Είχαν ήδη δώσει το στίγμα τους μεγαλοπρεπώς πριν 4 χρόνια με το “Horrors from the Void”, σαν επιστέγασμα μιας συνεπούς πορείας στον χώρο του παραδοσιακού heavy metal και η νέα τους δουλειά (“Symphony of Chaos”) έρχεται να προσθέσει μια ακόμη συναρπαστική μουσική εμπειρία ανάλογη του προκατόχου της. Με τις μνήμες (κατά κύριο λόγο) από την δεκαετία του 1980 να ζωντανεύουν, τότε που το κλασικό metal πορευόταν αρμονικά με πάσης φύσεως θέματα fantasy και horror, οι Black Soul Horde αναδεικνύουν όψεις μιας εποχής που ουδέποτε εξάντλησε τη δυναμική της.
Με σταθερούς “πυλώνες” τον Γιάννη Τσιακόπουλο (κιθάρες και μπάσο) που έγραψε τη μουσική του album και τον Δημήτρη Κότση (φωνητικά) που επιμελήθηκε των στίχων, συμπορεύονται οι Κώστας Παπασπύρου στην κιθάρα και Βασίλης Νάνος στα ντραμς. Στην Nasty Frequency Recordings έγινε η παραγωγή και η μίξη (από τον Γιάννη Τσιακόπουλο), αλλά και το mastering από τον Μάριο Μεθενίτη. Ειδική μνεία βέβαια θα πρέπει να γίνει και στο artwork του Γιάννη Τούσσα (Graphic No Jutsu), που αποτυπώνει όλη την ατμόσφαιρα που “διαρρέει” το “Symphony of Chaos”, σαν ρετρό εικόνα της Horror αισθητικής όταν έκανε τα πρώτα της “βήματα”.
Ο τρόμος που έρχεται να συνθλίψει τις ψυχικές άμυνες κάθε ζωντανού οργανισμού πριν το αναπόφευκτο γιγαντώνεται, καθώς μια σειρά από βδελυρές και αλλόκοτες μορφές ζωής παρελαύνουν και στα εννέα κομμάτια, ξεκινώντας από μυθολογικά τέρατα του παρελθόντος και φτάνοντας σε στοιχειωτικά πλάσματα του σήμερα. Αν και δεν πρόκειται για μια συνεχόμενη ιστορία, η ενιαία θεματολογία στοιχειοθετεί σαφώς ένα ξεκάθαρο concept album. Τα περισσότερα κομμάτια είναι ολιγόλεπτης και μέσης διάρκειας (χοντρικά 3 με 5μιση λεπτά) που εγγυώνται αμεσότητα και σαφή μεταδοτικότητα, ενώ όλο το εγχείρημα ολοκληρώνεται ιδανικά σε 42 περίπου λεπτά. Η σταθερά πάντως του κλασσικού Heavy Metal παραμένει αμετάβλητη και κυριαρχεί στη μεγάλη εικόνα, με το Power και των δύο οχθών του Ατλαντικού (και κυρίως του ευρωπαϊκού) να έχει το προβάδισμα ως δευτερεύων αλλά καίριο χαρακτηριστικό.
Δικαιωματικά το πρώτο “την τάξη” μυθολογικό τέρας ανοίγει την αυλαία, η μητέρα των σημαντικότερων τεράτων η Έχιδνα, με όμορφο γυναικείο πρόσωπο αλλά και σώμα ερπετού ηγείται στις σκιές (“Lady of Shadows”). Η μουσική εφόρμηση γίνεται με αυξανόμενες ταχύτητες, με τα στέρεα riffs να εναλλάσσονται με μελωδικά solo, για να καταλήξουν σε ένα εύηχο και πιασάρικο ρεφρέν που σηματοδοτεί το ξεκίνημα. Εξίσου βαρύ και ισοπεδωτικό το “What the Night Evokes”, με τις ψηλές και στεντόρειες φωνητικές νότες να οδηγούν με αυτοπεποίθηση, αλλά η πινελιά που κλέβει την παράσταση είναι οι μικρές αφηγήσεις που ξεμυτίζουν (και αυτό επαναλαμβάνεται μετρημένα και αργότερα) και φορτίζουν ανατριχιαστικά την ατμόσφαιρα. Τα τύμπανα βγάζουν πυγμή και κρατάνε έναν καταιγιστικό αμείωτο ρυθμό, καθώς ο Mothman σκορπά θάνατο και όλεθρο. Ελαφρώς πιο συγκρατημένα ακολουθεί το “In the Realm of Silver Light”, το μπάσο πρωταγωνιστεί ακολουθώντας ενδιαφέρουσες διαδρομές, ενώ οι λυκάνθρωποι ρίχνονται στο κυνήγι της ανθρώπινης σάρκας. Εξίσου δυναμικό και δραματικό το “A Scream In the Snow” εκτελεί την κλασική metal συνταγή παραγωγικά, ενώ με φρενήρεις διαθέσεις και κεκτημένες ταχύτητες σε άψογο συντονισμό, εμφανίζονται τα πλάσματα της νύχτας (“The Creatures of the Night”) “ξεθάβοντας” φρικιαστικές ιστορίες.
Ένα από τα πιο καθοριστικά “συστατικά” του album αναμφίβολα, είναι οι ισορροπημένες συνθέσεις με την από κοινού συμμετοχή όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Άλλοτε οι κιθάρες βγαίνουν στο προσκήνιο, άλλοτε συντηρούν μετρημένα ένα βήμα πιο πίσω τους τόνους, το μπάσο αναδύεται συχνά πυκνά στην επιφάνεια προκαλώντας ευχάριστα και τα τύμπανα “επιτίθενται” όταν απαιτείται χωρίς δισταγμούς. Τα φωνητικά ενισχύουν το δράμα με ξεχωριστή καθαρότητα και εξαιρετική προφορά και δεν αφήνουν αναπάντητα ερωτηματικά σε ότι περιγράφουν, ενώ ανταποκρίνονται με άνεση στις υψηλές νότες.
Χωρίς να αλλάξει το μοτίβο (“Julian Graves”) ο Julian επιστρέφει από τον τάφο να εκδικηθεί, ενώ ο τρόμος διαιωνίζεται επιστρέφοντας στο μακρινό παρελθόν των φρικτών αιγυπτιακών θρύλων (“Wrath of the Pharaohs”). Αν πάντως αποφάσιζες να ξεχωρίσεις κάποιο κομμάτι σε αυτήν την υπεύθυνα οριοθετημένη ισορροπία, πιθανότατα το “Death’s Parade” να κέρδιζε στα σημεία. Τα κινηματογραφικά εφέ δίνουν χρώμα στη στιβαρή σύνθεση, τα φωνητικά συμπληρώνονται με τραχιές υφές και η διαπεραστική του μελωδία καταλαμβάνει με άνεση τη μνήμη σου. Το “Dance of the Eternal” κλείνει το album, διαφοροποιούμενο ελαφρώς σε σχέση με το ότι έχουμε ακούσει μέχρι τώρα, με αρκετά doom, ατμοσφαιρικά και περισσότερο ανάλαφρα σημεία στο περιεχόμενό του. Ίσως να το προτιμούσα κάπου στο μέσο σαν διάλειμμα στην “καταιγίδα”, αλλά και σαν επίλογος που σβήνει ήπια τις εντάσεις μια χαρά λειτουργεί.
Το “Symphony of Chaos” ξεδιπλώνει υποδειγματικά με περίσσια ψυχή, όλο το μεγαλείο ένδοξων ατόφιου metal εποχών, με μια power ορμητική φρεσκάδα και πρωταγωνιστές μακάβριες οντότητες αλλοτινών κόσμων. Στέκεται έτσι επάξια δίπλα στην εμβληματική προγενέστερη δουλειά της μπάντας, δίνοντας στους “αμετανόητους” νοσταλγούς του είδους, τη δυνατότητα να επαναφέρουν από το αραχνιασμένο χρονοντούλαπο ήχους και εικόνες, που σε πείσμα των καιρών διατήρησαν ανένδοτα την λάμψη τους.
Είδος: Heavy/Power Metal
Δισκογραφική Εταιρεία: Ανεξάρτητη Κυκλοφορία
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 31 Οκτωβρίου 2025
