αναζητώντας την απόλυτη κάθαρση και νιρβάνα ξέροντας ότι είναι αδύνατο να την βρει σε τούτη την πλάση…
Έκθαμβους μας αφήνει και η υπέροχη ινστρουμενταλ σουίτα Le Réveil du Soleil/The Dawn που μας αποχαιρετά αποτελώντας αναμφισβήτητα την προγκ κορύφωση τους!!
Η «αυγή» που ξημερώνει και που την τιμούν με ένα ολόχρυσο χάραμα στο εξώφυλλο σηματοδοτεί και την μεταμόρφωσή τους σε προγκ μπάντα που επιτέλους πρέπει να τους πάρουμε στα σοβαρά. Στα ΠΟΛΥ σοβαρά…
5.) Ocean

Track listing: Poseidon’s Creation – Incarnation of the Logos – Decay of the Logos – Atlantis’ Agony at June 5th – 8498, 13 P.M. Gregorian Earthtime.
Δισκογραφική Εταιρεία \ №: Harvest, EMI Electrola 1C 062-32 596
Παραγωγή: Frank Bornemann
Έτος Κυκλοφορίας: 1977
Πάνω από 200.000 αντίτυπα πούλησε τούτος ο δίσκος στην Γερμανία ξεπερνώντας σε πωλήσεις τους Genesis και τους Queen.
Το concept θέμα αρνείται να πεθάνει και εδώ: ο θρύλος της Ατλαντίδας εξιστορείται από την δημιουργία μέχρι τον καταποντισμό της σε μεγάλης διαρκείας κομμάτια μέσα σε αφηγήσεις και φανταστικούς διαλόγους με τους θεούς (ή τους καταστροφείς της…) αλλά με μπόλικο echo (τί τους έπιασε εδώ;) χαρίζοντάς μας μια ακόμα ανεπανάληπτη στιγμή τους αλλά και την στερνή τους αφού εδώ κάηκαν και δεν ξαναγύρισαν ποτέ.
Το εξώφυλλο – πίνακας που σίγουρα θα κοσμούσε κάποια γκαλερί παραμένει άπαιχτο και ασύλληπτο και πάλι: ένας ακέφαλος θεός που διαλύεται σε αστρόσκονη πλάθοντας έναν γαλαξία, κρατά ένα σκήπτρο με μια νεκροκεφαλή.
Τα μεγάλης διάρκειας κομμάτια του (αν έχεις μάθει έτσι, πώς να ξεμπλέξεις;) “αναδύονται” σε ένα ατέλειωτο «υπνωτικό» μοτίβο που όμως ακόμα και για τα δεδομένα εκείνης της εποχής φαίνεται να κουράζει (για τα σημερινά αφήστε καλύτερα…). Τέτοια γεύση μας αφήνει το Incarnation of the Logos που είναι ιδανικό για ντοκιμαντέρ του Κουστώ αλλά… όχι για οδήγημα(!) δίνοντας μια θρίλερ χροιά στην επιβλητική και καθηλωτική «ενσάρκωση του λόγου», αλλά και το πολύ καλό Poseidon’s Creation σε βαρύ μεταλλικό θέμα καθοδηγούμενο από το μπάσο αλλά σε τελική ανάλυση δεν είναι παρά ένα ατέλειωτο Welcome to the Machine (και εδώ είναι που χάνουν τη μπάλα…). «Η σήψη του λόγου» σηματοδοτεί το τέλος της αιωνιότητας της μυθικής ηπείρου στο επίσης καλό Decay of the Logos αν και κλέβουν λίγο τους Jethro Tull.
Αυτό που καταλαβαίνεις αμέσως είναι η πλούσια εντρύφηση του Bornemann με τον μύθο της Ατλαντίδας πριν μπει στο στούντιο και το κομμάτι που αποδεικνύει περίτρανα την κατάρτισή του δεν είναι άλλο από το Atlantis’ Agony at June 5th – 8498, 13 P.M. Gregorian Earthtime που καταλαμβάνει όλη την β΄πλευρά και περιέχει το κήρυγμα του θεού Ποσειδώνα που προστάζει τον καταποντισμό της και παρεμβάλλεται σε όλη την διάρκεια σαν ευαγγελική περικοπή σε πλούσιο space φλουδικό πέρασμα με εμφανή επιρροή του Careful… σε μια «τραβηγμένη από τα πόδια» εκδοχή, καταλήγοντας στον επιθανάτιο ρόγχο των Ατλάντων μόλις αντίκρυσαν το φονικό τσουνάμι: «…γεννιόμαστε και χανόμαστε μέσα στον ωκεανό δίχως έλεος και δίχως φόβο…» και χρίζοντας τον δίσκο ως το «υποβρύχιο» αριστούργημά τους!!
Έστω και καθυστερημένα δείχνουν τα δόντια τους σαν προγκ πλέον μπάντα με τα όλα της, έστω και αν το φάντασμα των Pink Floyd ξαναζωντανεύει για μια τελευταία φορά!
6.) Silent Cries and Mighty Echoes

Track listing: Astral Entrance – Master of Sensation – The Apocalypse (Silent Cries Divide the Night / The Vision – Burning / Force Majeure) – Pilot to Paradise – De Labore Solis – Mighty Echoes.
Δισκογραφική Εταιρεία \ №: Harvest, EMI Electrola 1C 062-45 269
Παραγωγή: Frank Bornemann
Έτος Κυκλοφορίας: 1979
Οι καιροί φυσικά έχουν αλλάξει σε όλη την Ευρώπη και θα ήταν παράλογο οι φίλοι μας να μείνουν “κολλημένοι” στο παρελθόν καθόσον το πανκ και η ντίσκο καιροφυλακτούν και δεν τους αφήνουν αδιάφορους: εδώ τα μέλλοτρον υποχωρούν για χάρη των συνθιών που πάνε να ηλεκτρονικοποιήσουν την μπάντα αλλά για μαζική κατανάλωση! Με τούτο το διπλό άλμπουμ (που θα μπορούσε να είναι μονό και πιο περιεκτικό) αποκαλύπτουν την πρόθεσή τους να “το γυρίσουν” σε άλλα “Ευρω – ποπ” πεδία, αλλά το παρελθόν τους είναι ακόμη βαθιά ριζωμένο και τους βγάζει κάπου αλλού και πέρα από τα γούστα μας, παραμένοντας ακόμη βαλτωμένοι σε ένα κλασικίζον και διαστημικό ύφος που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Και τούτο το παρελθόν εξαργυρώνεται έξυπνα καθότι μάζεψαν και «λουστράρισαν» κομμάτια β΄ διαλογής για να κάνουν έναν δίσκο – αρπαχτή σε μια απόπειρα να γνωρίσουν την νεολαία της εποχής χωρίς να αποκλείουν και τις…ντισκοτεκ(!) αλλά μάταια παρά την καλή τους προσπάθεια (και φυσικά την «υποβρύχια» ζωγραφιά ενός ανθρώπινου κεφαλιού στο ακόμα μια φορά πανέμορφο εξώφυλλο).
Γιατί είναι φανερή η επιρροή του…Giorgio Moroder (λογικό αφού και αυτός από την Γερμανία ξεκίνησε…) στο Master of Sensation και στο Pilot to Paradise. Από την άλλη η 15λεπτη σουϊτα The Apocalypse (Silent Cries Divide the Night / The Vision – Burning / Force Majeure) ναι μεν είναι η μοναδική σύνδεση με τους Eloy που ξέρουμε, αλλά είναι ολοφάνερο ότι μόνταραν τα “απόνερα” από τους προηγούμενους δίσκους σε ένα ενιαίο κομμάτι που κυλάει ευχάριστα με πολύχρωμα θέματα, «αστρικά» κήμπορντς, κιθάρες με echo και μπόλικο glissando, για να μας ρίξουν για μια τελευταία φορά στο διάστημα με το Enterprise προσθέτοντας και γυναικεία «ασύλλαβα» φωνητικά που «νεραϊδοποιούν» το κομμάτι (άλλη μια σπουδή στους Pink Floyd και στο Great Gig in the Sky;), αλλά η «ηλεκτρονικοποίησή» του στο Force Majeure κλέβοντας από Vangelis και Jean Michel Jarre (λογικό αφού «σάρωναν» εκείνη την εποχή και οι δύο τους στην Ευρώπη…) είναι κάτι που δεν θέλουμε…
Το κυρίαρχο θέμα του δίσκου είναι η ενδοσκόπηση που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στο φως, κάτι που πετυχαίνουν μόνο με το ινστρουμένταλ Astral Entrance και τον επτάλεπτο επίλογο Mighty Echoes με σαμπαθικό ριφ παιγμένο από τα…κήμπορντς με ανέλπιστα καλά φωνητικά που μας αποχαιρετά και συγχρόνως «θάβει» την παλιά μπάντα για χάρη μιας άλλης που ούτε κι ή ίδια δεν ξέρει που πηγαίνει…
Απομένει άλλη μια «κόλλα» με τους παλιούς Eloy που εάν έχουν κέφια μπορούν να φτιάξουν πανέμορφα κομμάτια σαν το De Labore Solis που για μια ακόμη φορά αφήνουν τη γη με κήμπορντς λουσμένα στο φως και μπάσο – νυστέρι. Συγκινούσαν όμως το 1979;
Κουράστηκαν; Μάλλον ναι. Και η ειρωνεία είναι ότι κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο με το αριστούργημα των…Pink Floyd “The Wall” που ήταν κι αυτός διπλός δίσκος!
Διαλύθηκαν το 1980 και ο Frank Bornemann πήρε άλλους μουσικούς προς εμπορικότερες κατευθύνσεις, αλλά το 1998 η αρχική μπάντα επανενώθηκε βγάζοντας το άλμπουμ Ocean 2.
Με τα χρόνια φυσικά έγιναν διάσημοι και εκτός Γερμανίας και συνεχίζουν με πολλές αλλαγές μελών ακόμα και σήμερα να βγάζουν δίσκους, να δίνουν λαιβ και να «κολλάνε ένσημα» εκπληρώνοντας τον σκοπό τους να αναδείξουν πόσα πολλά έχει να πει η μουσική στην ψυχή δίχως λόγια και απαιτώντας από τους θεατές να φεύγουν “αλλιώτικοι” μετά από μια συναυλία τους!
Θα κλείσω με μια ρήση ενός Γερμανού φίλου μου γι΄ αυτούς που συνοψίζει τα πάντα: “Man verliert sich in ihrer Musik”.
Που σημαίνει: “Χάνεσαι στην μουσική τους”…
Γιώργος Δ. Δημόπουλος
ΠΗΓΕΣ:
Wikipedia
YouTube
Discogs
ΠΟΠ & ΡΟΚ №: 38 (ΙΟΥΝ 1981) σελ. 39, 76 , №: 52 (ΙΟΥΝ 1982) σελ. 65, №: 253 (ΙΟΥΝ 2000) σελ. 115
