Editorial – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ: “Οι κακοί των Χριστουγέννων”

Έχοντας ανδρωθεί στον ήχο αυτό από την δυσοίωνη βροντή μιας καταιγίδας, τη συνοδεία της βροχής και την αντήχηση μιας καμπάνας, η αυθυποβολή μπροστά στην ερώτηση “τι είναι αυτό που στέκεται μπροστά μου”,  είναι μια πράξη τόσο φυσική και αναπόφευκτη όσο και η αναπνοή. Οι τέσσερις μάγοι από το βιομηχανικό Birmingham φόρτωσαν από την πρώτη κιόλας ανάσα στον νέο ήχο τον μυστικισμό, το μολυσμένο, ανίερο σκοτάδι, έναν απροσδιόριστο τρόμο, και την ανατριχίλα του υπερφυσικού.

Είναι σχεδόν ανεξήγητο γιατί ο κόσμος αντιμετωπίζει τους στίχους στη μουσική με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα από ότι την ανάλογη θεματολογία στον κινηματογράφο, για παράδειγμα. Στην συντριπτική πλειοψηφία των θεατών, ο σκηνοθέτης ενός αποκρυφιστικού θρίλερ δεν είναι σατανιστής, ένας μουσικός όμως που υφαίνει στο τραγούδι του μια ανάλογη ατμόσφαιρα θεωρείται εύκολα λάτρης του πρίγκιπα του σκότους. Το ακόμα πιο περίεργο είναι πως ο μουσικός δεν βρίσκεται στο στόχαστρο μόνο των πολέμιων αλλά και των υποστηριχτών μια τέτοιας υποτιθέμενης επιλογής. Κάπως έτσι προσέλκυσαν οι Black Sabbath σατανιστές στις συναυλίες τους, καταλήγοντας να επιχειρήσουν την αποφυγή περισσότερων παρεξηγήσεων με τους στίχους στο “Master Of Reality”.

Όπως κάθε οικουμενικό φαινόμενο που χύνεται σε όλα τα κανάλια του πλανήτη, έτσι και το heavy metal διοχετεύτηκε προς κάθε πιθανή κατεύθυνση, κάθε επικείμενη έκφραση και κάθε δυνατή απόκλιση. Έχοντας στα γενετικά χαρακτηριστικά του έναν κρυφό μαγνήτη στην απόρριψη,  στην προτίμηση των επικρίσεων, αλλά και στην γαλαζοαίματη καθωσπρέπει σοβαροφάνεια των ελιτιστών, δεν άργησε να αναπτύξει μια πολεμική απέναντι σε συμβατικές παγιωμένες απόψεις και στάσεις ζωής. Σύσσωμο το rock & roll αναποδογύριζε παραδοσιακά τα κεκτημένα των κουρασμένων και απαθών γενεών, όμως το metal κουβαλούσε μαζί του από την αφετηρία την ευχή και την κατάρα του μαύρου, και αν οι ποιητές της εποχής πάλευαν να προκαλέσουν με αιρετική λογοτεχνία, η σκληρή μουσική θα μπορούσε να είναι το άναρχο κόμικ του Εωσφόρου. Ήταν αναπόφευκτο κάπου στο 1982 να κηρυχθεί άτυπα αλλά με κάθε σημειολογική ακρίβεια η απαρχή του black metal, από το ομότιτλο άλμπουμ και τραγούδι των Venom. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή, καθώς η ενήλικη ζωή του ιδιώματος εμπλουτίστηκε από κάθε είδους προσέγγιση και απόχρωση, διασχίζοντας τη σκοτεινή γη από το ακρωτήρι της εντελώς επιφανειακής και καρτούν έκφρασης μέχρι την παθιασμένη, επικίνδυνη αφοσίωση ορκισμένων στρατιωτών του άρχοντα του σκότους.

Όσο και αν οι κριτικοί και οι μουσικοί ιστορικοί έμειναν αποσβολωμένοι απέναντι σε τραγικά γεγονότα όπως τα μυθικά συμβάντα της Νορβηγίας και την ενεργό συμμετοχή μελών της black metal σκηνής της, κανείς δεν έχει την ανάλογη ζυγαριά ακριβείας να υπολογίσει πόσο καταλυτική και υπεύθυνη είναι η μουσική σε τέτοιες μοιραίες πράξεις ή αν είναι η δηλητηριασμένη γονιδιακή συμβολή των αντίστοιχων ανθρώπων που οπλίζει το φονικό χέρι. Ότι και αν έχει συμβεί όμως στα πέρατα αυτού του κόσμου, και όσα προσωπεία και αν έχει ζωγραφίσει η σκοτεινή πλευρά της σκληρής μουσικής, δεν κατάφερε ποτέ να λάβει και να απολαύσει το μερίδιο του χιούμορ που της αναλογούσε. Ήταν περισσότερο η στενοκεφαλιά των ανθρώπων που στέκονταν απέναντι και η δική τους σοβαροφάνεια που αντιμετώπισε με την ίδια αποστειρωμένη θεωρητική προσέγγιση ακόμα και συνοδευτικά στολίδια του μαύρου.

Καταξιωμένοι όμως μουσικοί, άνθρωποι σαν εμάς με αδυναμίες, αυτοσαρκασμό και μια φυσιολογική δόση αντίδρασης απέναντι σε συντριπτικές οικουμενικές εορταστικές συγκυρίες όπως τα Χριστούγεννα, ήταν επόμενο να περάσουν τη φθαρτή σκανταλιά τους σε μικρούς ύμνους που έχουν οδηγίες χρήσης για τις γιορτινές μέρες. Έτσι, κάποιοι από μας που θα ήθελαν πέρα από τα σιρόπι και τη ζάχαρη να ρίξουν λίγο αλάτι στις πτυχές των Χριστουγέννων, έχουν τα δικά τους αιρετικά και κατεργάρικα κάλαντα. Μέσα στην απύθμενη αγάπη των ημερών μπορεί να χωρέσει και μια δόση ανθρώπινης αδυναμίας, μια πιθανότητα ροπής στην αμαρτία, και ίσως και μια άτακτη γλώσσα λαγνείας. Κάπως έτσι οι AC DC στο “Mistress for Christmas” αναζητούν ένα ραντεβού με μια γυναίκα στα κόκκινα, με ελάχιστο ντύσιμο, να καβαλήσουν τον τάρανδό της και να χτυπήσουν τα κουδούνια της, αν δεν μπορούν αν βρεθούν με τρεις μαζί στο κρεβάτι σε έναν χριστουγεννιάτικο παράδεισο. Οι Twisted Sister από την άλλη μάλλον τινάζουν στον αέρα την οικογενειακή ηρεμία αποκαλύπτοντας τις λάγνες ορέξεις της μαμάς στο “I Saw Mommy Kissing Santa Claus”, βλέποντάς την να γαργαλά τον Άγιο Βασίλη κάτω από τη χιονόλευκη γενειάδα του. Οι GWAR αγριεύουν ακόμα περισσότερο το παιχνίδι ζητώντας μια “Stripper Christmas Summer Weekend”, με τις μνήμες μια καυτής στριπτιζέζ σε ένα κλαμπ μοτοσικλετιστών πολλά χρόνια πριν να απειλούν την συγκυρία ενός καθαγιασμένου παρόντος.

Και αν το λάγνο χιούμορ που αναδεικνύει την αντοχή της ανθρώπινης φύσης και αδυναμίας θωπεύει τη σοβαροφάνεια της γιορτής από τη φωτεινή όψη, υπάρχει και η σκοτεινή γειτονιά της αμφισβήτησης, αυτή της απώλειας που ματώνει και ακυρώνει τη λάμψη της γιορτής, όπως συμβαίνει στο “Red Water (Christmas Mourning)” των Type 0 Negative. Οι μοιραίες απουσίες, και το πένθος κάνουν τα φώτα μαύρα και τις κάλτσες να κρέμονται άσκοπα. Οι Korn στο “Kidnap the Sandy Claws” από την άλλη, προτιμούν μια σχεδόν μηδενιστική βία να διαλύσουν το μηχανικό, ημερολογιακό ραντεβού με τη γιορτή, προτείνοντας την απαγωγή του “Santy Claws” και το βράσιμο αυτού του κόκκινου αστακού σε μια κατσαρόλα, πριν τον αλείψουν με βούτυρο.

Ιδανικός και ανάξιος χλευαστής της μεγαλύτερης χριστιανικής γιορτής παραμένει διαχρονικά ο King Diamond, φροντίζοντας να κυκλοφορήσει την ημέρα των Χριστουγέννων του 1985 το πρώτο τραγούδι της προσωπικής του καριέρας μετά τη διάλυση των Mercyful Fate, το περίφημο και ιστορικό πια “No Present for Christmas”, έναν σατυρικό δυναμίτη που αδυνατεί να βρει έστω ένα πρόβατο για το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη, τη στιγμή που ο Tom και ο Jerry πίνουν sherry και ο Donald Duck είναι ακόμα στο κρεβάτι. Ήταν ένα σπουδαίο τέχνασμα που διατήρησε το σκοτεινό προφίλ του καλλιτέχνη με έναν τρόπο εφηβικής ελαφρότητας που σημάδεψε τις ανάλογες απόπειρες στο χώρο.

O Mario Bava έζησε το υπόλοιπο της ζωής του χωρίς να κατηγορηθεί για σατανισμό: το πόστερ της ταινίας του “Black Sabbath” του 1963 μπορεί να ενέπνευσε τους τέσσερις νεαρούς από το Birmingham να μετονομαστούν έτσι, αλλά ο σκηνοθέτης απέφυγε κάθε πιτσιλιά επικρίσεων. Σε έναν κόσμο όπου η διαφορετικότητα επιβίωσε ακόμα και σε πιο βάναυσες εποχές, μια ικανότητα υποθετικής αντίληψης της ζωής των άλλων θα μας γλύτωνε από κύματα τυφλής, επικίνδυνης πίστης. Ακόμα και αν θέλει κανείς να αποκαλέσει αυτή τη διάχυτη εορταστική αγάπη σαν ευρύτητα απέναντι στα καπρίτσια των άλλων, δεν είναι μεγάλο κατόρθωμα να δεχτείς πως ο διπλανός σου μπορεί να περάσει το βράδυ της γιορτής ακούγοντας τον βαμμένο κύριο να του τραγουδά   I ‘m dreaming of a white …Sabbath”.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1386 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.