BEASTWARS: “The Ship // The Sea”

Οι πρωτευουσιάνοι Νεοζηλανδοί μας προϊδεάζουν για την ταραχώδη φύση του νέου τους, έκτου στη σειρά άλμπουμ, με μια εντυπωσιακή ελαιογραφία του ζωγράφου Nick Keller: ένα πολεμικό πλοίο παλεύει μέσα σε μια ακραία θαλασσοταραχή. Το κουαρτέτο από το Wellington αποτελεί μια από τις πιο ιδιαίτερες και ενδιαφέρουσες περιπτώσεις στον χώρο του sludge/stoner metal.

Η κυρίαρχη στρατηγική επιλογή που διαφοροποιεί τους Beastwars από παραπλήσια σχήματα είναι η επιλογή του ήχου τους. Ναι, δεν αποφεύγουν να μεταφέρουν περιστασιακά τους βόμβους της παραμόρφωσης και έναν παχύ ήχο που τιμά τις αντίστοιχες επιδράσεις, όπως οι Mastodon και οι High On Fire, έχουν όμως μια πιο ευκρινή ισορροπία, με μια γερή δόση κλασικής hard rock ηχητικής προσέγγισης να συμβαδίζει. Άλλωστε, και συνθετικά η μπάντα αναδεικνύει μια αξιοθαύμαστη ευελιξία, πίσω από το επιβλητικό της τείχος.

Τι να περιμένει λοιπόν κανείς από τους τέσσερις πολεμιστές του Wellington αν δεν έχει ιδέα τι είδους μουσική παίζουν; Αυτό που δεν πρόκειται να λείψει από κανέναν, είναι το περίσσιο πάθος που ποτίζει τις συνθέσεις και αποκαλύπτει αυτά τα εθιστικά ριφ. Κεφαλή αυτής της πηγαίας ορμής είναι ο εντυπωσιακός Matt Hyde, ένας αποκαλυπτικός, Mastodon –ικός Blackie Lawless που δεν γνωρίζει έκπτωση σε καμιά εκδήλωση και απόχρωση. Και έχοντας αυτή την χωρίς αύριο διαρκή ερμηνευτική τακτική, σε συνδυασμό με τις σύντομες διαδρομές των συνθέσεων, καθώς οι Beastwars σιχαίνονται την άσκοπη φλυαρία, όλα τα τραγούδια ακούγονται να τελειώνουν σαν την αντήχηση μιας απόλυτης δήλωσης και πιάνεις τον εαυτό σου να ζητά λίγο παραπάνω από εκείνες τις συμπυκνωμένες εντυπώσεις που μόλις προσπέρασε.

Όλες οι συνθέσεις του άλμπουμ είναι τυλιγμένες με μια αμείωτη ένταση, έναν διαρκή συναγερμό που ξετυλίγει μια ακολουθία από ριφ και ρυθμούς που σε σφίγγουν με μια ευπρόσδεκτη αμεσότητα. Πάνω σε όλα αυτά, ο Hyde είναι ωμά αφηγηματικός μα ταυτόχρονα πειστικά συγκινητικός. Η άλλη μαεστρική ντρίπλα που επιφυλάσσουν είναι πως έχουν το ταλέντο μέσα από την κυρίαρχη συνταγή τους να στρίβουν πως το εναλλακτικό heavy rock, το grunge, να δανείζονται την doom βασανιστική επιμονή αλλά και να κρύβουν και κάποιες indie rock φωνητικές γραμμές στο αδυσώπητο λαρύγγι του Hyde. Κάπως έτσι, συναντιέσαι με περιστασιακές μουσικές αντιλήψεις που σου σερβίρονται πάντα με έναν ατσάλινο ήχο και έναν ερμηνευτή συνεχώς στα κόκκινα, αλλά δεν εξουθενώνεσαι.

Σημαντικός παράγοντας για την τελική φρεσκάδα του δίσκου είναι πως τα τραγούδια έχουν δομηθεί και δουλευτεί επίμονα. Πίσω από τις γροθιές του ήχου υπάρχει μια ενδιαφέρουσα τραγουδοποιία που αποδίδει καρπούς. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος του άλμπουμ, όπου υπάρχει εμφανώς μια αυξημένη συνθετική διπλωματία και αμεσότητα, συναντά κανείς τραγούδια που σε κερδίζουν με το πρώτο άκουσμα, με κυρίαρχες περιπτώσεις τα “Guardian of Fire” και “Levitate” (το οποίο άλλωστε συνοδεύτηκε και από το αντίστοιχο μουσικό βίντεο προώθησης). Οι συνθήκες γίνονται πιο ωμές και αδιαπραγμάτευτες, όσο προχωρά κανείς στον δίσκο, δεν πρόκειται όμως να στερηθεί το βάθος και το περιεχόμενο και σε αυτά τα τραγούδια.

Με τις μάχες απέναντι σε κάθε φύσης προσωπικά αλλά και συλλογικά προβλήματα να μπολιάζουν το πάθος και τη μαχητικότητα του νέου δίσκου, οι Beastwars άγγιξαν δυνατά συναισθήματα και όποιος παραχωρήσει τον χρόνο του, θα ανακαλύψει σίγουρα μια επικοινωνία απρόσμενη με το έργο αυτό, έστω και αν επιδερμικά δεν ανήκει στο σύνηθες μενού του.

Ηχογραφημένο σε ένα στούντιο δίπλα στον ωκεανό, το “The Ship // The Sea” ζωντανεύει την εικόνα του πίνακα που το συνοδεύει. Οι ευρηματικοί Νεοζηλανδοί εξακολουθούν να σμιλεύουν τον δικό τους δρόμο και να προσφέρουν ένα χαρμάνι ήχου και συναισθήματος με βάθος και πλούτο.

Είδος: Sludge/Stoner Metal
Εταιρεία: Ανεξάρτητη κυκλοφορία
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 7 Νοεμβρίου 2025

Facebook
Bandcamp

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1386 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.