CATHEDRAL: “The Carnival Bizarre”

Καλωσορίσατε σε αυτό το αλλόκοτο παζάρι, σε αυτή την κοσμική εμποροπανήγυρη των παραισθήσεων, των ήχων και ιστοριών. Καλώς ορίσατε στο “TheCarnival Bizarre”, του κακόγουστου, του κιτς, του φαντεζί, του κολασμένου και προεχόντως του γιορτινού. Πέρασαν 30 χρόνια αφότου οι Cathedral άφησαν αυτό το αλλόκοτο μωρό στη δισκογραφική τους κούνια. Ένα άλμπουμ το οποίο άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού και τους έγειρε υπέρ τους. Το “The Carnival Bizarre” είναι η αφετηρία πολλών πραγμάτων για την ιδιαίτερη μπάντα από το Ντητρόιτ της Βρετανίας, το Κόβεντρυ. Είναι το σημείο στο χάρτη όπου εφηύραν το δικό τους σύμπαν μολονότι είχαν ξεκινήσει να το ανεγείρουν λίγα χρόνια νωρίτερα με το “Ethereal Mirror”. Καθόλου άσχημα για μια δουλειά για την οποία χρόνια αργότερα το ίδιο το σχήμα είχε δηλώσει πως δεν ήταν καν προετοιμασμένο να το ηχογραφήσει.

Σημαντικό kick-off του τρίτου δίσκου των Cathedral είναι η στελέχωση της μπάντας και η σταθερή συνεργασία της συγκεκριμένης τετράδας για τις επόμενες δεκαετίες!! Μετά το πέρας του επίσης αξιόλογου “Ethereal Mirror” το 1993 ο τραγουδιστής, στιχουργός, ψυχάρα της μπάντας και επίσης ιεροφάντης της σύγχρονης doom σκηνής Lee Dorrian μαζί με τον μπασίστα/κιθαρίστα Garry Jennings συνειδητοποιούν ότι πρέπει αδήριτα να αλλάξουν πλήρωμα αν θέλουν να καβαλάνε διάττοντα αστέρια και γαλαξίες θανάτου (ride with me on a shooting star, through galaxies of death we chase). Έτσι αποφασίζουν να χωρίσουν τα τσανάκια τους με τον Adam Lehan (κιθάρες) και τον Mark Ramsey Wharton (drums). Ειδικά με τον δεύτερο το “διαζύγιο” δε θα βγει με ωραίο τρόπο.

Το αρνητικό ήταν πως εκείνο τον καιρό έχουν την ευκαιρία να βγουν στο δρόμο σαν support των μπαμπάδων όλων μας αλλά κατά κύριο λόγο των πατέρων του ήχου που πρέσβευαν οι Cathedral, των Black Sabbath. Προσλαμβάνουν δυο sessions μουσικούς και ακολουθούν πετυχημένα τη μπάντα που δημιούργησε το heavy metal. Η επιτυχία κρίνεται και αλλού. Όπως ο δάσκαλος αναγνωρίζει την αυθεντική σπίθα στον μαθητή, έτσι ο Tony Iommi τους γουστάρει τόσο που τους εκφράζει κατ’ ιδίαν το θαυμασμό για τον ήχο τους, συμβουλεύοντας τους κάτι σαφές με τη βαρύτητα ενός χρησμού: Αφενός να μην αλλάξουν υφολογικά και αφετέρου να παραμείνουν με μια κιθάρα στις τάξεις τους. Όταν αυτό το λέει ο άνθρωπος που σου έμαθε το άλφα και το βήτα τότε το βουλώνεις και τον ακούς ευλαβικά. Εκτός αυτού οι Cathedral είχαν στη “γλάστρα” τους ήδη έναν καρπό που ψήλωνε, αυτό της προγενέστερης κυκλοφορίας που τους έδειχνε το δρόμο κι ας δήλωναν όχι ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από το τελικό αποτέλεσμα. Η ιστορία έδειξε πως δε θα το μετάνιωναν ποτέ.

Οι Dorrian, Jennings μετά το πέρας της εκτεταμένης περιοδείας, η πρώτη από τις πολλές, ξεκινάνε τις audition και εν τέλει ανακαλύπτουν και συστήνονται με τους συνοδοιπόρους τους για το μεγαλύτερο υπόλοιπο της καριέρας τους. Ο Leo Smee μπαίνει στο κάδρο αναλαμβάνοντας το μπάσο. Θα φτάσουμε στο μακρινό 2011 μέχρι την αποχώρησή του. Πίσω από το drum kit θα κρατάει τη γκρούβα ο Brian Dixon μέχρι και τον αμετάκλητο επίλογο των Cathedral το 2013.

Υπό τις οδηγίες των παλιών, η τετράδα ουσιαστικά αρχίζει να ραφινάρει το όραμα που ξεκίνησε να συλλαμβάνεται με διαφορετική σύνθεση το 1992 στο “Soul Sacrifice” EP. “Οι επιρροές από τα 70’s γίνονταν όλο και πιο έντονες μέχρι το The Carnival Bizarre. Από εκεί και έπειτα το πράγμα πήρε μόνο του το δρόμο” έχει κάνει μια αναφορά παλιότερα ο Lee Dorrian. 

Στο “Carnival Bizarre” αυτό το μυστικιστικό κουαρτέτο δε σταματάει να “χτίζει”. Οικοδομεί πάνω σε κολοσσιαία riff, πάνω σε ένα ασταμάτητο groove και σε μια πρωτοφανή ατμόσφαιρα. Οι στίχοι του Dorrian, υψηλής ποιότητας και εδώ φαίνεται το μεράκι του πρώην τραγουδιστή των Napalm Death που με την πρώτη του μπάντα έκανε ένα reunion 30 μεγαλοπρεπών δευτερολέπτων στο Hellfest του 2009. Ο Dorrian αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο της doom σκηνής τόσο με τους Cathedral, όσο και με την εταιρεία του (Rise Above Records). Σε βυθίζει σε κόσμους όπου ο ήλιος αρνείται πεισματικά να ανατείλει, σε ομιχλώδη μέρη που είναι “σκασμένα” από πλάσματα της νύχτας. Το καρουζέλ δαιμόνων μόλις που έχει αρχίσει να περιστρέφεται.

Αν ποτέ, σε κάποιο “παλιατζίδικο” που μυρίζει παρελθόν και μυστικά, πετύχεις κάπου το “The Carnival Bizarre” αγόρασέ το μόνο για το artwork. Ο δημιουργός που φέρει το ονοματεπώνυμο Dave Patchett, εδώ ξεπέρασε εαυτόν.  Η λεπτομερής και πλούσια αισθητική του artwork καθρεπτίζει με τον πιο ευθύ τρόπο το μουσικό μέρος του δίσκου.

Ο όρος “doom” χρησιμοποιείται για λόγους συνεννόησης ωστόσο μην αναμένεις να ακούσεις κλασσικές doom – πιο αργές και από το θάνατο – φόρμες. Το “Midnight Mountain” του προηγούμενου τους άλμπουμ, έδειξε το δρόμο στους εναπομείναντες τότε Cathedral.

“Freaks and lepers step right up

Circus of macabre, all the devils are rockin’ hard”

Το “The Carnival Bizarre” μπαίνει με τρία upbeat έπη και την αυτοπεποίθηση ενός ροκά που ήπιε μια ντουζίνα μπυρόνια αλλά κρατάει ακόμα το τιμόνι στην ευθεία. Τα riff παραμένουν σφιχτά τυλιγμένα στο doom σάβανο ωστόσο σαν άλλος Σπύρος Παπαδόπουλος αναφωνείς σαστισμένος “Τι έγινε ρε παιδιά;;;”. Ο δίσκος μπαίνει τόσο μπαρουτοκαπνισμένος που αργότερα όταν παίρνουν το ραβδί του μαέστρου τα πιο slow και βραδυκίνητα τραγούδια υπάρχει κίνδυνος να οπισθοχωρήσει και το ενδιαφέρον κάποια επίπεδα. Αν ήθελαν να κρατήσουν προσηλωμένο τον ακροατή ως το τέλος, ίσως έπρεπε να κάνουν ένα διαφορετικό καταμερισμό στις συνθέσεις.

Αλλά όχι, εδώ το πακέτο δεν χωράει γκρίνια, δεν χωράει “αν” και “ίσως”. Eδώ το πακέτο είναι μακέτο. Είναι από τα καλύτερα heavy rock άλμπουμ των 90’s riffοζωσμένο από την κορφή ως τα νύχια και τόσο heavy που νιώθεις σα να έχει καταρρεύσει ένας γιγάντιος σταυρός πάνω σου. O Jennings είναι σε παραγωγική περίοδο όπως και όλη η μπάντα εξάλλου, γράφοντας τα καλύτερα riff της καριέρας του.

 

Ένα από αυτά στο δίσκο είναι δωρεά και του Νονού, του Tony Iommi που κάνει ένα φευγαλέο guest στο “Utopian Blaster” σαν lead κιθαρίστας, ένα κομμάτι που μετά την εισαγωγή του φαντάζει σαν ένα φορτηγό γεμάτο εκρηκτικά που κατεβαίνει χωρίς φρένα τις κατηφόρες στην περιοχή του Ζωγράφου. Ο Iommi με την εμπειρία του έχει το ρόλο του νταλικέρη που αρπάζει το τιμόνι και φωνάζει “άκρη, αναλαμβάνω εγώ τώρα”. Η συγκεκριμένη κίνηση του απόλυτου riffmaster στο να συνεισφέρει στο δίσκο υποδηλώνει ένα πράγμα και μόνο: “Tony Iommi approves”. Μετά το δισκογραφικό μπάχαλο του ίδιου έτους που ονομάζεται “Forbidden” και φέρει με ολίγη ντροπή το όνομα των Black Sabbath, ο μουστάκιας θα μπορούσε να εξιλεωθεί παίζοντας σε περισσότερα τραγούδια του “The Carnival Bizarre”, just sayin’.

Μιας και ανέφερα τους Sabbath, έρχεται αυτόματα στο μυαλό μου το “Electric Grave” και την “όσο πιο Ozzy μπορώ να γίνω” φωνή του Lee Dorrian στο στίχο – σπόντα “Snowblind, we burn, we meditate” σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια των πιονέρων της σκληρής μουσικής. Με ένα συνεπή up tempo ρυθμό, αφήνει πίσω του εκρήξεις ενέργειας, στοχεύοντας στην εκτόνωση. Στο τραγούδι του φινάλε αντιλαμβάνεσαι τις προθέσεις και που αποσκοπούν ηχητικά οι Cathedral: να πάρουν την αγάπη τους για τους Sabbath και να την κοσκινίσουν μέσα από 90’s φίλτρα.

Ο τεράστιος έρωτας για τις ταινίες τρόμου ρίχνει τις μαύρες ακτίνες του σε ουκ ολίγα τραγούδια μέσα στο “The Carnival Bizarre”. Πρώτο πρώτο το κλασσικό τους πια “Hopkins (Witchfinder General)”, ένας εκτυφλωτικός φόρος τιμής στον αριστοκρατικό Vincent Price και το σημαντικό έργο του στο horror ιδίωμα. Το υπέρτατο χιτάκι τους περιέχει και samples από την αντίστοιχη ταινία του 1968. Το βίντεοκλιπ ένα ατελείωτο όργιο. Ξέχωρα από τις χορεύτριες και τα ιδιαίτερα σκηνικά, δε βαριέσαι να παρακολουθείς τον Lee Dorrian να χτυπιέται, κάνοντας τις γνωστές του καρτουνίστικες γκριμάτσες. Σα μεθυσμένος τελάλης ο παλαβιάρης φροντμαν των Cathedral πολλές φορές κατά τη διάρκεια του δίσκου ακούγεται άρρυθμος και άτονος χωρίς όμως αυτό να ξινίζει τον ακροατή. Αναδύει μια ιδιόρρυθμη ομορφιά και ίσως γίνεται επιτηδευμένα. Είναι το σήμα κατατεθέν του και το γνωρίζει καλά και ο ίδιος.

Ταινιών τρόμου συνέχειας και το “Night of the Seagulls” που “ευωδιάζει” θαλασσινή ομίχλη και σκοτεινές τελετές σε ξεχασμένες – από θεούς και ανθρώπους – προβλήτες, δε ξεχνάει να μας θυμίσει πόσο πολύ λατρεύουμε να φοβόμαστε τα ζόμπι (through the black mist they ride, Knights templar – arise), ενώ το “Vampire Sun” με τον τίτλο που προλέγει τα πάντα πριν ακόμα ακουστεί νότα. Σα να τραβάνε τις βαριές κουρτίνες σε νυχτερινό κλαμπ στις 7 το πρωί: κανείς δεν το θέλει, κανείς δεν το ζητάει, αλλά έρχεται σα σφαλιάρα (Illusive myth of light enslaves you, vampire sun it drains you). Εκεί που συνδέεται το παρελθόν με το παρόν είναι στο “Palace of Fallen Majesty”. Βαρύ, βαλτώδες, επικήδειο στο μεγαλύτερο μέρος. Doom για ανάκτορα νεκρών βασιλέων (We find salvation in a palace of dead kings).

Σαν ξένο σώμα που αιωρείται πάνω από το “The Carnival Bizarre” θα μπορούσα να αναφέρω το “Blue Light” με την παράξενα γαλήνια ψυχεδέλεια και τα κύματα από συμπαντική σκόνη που χύνονται πάνω σε μια μουσική τόσο υπνωτική (the milky way pours over me, We own the stars and night). Διαφοροποιείται από τον υπόλοιπο σωρό. Εδώ εντοπίζεται και η μαγεία των Cathedral, δεν ξέρεις πότε και που θα εκπλαγείς. Δεν ξέρεις τι καραδοκεί πίσω από την πόρτα όπως άλλωστε και στις ποιοτικές ταινίες τρόμου, σωστά;;;   

Κείμενο – επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

Avatar photo
About Soundcheck Partner 405 Articles
Souncheck.network