ABSINTHE GREEN

Σε έναν κόσμο συγκρούσεων και αντιθέσεων, οι Absinthe Green αποφάσισαν να καθορίσουν τον τίτλο του πρώτου τους άλμπουμ με ένα από τα πιο εύφλεκτα τέτοιου είδους ζευγάρια, την αγάπη και τον πόνο. Με μια διαρκή αντίθεση που ζει συναρπαστικά ακόμα και στη σχέση στίχων και μουσικής, η πρόκληση ήταν πια αναπόφευκτη. Έτσι η Ειρήνη Παπαδοπούλου αναλαμβάνει να φωτίσει κάθε ενδιαφέρουσα αντιφατική λεπτομέρεια αναλυτικά, αποκαλυπτικά και με τη συνοδεία αψεντιού.

 Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, πώς και γιατί “Absinthe Green”; Ποιες είναι οι παράμετροι, οι συσχετισμοί, η σημασία, και το καθρέφτισμα στη μουσική;
Το όνομα «Absinthe Green» εμφανίστηκε για πρώτη φορά όταν δημιούργησα έναν χαρακτήρα για ένα RPG, παιχνίδι ρόλων που έπαιζα με φίλους μου πριν πολλά χρόνια. Εκείνη την περίοδο ήμουν και βαθιά βυθισμένη στον κόσμο του αψεντιού. Είμαι συλλέκτρια και τότε οργάνωνα μικρά tasting events, εξερευνώντας κάθε πτυχή αυτού του ποτού, από τα αρώματα και τις υφές μέχρι την τελετουργία γύρω από το σερβίρισμά του. Πάντα με γοήτευε αυτή η μαγική τελετουργία. Κάπου τότε επέλεξα και το Absinthe Green ως το προσωπικό μου καλλιτεχνικό όνομα. Με τον καιρό, καθώς το πρότζεκτ διαμορφωνόταν και γινόταν όλο και πιο προσωπικό, το όνομα αυτό άρχισε να λειτουργεί σαν η μάσκα αλλά και ο καθρέφτης μου. Κάτω από αυτό βρήκαν θέση οι λέξεις μου, η μουσική μου και όλη μου η ουσία.

Όλα αυτά ενώθηκαν κάπως φυσικά. Το αψέντι έγινε σύμβολο μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας που θέλω να εκπέμπει η μουσική μου, και το «Absinthe Green» κατέληξε να είναι κάτι πολύ περισσότερο από καλλιτεχνικό ψευδώνυμο: είναι ένα κομμάτι του κόσμου μου.

 Δεν λένε άδικα πως η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Φτάνοντας λοιπόν στην ολοκλήρωση του πρώτου σας έργου, και κοιτάζοντας πίσω στο ταξίδι της δημιουργίας του, ποια ήταν η πιο δύσκολη και ποια η πιο χαρούμενη στιγμή που δύσκολα θα ξεχάσεις;
Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν η ίδια η απόφαση να εκθέσω αυτό το πρότζεκτ στον κόσμο. Επειδή είναι κάτι τόσο προσωπικό, ένιωσα σαν να άφηνα ανοιχτή μια πόρτα προς τον πιο ευάλωτο εαυτό μου. Σε αυτό προστέθηκαν προσωπικές προκλήσεις, θέματα υγείας και πολλές αλλαγές στη ζωή μου, που με έκαναν αρκετές φορές να αναρωτηθώ αν θα καταφέρω να κρατήσω το όραμα ζωντανό. Ήταν μια περίοδος που πραγματικά δοκίμασε την αντοχή και τη συνοχή του πρότζεκτ, αλλά και τη δική μου.

Η πιο χαρούμενη στιγμή ήταν όταν όλα τα κομμάτια άρχισαν να “κουμπώνουν” και είδα τα τραγούδια να σχηματίζουν ένα ολοκληρωμένο άλμπουμ. Ήταν σαν να παίρνει ανάσα κάτι που κουβαλούσα για καιρό μέσα μου. Εκείνη η αίσθηση ότι η μουσική επιτέλους ζωντανεύει, ειδικά μέσα από τη συνεργασία με ανθρώπους που μοιράζονται το ίδιο πάθος, την ίδια τρέλα και το ίδιο όραμα, ήταν από τις στιγμές που δεν ξεχνιούνται.

“Αγάπη και πόνος”. Αναμφισβήτητα υπάρχει μια έντονα αυτοβιογραφική αίσθηση καθώς βυθίζεσαι στο δίσκο. Πόσο εύκολη είναι η προσωπική έκθεση και τελικά λειτουργεί σαν κάθαρση;
Με το Of Love and Pain επέλεξα συνειδητά να αφήσω στην άκρη πολλά από τα φίλτρα που χρησιμοποιούσα στο παρελθόν. Πάντα έγραφα με μεταφορές και πιο ποιητική διάθεση, όμως αυτή είναι η πρώτη φορά που “επέτρεψα” στον εαυτό μου να γράψει πιο ωμά, πιο άμεσα, και σε κάποια σημεία, μια σχεδόν punk rock εκδοχή (στιχουργικά) αυτού που νιώθω. Τα τραγούδια εξακολουθούν να έχουν το φαντασιακό τους κομμάτι, αλλά αυτή τη φορά η καρδιά τους είναι ξεκάθαρα αυτοβιογραφική και εκτεθειμένη.

Η προσωπική έκθεση δεν είναι κάτι απλό. Φέρνει μαζί της φόβο και ευαλωτότητα, αλλά την ίδια στιγμή λειτουργεί όντως ως κάθαρση. Μέσα από τη μουσική μπορώ να απογυμνώσω τα συναισθήματα, να τα δω καθαρά και να τα μετατρέψω σε κάτι που αναπνέει. Και όταν αυτό το υλικό συναντά ανθρώπους που αναγνωρίζουν μέσα του δικές τους πληγές, τραύματα, βιώματα, τότε νιώθω ότι η διαδικασία αποκτά νόημα.

Αυτή η δυνατότητα σύνδεσης, το πώς η προσωπική ιστορία μετατρέπεται σε κοινή εμπειρία, είναι τελικά και ο λόγος που συνεχίζω να γράφω, να συνθέτω και να κάνω performance.

 Αυτό που με ταρακούνησε από το πρώτο τραγούδι είναι αυτή η μάχη που γίνεται ανάμεσα σε μάλλον πικρούς στίχους και σε ενεργητική μουσική. Είναι αυτή η ηθελημένη σύγκρουση μέρος της ταυτότητας του γκρουπ και τελικά το μήνυμα πως η ζωή αξίζει να συνεχίζεται απέναντι σε κάθε εμπόδιο;
Ακριβώς. Πάντα έπαιζα με τα δίπολα και τις αντιθέσεις, όχι μόνο σε αυτό το πρότζεκτ αλλά γενικά στη ζωή μου. Φως και σκοτάδι, αγάπη και πόνος, ηρεμία και έκρηξη. Αυτά τα στοιχεία συνυπάρχουν μέσα μου και περνούν φυσικά στη μουσική των Absinthe Green. Οι αντιθέσεις αντικατοπτρίζουν το πώς βιώνουμε την πραγματικότητα, με όλες τις συγκρούσεις και τις στιγμές που συνυπάρχουν παράξενα αλλά αρμονικά.

Οι “πικροί στίχοι πάνω στην ενεργητική μουσική” που πολύ σωστά εντοπίζεις, είναι για μένα σαν μια προσωπική, χιουμοριστική εκδοχή του soundtrack μιας ταινίας καταστροφής. Φαντάζομαι τον κόσμο να καταρρέει σε slow motion, κι από πίσω να παίζει το “Waltz of the Flowers” του Tchaikovsky, ας πούμε. Αυτό το παράλογο με κάνει να χαμογελάω, γιατί η ζωή θέλει χιούμορ για να αντέχεται.

Και μέσα σε όλο αυτό υπάρχει όντως το μήνυμα ότι, παρά τα εμπόδια, η ζωή συνεχίζεται και αξίζει. Είναι μια υπενθύμιση που χρειάζομαι πρώτα εγώ η ίδια, αλλά και για όλους όσους πρέπει να την ακούσουν και να τη συνειδητοποιήσουν.

 

Ακούγοντας διάφορα ιδιώματα μέσα στις συνθέσεις, τα οποία τελικά αφομοιώνονται στον χαρακτήρα σας, μπορείς να μας αποκαλύψεις ποιες είναι οι κυρίαρχες μουσικές σου επιδράσεις, δηλαδή αυτοί που σε έκαναν να ασχοληθείς με τη μουσική;
Είμαι πολύ τυχερή γιατί μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου ακούγαμε πολλή και καλή μουσική. Επίσης ξεκίνησα να παίζω μουσική πολύ μικρή, από 4 ετών, με πιάνο. Τότε ανέβηκα και πρώτη φορά στη σκηνή, έπαιξα μπροστά σε κοινό, και από εκείνη τη στιγμή ήξερα ακριβώς τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές ήταν όταν άρχισα να ανακαλύπτω  μόνη τη δισκοθήκη του πατέρα μου.  Από κλασσική μουσική, Pink Floyd, Led Zeppelin, Cream, Black Sabbath, Nick Cave, Wishbone Ash, The Doors,  μέχρι την Janis Joplin,  David Bowie, King Crimson, Miles Davis και τόσους άλλους υπέροχους καλλιτέχνες και είδη μουσικής, αυτοί οι δίσκοι ήταν σαν μυστικά περάσματα σε καινούργιες πραγματικότητες, και κάθε ένας τους άφησε τεράστια αποτυπώματα μέσα μου. Από το new wave/ Gothic rock, τον Tom Waits έως τη Diamanda Galás, από τον Beethoven έως τον Xenakis, και φυσικά το black metal που με συνόδευσε σε πολλές φάσεις της ζωής μου, και την ποπ μουσική την οποία άρχισα να εκτιμώ αργότερα μέσω των σπουδών μου. Όλα αυτά μαζί δημιούργησαν ένα υβριδικό υπόβαθρο που με έκανε να θέλω να συνδυάζω κόσμους, να χωράω και τη δομή και το χάος, και τελικά να χτίζω κάτι δικό μου, αληθινό και έντονο.

 

Αποκάλυψέ μας κάποια αξιοσημείωτη λεπτομέρεια από τη συνεργασία με τον Hiili Hiilesmaa. Σε ποια στοιχεία θα επικέντρωνες τη συμβολή του στο τελικό αποτέλεσμα;
Ο Hiili ήταν ανεκτίμητος. Είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μιλάμε την ίδια γλώσσα, τόσο ως άνθρωποι, όσο και μουσικά, σε αισθητική, νοοτροπία και προσέγγιση στη διαδικασία της παραγωγής. Ήταν ο καταλύτης που με βοήθησε να καταλάβω ότι η «κόλλα» που συνδέει όλα τα κομμάτια του άλμπουμ είμαι εγώ. Από μια λίστα 40+ τραγουδιών με διαφορετικά στυλ και περιόδους της ζωής μου, με βοήθησε να δημιουργήσουμε ένα συνεκτικό άλμπουμ. Η συμβολή του στην παραγωγή, η μίξη και οι συμβουλές του κατάφεραν να ενώσουν όλα τα κομμάτια σε ένα ενιαίο σύνολο χωρίς να χαθεί η ποικιλία τους, ενώ ταυτόχρονα ανέδειξαν την προσωπική μου φωνή και την αισθητική του πρότζεκτ. Είμαι πραγματικά χαρούμενη που συνεργαστήκαμε με τον Hiili και που καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα άλμπουμ που είναι οργανικό και διαχρονικό, ένα έργο που κρατά την αλήθεια του ατόφια. Στο τέλος μου είπε ότι πρέπει οπωσδήποτε να ξανασυνεργαστούμε στο μέλλον, και το συναίσθημα ήταν αμοιβαίο, θέλω σίγουρα να ξαναδουλέψω μαζί του.

 Έχοντας έντονη συναυλιακή παρουσία σαν μπάντα και εκτός Ελλάδας, μπορείς να θυμηθείς μια εμφάνιση και μια νύχτα που ήταν πραγματικά ιδιαίτερη και γιατί;
Δεν θέλω να πω το κλισέ ότι κάθε live μας είναι ιδιαίτερο, αλλά η αλήθεια είναι ότι ισχύει. Μία από τις πιο ξεχωριστές νύχτες ήταν όταν παίξαμε στη Φινλανδία, στο Ελσίνκι. Είναι μια χώρα που λατρεύω και ήταν το πρώτο μας live εκεί ως Absinthe Green. Είδα πολλά γνώριμα πρόσωπα και παλιούς μου φίλους στο κοινό, έπαιξα με φίλους μου και υπήρχε μια πολύ ζεστή, συναισθηματική ατμόσφαιρα.

Μία άλλη στιγμή που θα θυμάμαι πάντα ήταν όταν παίζαμε το Same Old Fire και δύο κοπέλες ήρθαν μπροστά στη σκηνή και φιλήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του τραγουδιού. Ήταν μια υπέροχη στιγμή. Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο είναι ότι οι άνθρωποι που έρχονται στα live μας νιώθουν ασφαλείς να είναι ο εαυτός τους, κάτι που έχει τρομερή σημασία για μένα, γιατί πάντα θέλω τα live μας να είναι ένα πραγματικό safe space για όλ@.

Σε μια εποχή όπου δυστυχώς ακόμα χρειάζεται να παλεύουμε για τα δικαιώματα στην αγάπη και τη διαφορετικότητα, τέτοιες στιγμές δείχνουν τι μπορεί να προσφέρει η μουσική: έναν χώρο όπου όλοι μπορούν να υπάρχουν ελεύθερα και θριαμβευτικά.

Έχοντας σημαντική εμπειρία και αγγίζοντας το σημαίνον ζήτημα της ελληνικής σκηνής, ποια πράγματα θεωρείς πως έχουν κερδηθεί τα τελευταία χρόνια και ποια είναι αυτά που λείπουν ακόμα;

Έχοντας ζήσει πολλά χρόνια στη Γερμανία, όταν γύρισα στην Ελλάδα έπαθα ένα σοκ. Από τη μία είδα πολλά μαγαζιά και χώρους που κάποτε ήταν πυρήνες της σκηνής να έχουν κλείσει. Ήταν στενάχωρο, γιατί μαζί τους χάθηκε και ένα κομμάτι της μουσικής κουλτούρας που έζησα. Από την άλλη όμως είδα πείσμα. Είδα νέες, ταλαντούχες μπάντες να δημιουργούνται και να επιμένουν παρά τις δυσκολίες, και αυτό για μένα είναι πραγματικά ελπιδοφόρο. Παρόλα αυτά έχουμε ακόμη μεγάλη απόσταση να καλύψουμε. Ως χώρα και ως σκηνή υστερούμε στο κομμάτι της αλληλοϋποστήριξης. Συχνά κινούμαστε απομονωμένα, χωρίς συσπείρωση, χωρίς την αλληλεγγύη που θα επέτρεπε στη σκηνή αυτή  να αναπτυχθεί όπως της αξίζει.

Υπάρχει επίσης μια βαθιά ριζωμένη τάση προς το εφήμερο και το αυστηρά mainstream, προς αυτό που πλασάρεται ως μουσική αλλά εν τελεί είναι περισσότερο προϊόν παρά τέχνη. Έτσι, το πραγματικά διαφορετικό, το ανήσυχο ή το δημιουργικά ριψοκίνδυνο συχνά δεν βρίσκει χώρο να αναπνεύσει. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια βλέπω μια νέα ενέργεια, μουσικούς που δεν συμβιβάζονται, δημιουργούν με πάθος και διεκδικούν τη θέση τους. Αυτό που λείπει ακόμη είναι οι ευκαιρίες, οι ανοιχτοί χώροι, η ουσιαστική στήριξη και, κυρίως, μια αλλαγή νοοτροπίας που θα αγκαλιάσει την πολυμορφία της μουσικής. Αν το καταφέρουμε αυτό, η ελληνική σκηνή μπορεί πραγματικά να ανθίσει.

 

Ζούμε σε μια δυστοπική εποχή και μοιάζει η πολυτέλεια της τεχνολογίας να συμβαδίζει με μια πρωτοφανή αποκτήνωση. Θεωρείς πως ο καλλιτέχνης -άσχετα από τη στιχουργική του θεματολογία– οφείλει να τοποθετείται και να εκτίθεται δημόσια απέναντι σε σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα;
Ο κόσμος έχει γίνει πιο βαρύς και η ανθρωπιά μοιάζει πιο εύθραυστη από ποτέ. Μέσα σε αυτό το τοπίο, πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να παραμένει ειλικρινής. Δεν ξέρω αν ο καλλιτέχνης οφείλει να τοποθετείται δημόσια σε κοινωνικά ζητήματα, αλλά ξέρω πως όταν λειτουργείς με ευαισθησία και δημιουργείς από πραγματικό συναίσθημα, πολλές φορές απλώς δεν μπορείς να το αποφύγεις. Όταν γράφεις για τον άνθρωπο, για το πού βρισκόμαστε συναισθηματικά, προσωπικά και συλλογικά, είναι σχεδόν αδύνατο να μη συναντήσεις μπροστά σου και τα κακώς κείμενα της κοινωνίας.

Προσωπικά, δεν έχω καμία εκτίμηση, ούτε και σέβομαι ιδιαίτερα την απόλυτα «διπλωματική» στάση που επιλέγουν κάποιοι, αποφεύγοντας ευαίσθητα θέματα επειδή ίσως επηρεάσουν αρνητικά την καριέρα τους. Η τέχνη που περιορίζεται μόνο σε εύπεπτα, ακίνδυνα θέματα ποτέ δεν με αφορούσε και δεν με αγγίζει. Όταν νιώθεις κάτι βαθιά, όταν το κουβαλάς στην ψυχή σου, δεν γίνεται να γυρίσεις την πλάτη. Δεν γίνεται να κάνεις πως δεν βλέπεις.

Για μένα η τέχνη που πηγάζει από συναίσθημα είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε. Και το να μιλήσεις, να πάρεις θέση, να σταθείς θαρραλέα απέναντι σε αυτό που πιστεύεις δεν είναι μία «δήλωση», αλλά μια πράξη επιβιωσης, σύνδεσης, αντίστασης, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, αλλά δυστυχως δεν είναι. Είναι ένας τρόπος να θυμίζεις στον κόσμο – και ειδικά στα νέα παιδιά – ότι πρέπει να μιλάμε, να αντιστεκόμαστε, να στεκόμαστε απέναντι σε κάθε τι άδικο ή απάνθρωπο.

Γιατί αν σταματήσουμε να το κάνουμε αυτό, αν σιωπήσουμε μπροστά στο άδικο, τότε κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια μας την ανθρώπινη υπόσταση και να γίνουμε απλώς “spineless creatures” ασπόνδυλα όντα σε έναν κόσμο που αποχαυνώνεται και απαλλοτριώνεται παθητικά, λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα.

 Αν σου ζητούσα να διαλέξεις με το χέρι στην καρδιά, μόνο ένα τραγούδι του άλμπουμ, στο οποίο νιώθεις πραγματικά πως υπάρχεις περισσότερο μέσα του με την καρδιά και το μυαλό, ποιο θα ήταν αυτό και γιατί;
Το “June 27”. Είναι η ημερομηνία που πήρα την απόφαση να ζήσω ξανά. Μετά από μια περίοδο βαριού πένθους και κατάθλιψης, ήταν η μέρα που αποφάσισα να σταματήσω να βρίσκομαι στο μεταίχμιο, στις σκιές, σε εκείνο το περίεργο limbo ανάμεσα στη ζωή και στην παράδοση στο σκοτάδι. Ήταν η προσωπική μου υπόσχεση να μη χαθώ μέσα στον πόνο, αλλά να βρω μέσα του λόγο να συνεχίσω. Ταυτόχρονα όμως είναι και μια έκκληση προς όσους βρίσκονται σε παρόμοια σκοτεινά σημεία. Μια παράκληση να καταλάβουμε ότι, όσο βαθύ κι αν φαίνεται το σκοτάδι, όσο αβάσταχτος κι αν μοιάζει ο πόνος, πρέπει να προσπαθούμε. Να συνεχίζουμε. Να στεκόμαστε στα πόδια μας, έστω και τρεκλίζοντας. Να διαλέγουμε τη ζωή, ξανά και ξανά. Γιατί όσο εύθραυστο κι αν είναι το φως, αξίζει να το κρατάμε.

 

Τέλος, ποια θεωρείς πως είναι η βαθύτερη καλλιτεχνική επίδραση εκτός μουσικής και πώς τελικά την αισθάνεσαι σε αυτό που κάνεις;
Η βαθύτερη καλλιτεχνική μου επίδραση εκτός μουσικής είναι η φύση, σε όλο της το εύρος, από το πιο μικρό μέχρι το κοσμικό. Η σοφία της φύσης με συγκλονίζει. Ο τρόπος που όλα γίνονται οργανικά, αβίαστα, με μια απόλυτη συνέπεια που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να μιμηθεί. Η θάλασσα με διδάσκει τη δύναμη των αντιθέσεων, τον τρόπο που μπορεί να είναι ήρεμη σαν καθρέφτης και, λίγες στιγμές μετά, να φουντώνει και να ξεσπά σαν να κουβαλά ολόκληρη την οργή του κόσμου. Το χιόνι και η παγωνιά με μαθαίνουν την αξία της σιωπής, της ακινησίας που όμως μέσα της κρύβει ζωή. Τα αιωνόβια δέντρα με κάνουν να σέβομαι την αντοχή, το ρίζωμα, το πέρασμα του χρόνου. Τα λουλούδια που ανθίζουν μου θυμίζουν ότι η ομορφιά είναι συχνά εύθραυστη, αλλά πάντα επίμονη.

Και πάνω από όλα, το σύμπαν. Η αχανής του απόλυτη ηρεμία και η τρομακτική του δύναμη. Η συνειδητοποίηση ότι είμαστε απίστευτα μικροί μέσα στην απεραντοσύνη του, αλλά ταυτόχρονα ικανοί να νιώσουμε βαθιά, να δημιουργήσουμε, να αγαπήσουμε. Αυτή η αντίθεση , -το μικρό και το τεράστιο, το εύθραυστο και το αιώνιο-, με καθορίζει καλλιτεχνικά.

Σε ευχαριστώ πολύ.

Website
Facebook
Bandcamp

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1386 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.