DAVID COVERDALE: “Echo in the Distance”

O David Coverdale ανακοίνωσε πρόσφατα την οριστική αποχώρησή του από την ενεργό δράση.  Άλλο ένα τοτέμ του σκληρού ήχου παραμένει στο κανάλι της μνήμης, σαν αντήχηση που δεν θα σβήσει ποτέ. Όσο και αν έχουμε αρχίσει να δεχόμαστε τη σκληρή μοίρα του χρόνου απέναντι στις μορφές που μας μεγάλωσαν μουσικά, δεν γίνεται να μείνουμε ασυγκίνητοι μπροστά στο σφράγισμα ενός τεράστιου κεφαλαίου της ευρύτερης rock μουσικής. Ανακλαστικά, αν και ακόμα σαστισμένοι,  αποδίδουμε τις πρώτες τιμές στη φωνή του έρωτα.

Σταύρος Βλάχος:

Το “Slip of the Tongue” του 1989 της “άγουρης”, εφηβικής ηλικίας και της “πρωτόλειας” επαφής με τον ήχο, θα μείνει σε περίοπτη θέση στην καρδιά. Παρά τα (κάποια) ανάλαφρα, glam/rock κομμάτια, που κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει και ως fillers, ενδεχομένως, η ύπαρξη των “Now You’re Gone” και “The Deeper the Love”, συνθέσεων που αντιπροσωπεύουν απόλυτα, τί σήμαινε για εκατομμύρια (“ερωτοχτυπημένους”) μουσικόφιλους ανά τον κόσμο ο David Coverdale, καθώς και τα ανεξίτηλα στη μνήμη, “Fool for Your Loving” (σε συνεργασία με Bernie Marsden και Micky Moody) και φυσικά τον διαχρονικό “ύμνο”, “Sailing Ships” (τραγούδια που παίζονται ακούραστα στο repeat), στοιχειοθετούν αγόγγυστα έναν δίσκο που παρά τις ατέλειές του, μπορεί να μονοπωλεί προσωπική προτίμηση. Πόσο μάλλον όταν δημιουργήθηκε και αποδόθηκε από μία all-star παρέα όπως οι Steve Vai και Adrian Vandenberg (Guitars), Tommy Aldridge (Drums), Rudy Sarzo (Bass), αλλά και τον Glenn Hughes σε backing vocals.

Ωστόσο, αν ρωτούσες και τον ίδιο τον Coverdale, δε θα μπορούσε να μη ξεχωρίσει την ιστορική, αψεγάδιαστη και σπουδαία συνεργασία με έναν άλλο “ογκόλιθο”, τον Jimmy Page, στο “Coverdale•Page” του 1993. Η ιδέα του John Kalodner να τους ενώσει σε μία “αδρανή” περίοδο και των δύο, οδήγησε σε ένα δημιούργημα που ναι μεν έλαβε ετερόκλητες κριτικές, αλλά και κάποιες πιο δριμείες (και λόγω έριδων), αλλά θα παραμένει στις καρδιές των οπαδών και των δύο, ως μία από τις σπουδαιότερες σημειολογικά και ουσιαστικά, συνεργασίες του χώρου. Η παραγωγή των δύο, μαζί με τον Καναδό, Mike Fraser (AC DC), αλλά και οι προσδίδουσες, ηχητικά, με στοιχεία του παρελθόντος και ιδέες ενδιαφέρουσες, μας άφησαν ένα ακόμα album παρακαταθήκη. Αγαπημένη στιγμή αυτού, αλλά και μόνιμα στις πλέον ξεχωριστές, “χαραγμένες στη μνήμη”, μιας και δεν έτυχε να τον απολαύσουμε ζωντανά, παρά μόνο στα …. “τελειώματα”, το “Take Me For A Little While”.

Γιώργος Γεωργίου:

Μάλλον ο Coverdale είναι ο μοναδικός τραγουδιστής που δεν άφησε παραπονεμένο κανέναν άνθρωπο πάνω σε αυτό τον πλανήτη που λειτουργεί στην καθημερινότητά του με κινητήριο μοχλό τον έρωτα. Ήταν μόλις 22 χρονών όταν κλήθηκε να σηκώσει το συντριπτικό βάρος του frontman στους Deep Purple και να γεμίσει τα παπούτσια του Gillan. Τότε, θέλοντας να φαίνεται και να ακούγεται ωριμότερος, έμαθε να ελίσσεται σαν φίδι μαζί με τον μεγάλο Glenn Hughes σε απαράμιλλες φωνητικές αντεγκλήσεις, αλλά και να σταθεί ηγεμονικά μόνος του σε ερμηνείες που θα άντεχαν σε κάθε δοκιμασία.

Μόνος του τράβηξε έναν δρόμο που απέδειξε πως είχε την ευρύτητα να δεχθεί τις εξελίξεις να τυλίξουν το αυτόνομο όραμά του, όπως κάνει μια μεγάλη καρδιά που θα χτυπήσει διαφορετικά για πολλές αγάπες. Θεμελίωσε το hard rock του έρωτα που είχε ευρηματικά το παραπονιάρικο blues δεκανίκι, και ξετύλιξε αμέτρητες ανείπωτες ιστορίες πόνου, προδοσίας, αφοσίωσης, λαγνείας, ρομαντισμού, αδυναμίας αλλά και μιας ανεξάντλητης αντοχής που πίστευε στον θεό του έρωτα.

Στην τρίτη περίοδο της διαδρομής του, τα ρεύματα τον τράβηξαν σε νέες προκλήσεις, και όπως κάθε ξεμυαλισμένος ερωτύλος που σέβεται τον εαυτό του, έκανε τα πάντα να φαίνεται και να ακούγεται νεότερος. Σε μια ειρωνική συγκυρία της ζωής και της μουσικής βιομηχανίας, αυτό το τερτίπι του έφερε τη μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας του, και ευτυχώς τα θραύσματα έπεσαν πάνω και στα προηγούμενα έργα του.

Ο Δαβίδ της καρδιάς μας δεν γεννήθηκε να τραγουδήσει για τις κοινωνικές αδικίες ούτε για εσωτερικά ψυχογραφήματα. Ατενίζοντας τους πειρασμούς μέσα από το κρυστάλλινο κέλυφος του αλκοόλ και τους καπνούς, ήταν ο απόλυτος σαμάνος των μυστηρίων του έρωτα. Πολύ αψύς για να καταλήξει σεμνότυφος αλλά και υπερβολικά τρυφερός για να χαρακτηριστεί χυδαίος, θα μείνει στη συνείδηση σαν ο ιδανικός ερωτικός σύμβουλος, αλλά και η κορυφαία συντροφιά για παρηγοριά σε κάθε ερωτικό στραβοπάτημα.

“Here’s a SONG for ya!!!”

Γιώργος Καπετανόπουλος:

Αναμφίβολα τα χρόνια της νιότης, όταν είχε αρχίσει να ανατέλλει το άστρο του με τις αριστουργηματικές αποδόσεις στα κομμάτια των Deep Purple, κέρδισαν πολλούς νοσταλγούς μιας αυθεντικής και μαγευτικής εποχής. Εγώ όμως τον γνώρισα πολύ αργότερα όταν απαλλαγμένος από τις κάθε λογής “βαρίδια”, αποφάσιζε να πάρει τον δικό του δρόμο και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στους Whitesnake. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα κομμάτι από το αγαπημένο μου “1987”, αυτό μάλλον θα ήταν το “Still of the Night” μιας και περιλαμβάνει σχεδόν όλη την γκάμα των φωνητικών του χαρακτηριστικών. Κραυγές ανατριχίλας, συναισθηματικές κορυφώσεις, απεριόριστη ευαισθησία, πληθωρική έκφραση κι ένα παιχνίδισμα ανάμεσα στις αρρενωπές χροιές και τα glam νάζια. Όλα μαζί σε συνδυασμό με τη σκηνική παρουσία και την εξωτερική του εμφάνιση, διαμόρφωσαν την δική του ιστορική προσωπικότητα στο χώρο της μουσικής κι ένα από τα πιο εμβληματικά ροκ είδωλα σε καιρούς που ήδη είχαν αρχίζει να απομυθοποιούνται.

Νίκος Κορέτσης:

Η ερωτική “βραχνάδα” του Coverdale με βρήκε στην εφηβεία με τα κλασικά πλέον χιτάκια “Still of the Night”, “Fool For Your Loving” κτλ. Αν πω ότι “ακτινογράφησα” πλήρως την πορεία του εμβληματικού τραγουδιστή θα ήταν ψέμα. Όπως ψέμα θα ήταν και το ότι δεν ταυτίστηκαν στιγμές της προσωπικής μου ζωής με αρκετά από τα τραγούδια του. Η φωνή του με ταξίδεψε, με παρηγόρησε, με ξεσήκωσε και εν τέλει ήταν πάντα εκεί όταν χρειάστηκε. Από τις “μεταλλικές” μέσα στο ροκ στιγμές της Mark 3 εκδοχής των Deep Purple μέχρι την αιώνια παρακαταθήκη της προσωπικής του καριέρας, ο David Coverdale έγινε ακόμη ένα συνώνυμο της ροκ “αλητείας”, της μελωδικής γοητείας και του φωνητικού αισθησιασμού. Αποχωρεί από την ενεργό δράση, με πλήρη συνείδηση των επιτευγμάτων του αλλά και του χρόνου που έπρεπε αυτό να συμβεί. Αφήνω το προφανές “Still Of the Night” και το συγκλονιστικά “ψυχορραγικό” “Mistreated” για κάτι πιο γρήγορο, το οποίο είναι ένα ακόμη λιθαράκι στην αγάπη μου για την ταχύτητα στις συνθέσεις.

“All I hear is, Burn”

Απόστολος Κουφοδήμος:

Η αξιοπρεπέστατη πορεία με τους Deep Purple, ακολουθήθηκε από τη δημιουργία των Whitesnake, μιας μπάντας που δικαιολογημένα συγκαταλέγεται στις κορυφαίες της ιστορίας του hard rock. Ότι είχαν γράψει πριν το “1987, ήταν αριστουργηματικά άλμπουμ, αλλά ήταν αυτός ο δίσκος που τους καθιέρωσε καλλιτεχνικά και εμπορικά. Έκτοτε τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Φήμη, δόξα, χρήμα, η απόλυτη καταξίωση. Ο δημιουργός των Whitesnake, κατάφερε αυτό που διακαώς επιθυμούσε. Να πατήσει κορυφή, και να γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα στη μυθολογία της ροκ, απολύτως δικαιολογημένα. Ο ίδιος, ένας δανδής, ένας ιδαλγός, ένας drifter. “Lovehunter” όπως αυτοπροσδιορίστηκε. Ευθύς και ειλικρινής, ο ορισμός της “Restless Heart”. Έγραψε όμορφες μουσικές, ανέκαθεν συνεργαζόταν με μουσικούς εγνωσμένου κύρους, και όταν αυτό δεν συνέβαινε, συνθετικά τα αποτελέσματα ήταν μέτρια. Από τις studio κυκλοφορίες ,εννοείται πως το άλμπουμ που θα επέλεγα θα ήταν το “1987”. Επειδή όσο λάτρης του underground και αν είσαι, εάν θέλεις να μπάσεις κάποιον στους Whitesnake, θα τον βάλεις να ακούσεις αυτό το διαμάντι που γράφτηκε περίπου 40 χρόνια πριν και αλλά δεν έχει παλιώσει ούτε κατά μία μέρα, και ούτε πρόκειται. Προσωπικά θα διαλέξω ένα live album, “Live..in the Heart of the City” , διηνεκής υπενθύμιση του μεγαλείου του συγκροτήματος και πριν το “1987”.

Γιώργος Μπατσαούρας:

Από τις pub του Yorkshire, βρέθηκε μονομιάς πίσω από το μικρόφωνο του μεγαθηρίου που ακούει στο όνομα Deep Purple. Έχοντας να γεμίσει τα τεράστια παπούτσια του εμβληματικού Ian Gillan, δεν μάσησε στιγμή και με σύμμαχο το blues oriented χρυσό λαρύγγι του και τον τσαμπουκά της αγγλικής επαρχίας άφησε το δικό του ανεξίτηλο στίγμα στις τάξεις του συγκροτήματος. Η ζωντανή απόδοση του “Mistreated” στο California Jam το 1974, αποτελεί αξεπέραστο δείγμα του ερωτισμού και της έκτασης της φωνής του. Όλη η hard rock εξτραβαγκάντζα της δεκαετίας του ’70, συμπυκνωμένη σε ένα festival, μια εμφάνιση, ένα τραγούδι! Blues rock χαρμάνι με τον κυρίαρχο σκληρό ήχο να το διαποτίζει, μέσα από ένα εμπνευσμένο τζαμάρισμα. Η επιτομή της εποχής του Όλου! Μέσα σε όλα αυτά η φιγούρα του Coverdale, ως η νέα θεότητα που αναδύεται επί σκηνής, μαγεύει με την εμφάνιση του και τυλίγει το καλώδιο του μικροφώνου του παντοτινά γύρω από τους νέους πιστούς. Κι όταν το ταξίδι στη χώρα του βαθύ μώβ, έλαβε τέλος ξεκίνησε να πλέει ξανά ως ο απόλυτος καπετάνιος με το νέο σκαρί των Whitesnake. Προσωπικά μιλώντας, με γοητεύουν περισσότερο τα έργα και οι μέρες του στους Purple και τους πρώιμους ‘Snake, παρά τα σπουδαία κατορθώματα της εποχής της απόλυτης εμπορικής καταξίωσης. Ο Coverdale θα είναι όμως πάντα το outsider που μετατράπηκε σε μύθο και εμβληματική περσόνα της rock ιστορίας. Αποφάσισε να αποχωρήσει με αξιοπρέπεια από την ενεργό δράση και να μας αφήσει παρέα με το σπουδαίο έργο του. Το “Mistreated”, θα συνεχίσει με τη σειρά του, να προκαλεί ανατριχίλες και να προσκαλεί νέους συνοδοιπόρους στο αέναο καραβάνι.

Βαγγέλης Νασόπουλος:

Τη συνεργασία Coverdale–Page την ανακάλυψα στην εφηβική μου ηλικία, από τον ξάδελφο μου. Πίσω από το όνομα του Coverdale, που τότε συσχέτιζα αποκλειστικά με τους Purple- Whitesnake, ανακάλυπτα ένα έργο “ακατέργαστο”, βαρύ και κιθαριστικό, με τον Page να υπογράφει riffs που θύμιζαν ξεκάθαρα την κληρονομιά των Led Zeppelin χωρίς να την ανακυκλώνουν μηχανικά. Για χρόνια δεν ήξερα αν αυτή η δουλειά είχε πραγματικό αντίκτυπο στο ελληνικό κοινό , η αίσθηση που μου έμενε ήταν πως πέρασε κάπως “κάτω από το radar” σε μια εποχή που το rock τοπίο άλλαζε ραγδαία. Κι όμως, για όσους το ανακάλυπταν τότε με καθαρά αυτιά, το Coverdale–Page λειτουργούσε σαν μια μικρή αποκάλυψη, απόδειξη ότι δύο καλλιτέχνες με τόσο «βαριά παρελθόντα» μπορούσαν ακόμη να δημιουργήσουν κάτι φρέσκο και συναρπαστικό. Η σύμπραξή τους, έστω σύντομη, άφησε το αποτύπωμα ενός ώριμου, rock “λόγου” που συχνά παραγνωρίζεται σήμερα, αλλά παραμένει δείγμα του πώς δύο καλλιτέχνες με ισχυρές ταυτότητες μπορούν να συναντηθούν δημιουργικά χωρίς να αλληλοσκεπάσουν ο ένας τον άλλο. Σε τελική ανάλυση, ο Coverdale στάθηκε απέναντι στο βάρος της Zeppelin αισθητικής με απρόσμενη αυτοπεποίθηση. Η φωνή του, ώριμη και πιο “στραγγισμένη” από τις glam εξάρσεις των προηγούμενων χρόνων, έδωσε ένα χρώμα που δεν θα μπορούσε να προκύψει από κανέναν άλλον.

Παναγιώτης Σπυρόπουλος:

Με αφορμή την απόσυρση του David Coverdale, το “Sailing Ships” αποκτά ξανά το βάρος ενός αποχαιρετισμού που μοιάζει προφητικός. Το κομμάτι, γραμμένο στην εποχή που οι Whitesnake έστρεφαν το βλέμμα τους σε πιο μελωδικές, σχεδόν εσωστρεφείς φόρμες, υπήρξε πάντα μια υπενθύμιση ότι ακόμη και οι πιο στιβαροί καπετάνιοι της rock κάποτε αφήνουν τα πανιά να πέσουν. Ο Coverdale, με τη γνώριμη βραχνάδα που έμοιαζε να κουβαλά αλάτι, χρόνια δρόμου και μια μόνιμη νοσταλγία για κάτι άπιαστο, τραγουδούσε για το θάρρος να αφήνεις το λιμάνι πίσω σου. Σήμερα, καθώς ο ίδιος ρίχνει άγκυρα ύστερα από δεκαετίες σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, το τραγούδι ξανακούγεται σαν ευγενικός αποχαιρετισμός: μια τελευταία ματιά στα ιστία πριν σβήσει ο ήχος του ανέμου.

Avatar photo
About Soundcheck Partner 388 Articles
Souncheck.network