CHRIS REA

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ο τρόμος ενός εξάχρονου κοριτσιού που παρακολουθώντας στην τηλεόραση τις αναταραχές στη Νότια Αφρική, βλέπει ξαφνικά έναν άντρα να καίγεται ζωντανός, γεννά μεταφυσικές ερωτήσεις. “Τι είναι ο παράδεισος;” ρώτησε η Josephine, η κόρη του Chris Rea μετά το αποτρόπαιο θέαμα. Ο πατέρας θορυβημένος επιχειρεί να βοηθήσει τη μικρή να νιώσει ασφάλεια, και τη διαβεβαιώνει πως πράγματι υπάρχει παράδεισος, ακόμα και αν αυτό δεν ερμηνεύει τις φρικαλεότητες αυτού του κόσμου. Και το “Tell Me There ‘s a Heaven” ήταν άλλη μια βαθιά ένδειξη της πίστης και καλής πρόθεσης του Rea απέναντι στην ίδια τη ζωή.

Γεννημένος από Ιταλό πατέρα και Ιρλανδή μητέρα, στις 4 Μαρτίου 1951 στο αγαπημένο του Middlesbrough, είχε αυτό τον υπέροχα αντιφατικό συνδυασμό της Μεσογείου και του ευρωπαϊκού βορρά στο αίμα του και τελικά στο ανεκτίμητο ταλέντο του.  Μικρός ήθελε πάνω απ’ όλα να γίνει συγγραφέας σεναρίων για ταινίες και ταυτόχρονα συνθέτης μουσικής για αυτές. Αλλά το Middlesbrough το 1968 δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για τέτοιες επαγγελματικές επιλογές. Ήταν αυτοδίδακτος στην κιθάρα  και σύντομα προσπάθησε να ενταχθεί στο συγκρότημα ενός φίλου, τους Elastic Band. Τελικά, βρέθηκε να κάνει περιστασιακές δουλειές, και εκείνη την εποχή, υποτίθεται ότι θα μετέτρεπε το παγωτατζίδικο του πατέρα του σε μια μεγάλη επιχείρηση, αλλά αυτός περνούσε όλο του τον χρόνο στην αποθήκη παίζοντας slide κιθάρα.

Άνοιξε τον μουσικό του δρόμο σαν συνθέτης συμμετέχοντας στους Magdalene, ένα σχήμα του Middlesbrough όπου είχε περάσει κάποια φεγγάρια και ο David Coverdale πριν την ένταξή του στους Deep Purple. Κάποια βραδιά, όταν δεν εμφανίστηκε ο τραγουδιστής του γκρουπ για τη ζωντανή εμφάνιση, ανέλαβε και τα φωνητικά καθήκοντα. Αμέσως μετά, σχημάτισε τους The Beautiful Losers, και με αυτούς κέρδισε το βραβείο της Melody Maker το 1973 για το καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο συγκρότημα. Η διάκριση αυτή του εξασφάλισε ένα συμβόλαιο για σόλο άλμπουμ με την ανεξάρτητη Magnet Records, και κυκλοφόρησε το πρώτο του single “So Much Love” το 1974. Οι Beautiful Losers διαλύθηκαν το 1977.

Το ντεμπούτο άλμπουμ του Rea, “Whatever Happened to Benny Santini?”, είχε για παραγωγό τον Gus Dudgeon και κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1978. Ο τίτλος αναφερόταν σε ένα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που είχε προτείνει ο Rea όταν η δισκογραφική εταιρεία επέμενε ότι το πραγματικό του όνομα δεν ακουγόταν αρκετά ελκυστικό. Το άλμπουμ έφτασε στο Νο. 49 του Billboard Hot 200 και παρέμεινε στα charts για 12 εβδομάδες. Το βασικό single, “Fool (If You Think It’s Over)”, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επιτυχία του Rea στις ΗΠΑ, φτάνοντας στο Νο. 1 στο Adult Contemporary Singles chart και στο Νο. 12 του Billboard Hot 100. Κάπως έτσι, απρόσμενα ο Rea χάρισε στην Magnet Records την πρώτη της μεγάλη επιτυχία και το πρώτο της US Top-10, ήταν ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης τους, και τελικά προτάθηκε στα 21α ετήσια βραβεία Grammy στην κατηγορία “Καλύτερος Νέος Καλλιτέχνης.”

Από την πρώτη στιγμή που απέκτησε φήμη ως την απόλυτη καθιέρωση των επόμενων χρόνων, ο Rea είχε την αύρα ενός στοχαστικού εσωστρεφή ποιητή παρά ενός pop ερμηνευτή. Πολλοί θεώρησαν πως το συγκεκριμένο διακριτό προφίλ τον εμπόδισε να γίνει ο μεγάλος star. Όμως και ο ίδιος δεν τα πήγαινε καλά με τη φήμη, αστειευόμενος πάντα με το γεγονός πως το πρώτο πετυχημένο του single ήταν το μοναδικό τραγούδι στο οποίο δεν έπαιξε κιθάρα. Όταν έφτασε στο Hollywood για τα βραβεία Grammy, περίμενε ότι θα συναντούσε ανθρώπους που είχαν σημασία, όπως ο Ry Cooder ή ο Randy Newman, αλλά βρέθηκε περιτριγυρισμένος από pop stars. Σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, απέρριψε κατηγορηματικά την ετικέτα του “rock star”.

Στα περισσότερα από τα άλμπουμ που ακολούθησαν και στη δεκαετία του ’80, ο Rea είχε μια μάλλον δύσκολη εργασιακή σχέση με τους παραγωγούς και τους άλλους “άνδρες με κοστούμια” που ένιωθε ότι “εξομάλυναν” τα στοιχεία της μουσικής του που επηρεάζονταν από την μπλουζ. Ήταν όμως η χήνα που γέννησε το χρυσό αυγό και αυτό ήταν συχνά κόλαση για τον ίδιο. Έπαιρναν συχνά αυτό που ήθελαν αυτοί, αντί για αυτό που ήθελε ο ίδιος. Η συνθετική του σφραγίδα όμως που άντεχε την περιποίηση των στούντιο και προστάτευε το πολύτιμο βάθος του από την ευτέλεια, τον έστειλε δυο φορές στην κορυφή με τα άλμπουμ “The Road to Hell” του 1989, και “Auberge” του 1991. Όσο γοητευτικά και οικουμενικά πρωταγωνιστική αποδείχθηκε όμως η μουσική του, δυστυχώς η μουσική του καριέρα χωρίστηκε σε δυο περιόδους με εντελώς διαφορετικά κριτήρια.

Η μακροχρόνια μάχη για την υγεία του ξεκίνησε το 1994, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του παγκρέατος σε ηλικία 33 ετών. Εκείνη την εποχή, τα ποσοστά επιβίωσης ήταν τρομακτικά χαμηλά. Για να σώσει τη ζωή του, υποβλήθηκε σε μια “επέμβαση Whipple”, μια τεράστια, 14ωρη επέμβαση που θεωρείται μία από τις πιο περίπλοκες χειρουργικές επεμβάσεις στη σύγχρονη ιατρική. Οι χειρουργοί αφαίρεσαν το πάγκρεας, το δωδεκαδάκτυλο, τη χοληδόχο κύστη, τον χοληδόχο πόρο και μέρος του στομάχου του. Αυτό τον άφησε με διαβήτη τύπου 1, απαιτώντας ενέσεις ινσουλίνης την ημέρα και μια χούφτα χάπια. Έχασε σημαντικό βάρος και ζούσε σε μια κατάσταση συνεχούς σωματικής διαχείρισης. Τα προβλήματα υγείας του τον έκαναν να επαναπροσδιορίσει την καριέρα του με βάση τα νέα δεδομένα. Δεν έκανε ποτέ περιοδείες στην Αμερική παρά τη δημοτικότητά του.

Το 2016, ο τραγουδιστής υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, αν και ανάρρωσε αρκετά για να ηχογραφήσει και να περιοδεύσει το 24ο άλμπουμ του, με τον τίτλο “Road Songs for Lovers.” Έζησε μια πολύ τρομακτική εμπειρία, καθώς του καρφώθηκε στο μυαλό ότι η αντίληψή του για τον τόνο της φωνής του είχε εξαφανιστεί με το εγκεφαλικό επεισόδιο. Και χρειάστηκε πολλή πειθώ από τους κοντινούς του ανθρώπους που έλεγαν ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό ή λάθος με αυτό που έπαιζε. Κατέληξε με ασαφή ομιλία και εξασθενημένη φωνή, αλλά ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει να τραγουδάει. Τελικά, η σωματική του καταπόνηση έφτασε σε οριακό σημείο στις 9 Δεκεμβρίου 2017. Ενώ εμφανιζόταν στο New Theatre Oxford, λίγα μόνο τραγούδια μετά την έναρξη του σετ του, ο Rea ξαφνικά έπεσε προς τα πίσω. Το κοινό παρακολουθούσε με τρόμο καθώς ο τραγουδιστής, τότε 66 ετών, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, ευτυχώς σε σταθερή κατάσταση.

Στα τελευταία του χρόνια, ο Rea μίλησε ανοιχτά για τη “φρίκη” της καθημερινής του ρουτίνας υγείας. Σε μια εμφάνιση το 2020 σε ένα επεισόδιο του “Gone Fishing” με τον Bob Mortimer και τον Paul Whitehouse, παρουσίασε μια λίστα με τις ιατρικές επεμβάσεις που είχε κάνει το 1994, την οποία χαρακτήρισε την  “πιο επιτυχημένη χρονιά” του. “Ποτέ δεν το ξεπέρασα πραγματικά”, είπε στους δυο παρουσιαστές, προσθέτοντας ότι έπρεπε να παίρνει 34 χάπια κάθε μέρα για να διατηρεί την υγεία του υπό έλεγχο. Φαινόταν τόσο πολύ σαν το τέλος, αλλά αυτό που τον  βοηθούσε ήταν η σκέψη να αφήσει ένα δίσκο που οι δύο έφηβες κόρες του (την Josephine και τη Julia) θα μπορούσαν να πουν: “Αυτό έκανε ο μπαμπάς ,όχι την pop μουσική, αλλά την μπλουζ μουσική. Αυτή ήταν για αυτόν”. Η επιστροφή του στις ρίζες των blues υπήρξε το μεγαλύτερο κίνητρο των τελευταίων χρόνων.

Πράγματι η αληθινή φλέβα του Rea δεν μπόρεσε να τυλιχθεί από τις γιρλάντες των παραγωγών. Υπήρξε άλλωστε ένας άνθρωπος με ανθεκτικές αξίες, ένας καλλιτέχνης που τίμησε τον τόπο του. Παραδέχτηκε συχνά ότι πολλά από τα τραγούδια του γεννήθηκαν από το Middlesbrough, την πόλη καταγωγής του. Το “The Road to Hell”, τα τραγούδια “Steel River” (ένα παρατσούκλι για τον ποταμό Tees), και “Windy Town”, αντικατοπτρίζουν τα συναισθήματα του Rea για τη βιομηχανική παρακμή του Midllesbrough. Έλειψε τρία χρόνια σε περιοδείες και όταν επέστρεψε να δει τον πατέρα του μετά τον θάνατο της μητέρας του, είχαν γκρεμίσει όλο το μέρος. Ήταν σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας. Το Middlesbrough που ήξερε είχε χαθεί, σαν να γινόταν πόλεμος για 10 χρόνια. Του ήταν δύσκολο να αποδεχτεί ότι το Ayresome Park δεν υπήρχε πια, ο παλιός χαρακτήρας του μέρους, οι τύποι με τα καρότσια και τα φρούτα, και όλα αυτά.

Όταν δεν έγραφε τραγούδια, ζωγράφιζε και του άρεσε να διαβάζει πολύ.  Παρόλο που επέλεξε τελικά τη μουσική, η δημοσιογραφία ήταν το πρώτο του πάθος. Ήθελε να γίνει δημοσιογράφος και να γράφει για αγώνες αυτοκινήτων, καθώς το άλλο του μεγάλο πάθος ήταν τα αυτοκίνητα. Ταΐζοντας το κινηματογραφικό του απωθημένο,  έγραψε το ομώνυμο κομμάτι και τη μουσική επένδυση για την δραματική ταινία “Soft Top Hard Shoulder” του 1993. Έγραψε και έκανε την παραγωγή της ταινίας “La Passione” του 1996, αισθητά εμπνευσμένη από την παιδική του εμπειρία και τον έρωτά του για τους αγώνες αυτοκινήτου και τον οδηγό της Ferrari της F1, Wolfgang von Trips. Ήταν επίσης ο πρωταγωνιστής στην κωμική ταινία “Parting Shots” του 1999, όπου με περίσσεια ειρωνεία υποδύθηκε έναν χαρακτήρα στον οποίο είπαν ότι ο καρκίνος του έδινε έξι εβδομάδες ζωής και αποφάσισε να σκοτώσει αυτούς τους ανθρώπους που είχαν επηρεάσει άσχημα τη ζωή του.

Χωρίς να φοβηθεί ποτέ το θάνατο, είχε μάθει να παραμονεύει στις πτυχές όπου οι μοναχικές νύχτες γίνονταν μια περίεργα αποδεκτή πραγματικότητα. Κουβαλώντας στη σκέψη του τη βαθιά αλήθεια πως ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο είναι αυτός που δεν κουβαλά προβλήματα, μοιράστηκε με τον ακροατή την πολυτέλεια των μουσικών του ιστοριών, του πρόσφερε την ευγενική, ανθρώπινη, αληθινή χαρά να γίνει ο ίδιος κινηματογραφικός πρωταγωνιστής στο υπέροχο σύμπαν του. Την Κυριακή, δημοσίευσε στο προφίλ του μια φωτογραφία ενός αυτοκινήτου που οδηγούσε μέσα στο χιόνι σε έναν πολυσύχναστο αυτοκινητόδρομο. Στη φωτογραφία υπήρχε επίσης μια πινακίδα με το μήνυμα, “Driving home for Christmas with a thousand memories”, προετοιμάζοντας, λες, την κατάρα των Χριστουγέννων να χτυπήσει ξανά.

Πες μου μόνο, αν υπάρχει ένας παράδεισος επιτέλους για σένα…

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1406 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.