Οι Λαρισαίοι Black Winter μετρούν ήδη 25 χρόνια διαδρομής. Μετά από μια περίοδο παύσης και σιωπής, το συγκρότημα βρίσκεται πολύ κοντά να ολοκληρώσει το νέο δισκογραφικό του έργο. Παράλληλα, επιστρέφει επιτέλους στο σανίδι, και η αρχή θα γίνει στις 3 Ιανουαρίου στο Skyland. Για όλα αυτά και πολλά περισσότερα θα μάθετε στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Θυμίστε μας με μια σύντομη αναδρομή την πορεία του γκρουπ ως σήμερα.
Οι Black Winter γεννήθηκαν 25 χρόνια πριν, ως ανάγκη και όχι ως σχέδιο. Ξεκινήσαμε μέσα από την εσωτερική υποβολή να αποτυπώσουμε το σκοτάδι όχι ως αισθητική πόζα, αλλά ως φιλοσοφική συνθήκη. Από τα πρώτα χρόνια μέχρι σήμερα, η πορεία μας χαρακτηρίστηκε από περιόδους έντασης, σιωπής, αναστοχασμού και επιστροφής. Δεν μας ενδιέφερε ποτέ η συνεχής παρουσία, παρά μονάχα, μας ενδιέφερε η ουσία κάθε παρουσίας. Αν και η παρουσία μας είναι διακεκομμένη, είχαμε την τύχη να μοιραστούμε το σανίδι με μεγάλα σχήματα του χώρου όπως και έχουμε γεμίσει χώρους σαν headliners σε πολλές πόλεις συμπεριλαμβανομένης και της Αθήνας.
Ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν στην απουσία του γκρουπ από την ενεργό δράση στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ως την επιστροφή σας;
Η απουσία ουσιαστικά δεν ήταν διάλυση αλλά παύση, ενώ υπήρξαν προσωπικοί, και δημιουργικοί λόγοι για αυτήν. Κάποιες φορές η σιωπή είναι πιο ειλικρινής από έναν δίσκο που δεν έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Χρειαζόμασταν χρόνο για να προσδιορίσουμε το γιατί, όχι το πώς, όμως πια είμαστε αποφασισμένοι, να μείνουμε στην επιφάνεια με μεγαλύτερη συνέπεια και διάρκεια. Με το ΕΡ “Virtual Vortex” του 2015 υπάρχει ένα δισκογραφικό κενό. Το “Virtual Vortex” λειτούργησε σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Μιλούσε ήδη για αποξένωση, για την ψηφιακή διάλυση του υποκειμένου, και για την κατάρρευση της εμπειρίας σε προσομοίωση. Το κενό που ακολούθησε δεν ήταν αδράνεια, αλλά επώαση. Κάποια πράγματα χρειάζονται χρόνια για να αποκρυσταλλωθούν και αυτή τη στιγμή έχουμε πολύ υλικό το οποίο θα θέλαμε να δει το φως της μέρας, μιας και πιστεύουμε ότι έχει ένα κάποιο ειδικό βάρος, και αξία όχι μόνο για μας, και έτσι νιώθουμε ότι πρέπει να το μοιραστούμε.
Με ένα νέο άλμπουμ προ των πυλών ποιες πληροφορίες μπορείτε να μας δώσετε τη στιγμή αυτή;
Το νέο άλμπουμ βρίσκεται στο τελικό στάδιο της παραγωγής, και είναι το πιο εσωτερικό και ακραίο έργο μας μέχρι σήμερα. Μουσικά είναι πιο λιτό αλλά πιο βαρύ, πιο τελετουργικό. Στιχουργικά κινείται γύρω από την έννοια της μη-επιστροφής· εκείνο το σημείο όπου η συνείδηση δεν μπορεί πια να προσποιηθεί άγνοια. Δεν θα κυκλοφορήσει κάτι άμεσα αφού θα μεσολαβήσει μια μικρή περίοδος με διαπραγματεύσεις για το που θα το εμπιστευτούμε, όπου θα καλέσουμε να πάρουμε αποφάσεις για το πώς είναι καλύτερα να το διοχετεύσουμε..
Ανακαλώντας την αφετηρία σας και όλη την προηγούμενη διαδρομή, πώς αντιλαμβάνεστε την εξέλιξη του γκρουπ και τη σημερινή του ταυτότητα;
Δεν θεωρούμε ότι “εξελιχθήκαμε” με τη γραμμική έννοια. Περισσότερο απογυμνωθήκαμε. Η σημερινή ταυτότητα των Black Winter είναι πιο αυστηρή, πιο ειλικρινής και λιγότερο διατεθειμένη σε συμβιβασμούς. Ξέρουμε τι δεν είμαστε και αυτό είναι ήδη αρκετό.
Αν θέλατε να θέσετε παραμέτρους με συγκεκριμένες αναφορές ποιους καλλιτέχνες του χώρου θεωρείτε καθοριστικούς για τη διαμόρφωση του δικού σας ύφους;
Υπάρχουν επιρροές, αλλά όχι μίμηση. Καλλιτέχνες που αντιμετώπισαν την ακραία μουσική ως φιλοσοφικό πεδίο, ως υπαρξιακή κραυγή και όχι ως φόρμουλα. Πέρα όμως από τη μουσική, μας επηρέασαν περισσότερο κείμενα, ιδέες και καταστάσεις παρά συγκεκριμένα ονόματα.
Με δεδομένη την άμεση επιστροφή στο σανίδι, στις 3 Ιανουαρίου στοSkyland, τι έχουν να περιμένουν οι θεατές και ποια είναι τα επόμενα πλάνα των ζωντανών εμφανίσεων;
Η εμφάνιση στο Skyland σηματοδοτεί την επιστροφή μας όχι νοσταλγικά αλλά επιθετικά παρούσα. Το set θα καλύπτει κυρίως νέο υλικό, με έμφαση στη βιωματική ένταση, ενώ τα επόμενα πλάνα μας περιλαμβάνουν κυκλοφορίες και επιλεγμένες εμφανίσεις, όχι υπερκορεσμό.
Αν σας ζητούσε κανείς να ξεχωρίσετε μια ιδιαίτερη ζωντανή εμφάνιση μέχρι σήμερα, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;
Κάθε ζωντανή εμφάνιση που έχουμε δώσει είναι σημαντική για εμάς, για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά. Παρ’ όλα αυτά, αν έπρεπε να ξεχωρίσουμε μία, θα αναφέραμε τη συναυλία μας με τους Marduk. Εκείνη την χρονική στιγμή, εμείς κάναμε μουσική μόλις για έξι χρόνια, με τον μεγαλύτερο μας σε ηλικία να είναι μόλις 20, ενώ εκείνοι είχαν ήδη πίσω τους δεκαέξι χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας. Το να βρισκόμαστε στη σκηνή δίπλα σε έναν πραγματικό οδοστρωτήρα του είδους, και μια από τις πιο διαχρονικές παρουσίες της δεύτερης γενιάς του black metal, ερχόμενοι από τη Σκανδιναβία, μια σημαντική περιοχή για το ιδιωμα, ήταν από μόνο του ένα δυνατό μάθημα. Μέσα σε όλο τον θόρυβο της underground συζήτησης περί “trve black metal”, “rip-offs” και “posers”, αυτό που μας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η ίδια η στάση τους. Πρωτοπόροι της σκηνής, απόλυτα γειωμένοι και ευγενικοί, δείχνοντας στην πράξη ότι πίσω από τη βλασφημία, την πρόκληση και το σκοτάδι υπάρχει πρώτα απ’ όλα τέχνη και συνειδητή θεατρικότητα. Ήταν μια εμπειρία που μας άνοιξε τα μάτια και μας έδωσε προοπτική. Μας επιβεβαίωσε σε πολλά επίπεδα, και γι’ αυτό τη θεωρούμε πραγματικά κομβική. Ίσως να είναι περιττό να εξηγήσουμε το ποσό διαφορετικά ήταν τα πράγματα όταν ανταλλάσσαμε ντέμο με άλλα γκρουπ ταχυδρομικώς, και πώς το Black Metal ήταν παράλληλο του πανκ κινήματος, με Xerox έντυπα κτλ, και όπως επίσης, ότι πότε κάνεις δεν θα περίμενε να δει τότε Black Metal σχήματα σαν καλεσμένους τηλεοπτικών σταθμών στην πρωινή ζώνη.
Ποια είναι τα πράγματα που σας εμπνέουν και με ποια θέματα καταπιάνεστε στους στίχους σας;
Η αποτυχία του νοήματος, η βία της κανονικότητας, η ψευδαίσθηση της προόδου, ο εγκλωβισμός της συνείδησης. Οι στίχοι μας δεν προσφέρουν λύσεις· λειτουργούν σαν ρωγμές. Αν κάτι εισχωρήσει από εκεί, τότε έχουν πετύχει τον σκοπό τους.
Είχατε συνεργαστεί στο παρελθόν με την Tristessa (Maria Kolokouri). Τι είδους μνήμες έχετε από τη συνεργασία και τι κρατήσατε από την επαφή με την πρόωρα χαμένη Μαρία;
Η Μαρία ήταν μια παρουσία αυθεντική, σκοτεινή με τρόπο ουσιαστικό και όχι επιτηδευμένο. Η συνεργασία μαζί της άφησε ένα ίχνος σεβασμού και σιωπής. Κρατήσαμε τη σοβαρότητα με την οποία άρμοζε τη δημιουργία, χωρίς θεατρινισμούς και περιττές δηλώσεις.
Έχοντας ζήσει μια ευρεία χρονική περίοδο στον χώρο, ποιες διαφορές έχετε διαπιστώσει στην ελληνική σκηνή με το πέρασμα των χρόνων;
Η σκηνή έχει μεγαλώσει, αλλά όχι πάντα σε βάθος. Υπάρχει περισσότερη τεχνική αρτιότητα, περισσότερη προβολή, μεγαλύτερη ευκολία για παραγωγή και λιγότερος κίνδυνος. Σε μια μέρα πια κυκλοφορεί περισσότερη μουσική από ότι oλόκληρο το 1983, οπότε και αμέτρητος ανούσιος θόρυβος από ανθρώπους που σε προηγούμενες δεκαετίες δεν θα έμπαιναν καν ποτέ στον κόπο. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν πυρήνες αληθινής έκφρασης, και αυτοί είναι που έχουν σημασία.
Τέλος, αν θέλατε να συνοψίσετε το πνεύμα και την ουσία τωνBlack Winter σε λίγες σειρές, τι θα γράφατε οι ίδιοι;
Θα λέγαμε ότι το πνεύμα και η ουσία των Black Winter βρίσκονται στην απόλυτη ειλικρίνεια. Στο παρελθόν η μουσική μας αντιμετωπίστηκε με έντονο ενθουσιασμό, όχι επειδή «πιάσαμε το πνεύμα των καιρών», ή επειδή ανεβήκαμε σε ένα ήδη κινούμενο κύμα, αλλά γιατί ό,τι κάναμε ήταν άμεσο, ακατέργαστο και βαθιά προσωπικό. Δεν προσπαθήσαμε ποτέ να υπηρετήσουμε τάσεις ή να ενταχθούμε σε κάποιο ρεύμα· απλώς εκφράσαμε αυτό που νιώθαμε τη δεδομένη στιγμή, χωρίς φίλτρα και χωρίς στρατηγική. Και τελικά, αυτή η ειλικρίνεια ήταν που μίλησε σε πολλούς ανθρώπους και δημιούργησε μια ουσιαστική σύνδεση μαζί τους. Έχουμε την κρυφή ελπίδα, αν όχι την αυτοπεποίθηση, ότι θα αντιδράσει παρόμοια, ακόμη μια γενιά ακροατών, και ανυπομονούμε να ανοίξουμε αυτή την συζήτηση.

