Κάποιες φορές είναι νοσταλγία, άλλες λέγεται εμμονή, όμως η επιστροφή σε σκονισμένες μνήμες ήχων και εποχών είναι μια συνήθεια που εύκολα γίνεται λατρεία. Χωρίς τις προφανείς και αναμενόμενες επιλογές, γυρίζουμε τους δείκτες πίσω ή και πολύ πίσω, σκαλίζουμε τους καρπούς των καιρών και μαζί τους μικραίνουμε ξανά, μεγαλώνοντας την απόλαυση.
HAWAII: “Loud, Wild and Heavy” (EP)
Στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 και με το ωστικό κύμα της «έκρηξης» του NWOBHM να έχει φτάσει ήδη στις ακτές των ΗΠΑ, οι μπάντες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια. Κάπου όμως στον Ειρηνικό και λόγω της ηφαιστειακής δραστηριότητας, στη Χονολουλού της Χαβάης δημιουργούταν μια νέα μπάντα που αργότερα έγινε γνωστή με το όνομα του τόπου καταγωγής της. Το γκρουπ ίσως δεν είχε καταφέρει να γίνει γνωστό αν δεν είχε δημιουργηθεί από έναν 19χρονο τότε κιθαρίστα ονόματι Marty Friedman. Έχοντας αφήσει την ενδοχώρα και τους Deuce, αφοσιώνεται στους Vixen (το αρχικό όνομα της μπάντας) πριν δημιουργήσει τους Hawaii.
Η τεχνική κατάρτιση και το χαρακτηριστικό shredding του νεαρού βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν μέσω του speed-αριστού heavy metal των Hawaii. Στη βραχύβια πορεία της η μπάντα μέχρι το 1986 θα κυκλοφορήσει δύο albums. Το εντυπωσιακό ντεμπούτο “One Nation Underground” (1983) και το “The Natives Are Restless” (1985). Ανάμεσά τους υπάρχει και το EP “Loud, Wild and Heavy”, όλα με διαφορετικούς τραγουδιστές με αυτόν του ντεμπούτου να είναι ο Gary St. Pierre, ο οποίος τραγούδησε και στο θρυλικό “Soldiers Of the Night” κάποιων Vicious Rumors το 1985. Το EP χαρακτηρίζεται από «καθαρόαιμο» heavy metal με περισσότερο speed (χωρίς να υπάρχει ακόμη ο όρος) riffs, μελωδικές γραμμές και εξαιρετικά (αλίμονο) solos του Friedman. Τέσσερα τραγούδια ατόφιου μετάλλου, με το εναρκτήριο “Bad Boys Of Metal” να έχει έναν πιο mainstream ήχο.
Στο ομώνυμο, όπως και στο επικό instrumental “Rhapsody in Black” μπορεί κανείς να ακούσει από τον Friedman τα πρώτα δείγματα αυτού που θα ερχόταν στο μέλλον με τον Jason Becker και τους Cacophony. Το “Escape the Night” που υπάρχει από την περίοδο των Vixen, είχε ηχογραφηθεί για το demo του 1984, ενώ υπάρχει και στο ντεμπούτο “One Nation Underground” με λίγο διαφορετική μορφή. Το EP θα κυκλοφορήσει αρχικά από την Cavern Productions σε 12ιντσο βινύλιο και θα επανακυκλοφορήσει σε CD το 2018 από τη δική μας No Remorse Records. Εννοείται ότι το αρπάζετε όπου το βρείτε.
PANTERA: “Projects In the Jungle”
Αν και οι ίδιοι οι Pantera είναι σαν να έκαναν ολική διαγραφή στην καριέρα τους πριν το “Cowboys From Hell”, η ιστορία έχει γραφτεί και δεν πρόκειται να σβήσει. Οι κυκλοφορίες των Τεξανών πριν το ’90 απουσιάζουν από το επίσημο site τους, αποτελώντας μια άτυπη δήλωση πως σαν άλλα «φίδια» πέταξαν από πάνω τους το παλιό δέρμα και μπήκαν στα ‘90s εντελώς ανανεωμένοι. Η αλήθεια είναι ότι στην προηγούμενη δεκαετία οι Pantera ξεκίνησαν και πορεύτηκαν, φορώντας τον «μανδύα» του glam metal, μεταλλάσσοντας σταδιακά τον ήχο τους σε αυτό το «αμόνι» που τελικά έπεσε στο κεφάλι μας από το 1990 και μετά.
Το “Projects In the Jungle” είναι το 2ο album των Αμερικανών που κυκλοφόρησε από τη Metal Magic. Παραγωγός είναι και εδώ ο Jerry Abbott, πατέρας των αδερφών Dimebag Darrell και Vinnie Paul. Ο ήχος των Αμερικανών ακολουθεί τις προσταγές του glam/heavy rock της εποχής, με απλές δομές τραγουδιών και ευκολομνημόνευτα αλλά παράλληλα όμορφα ρεφρέν. Παρόλες τις ομοιότητες με τον ήχο των Def Leppard, το album ξεχωρίζει για τα «λοξοκοιτάγματα» στους Judas Priest και την παρουσία αρκετών speed στιγμών. Το «διαμάντι» του Dimebag (ακόμη τότε με το ψευδώνυμο Diamond Darrell) αρχίζει να λάμπει σε αυτό το δίσκο, με αποτέλεσμα ήδη στα 18 το όνομά του να συζητιέται στους heavy metal κύκλους.
Γιατί νομίζεις ότι «θαμπώθηκε» ο Dave Mustaine από τον πιτσιρικά και τον ήθελε διακαώς στους Megadeth λίγα χρόνια αργότερα; Τα φωνητικά του Terrence Lee Glaze είναι αρκετά ενδιαφέροντα για εκείνη τη μουσική αν και δέχτηκαν αυστηρές κριτικές από κάποιους «ειδήμονες» του μουσικού τύπου. Η αλήθεια είναι ότι έκανε τη δουλειά με αξιοπρέπεια και στο επόμενο 3ο album των Pantera, μέχρι να τον προσπεράσουν οι εξελίξεις και να αντικατασταθεί από τον Phil Anselmo τo 1986. Μπορεί η μουσική των Pantera στα ‘90s να είναι σοκαριστική για τα άμαθα τότε αυτιά του mainstream ακροατηρίου. Το ίδιο σοκαριστικό όμως είναι και το γεγονός πως μετά την ακρόαση του “Far Beyond Driven”, αρκεί να γυρίσεις 10 χρόνια πίσω και να ακούσεις αυτόν εδώ τον δίσκο και να αντιληφθείς το μέγεθος της μετάλλαξης.
BATHORY: “Bathory”
Σχετικά με τη δισκογραφία των Bathory, νομίζω ότι οι περισσότεροι επανέρχονται στην «ιερή τριάδα» των “Blood, Fire, Death”, “Hammerheart” και “Twilight Of the Gods” καθώς και στη μετέπειτα επική περίοδό τους ενώ ελάχιστοι είναι αυτοί που προσφεύγουν στην «σκοτεινή» απαρχή της μπάντας και ειδικά στο cult ντεμπούτο της. Βρισκόμαστε στη Σουηδία το 1983 όταν τον 17χρονο Quorthon πλαισιώνουν ο μπασίστας Frederick Melander και ο ντράμερ Jonas Åkerlund σχηματίζοντας μια νέα μπάντα με το όνομα Bathory. Εκείνη την περίοδο ο Quorthon εργαζόταν περιστασιακά σε μία μικρή δισκογραφική εταιρεία, την Tyfon Grammofon η οποία άνηκε στον πατέρα του. Η δισκογραφική ετοίμαζε να κυκλοφορήσει μια συλλογή με Σκανδιναβικές μπάντες με τίτλο “Scandinavian Metal Attack”, όταν την τελευταία στιγμή μία από τις μπάντες ακυρώνει τη συμμετοχή της.
Εκεί ακριβώς είναι που η τύχη χαμογελάει στους Bathory και τους ζητείται να συμμετάσχουν εκείνοι στη συλλογή με δύο τραγούδια. Τα “Sacrifice” και “The Return of Darkness and Evil” γίνονται δεκτά με ενθουσιασμό στον χώρο του underground και έτσι η Tyfon ζητάει από τη μπάντα να ηχογραφήσει έναν ολοκληρωμένο δίσκο. Για το album προσλαμβάνονται οι Rickard Bergman (μπάσο) και Stefan Larsson (ντραμς), αμφότεροι προερχόμενοι από punk μπάντες. Οι Bathory μπαίνουν στο Heavenshore Studio στη Στοκχόλμη, ένα μετασκευασμένο γκαράζ που είχε μετατραπεί σε στούντιο και σχεδόν σε 3 ημέρες έχουν έτοιμο το ομώνυμο ντεμπούτο τους. Στο στούντιο υπήρχε ένα 8κάναλο μαγνητόφωνο αλλά λόγω του χαμηλού προϋπολογισμού η μπάντα αναγκάστηκε να ηχογραφήσει εκεί στη μισή ταχύτητα, έτσι ώστε να μπορέσει να χωρέσει όλα τα τραγούδια σε μία master tape. Το πρωτόλειο υλικό του δίσκου σε συνδυασμό με τη lo-fi παραγωγή έδιναν μια νέα ώθηση στον ταχέως αναπτυσσόμενο τότε extreme metal ήχο.
Αν και ο Quorthon είχε δηλώσει ότι δεν είχε ακούσει ποτέ μέχρι τότε τους Venom (πράγμα απίθανο), οι επιρροές των Βρετανών είναι εμφανείς. Τραγούδια όπως τα “Storm Of Damnation”, “Necromansy” και “War” έχουν πολλή από την αύρα των Venom, ενώ οι punk και thrash επιρροές «αναδύονται» περήφανα σε κομμάτια σαν το “In Conspiracy With Satan”. Η αρχική ονομασία του album ήταν “Pentagrammaton”, έχοντας για εξώφυλλο μια πεντάλφα αλλά τελικά επικράτησε το όνομα της μπάντας με τον θρυλικό πλέον τράγο. Το σχέδιο είναι μια δημιουργία του Joseph A. Smith για το βιβλίο της Erica Jong “Witches”, το οποίο επεξεργάστηκε από τα ίδια τα μέλη της μπάντας, προορισμένο αρχικά να τυπωθεί σε χρυσό αλλά λόγω χρημάτων επικράτησε το ασπρόμαυρο. Μόνο 1.000 κόπιες κυκλοφόρησαν με ένα κιτρινωπό εξώφυλλο, οι οποίες πλέον είναι συλλεκτικές και μεταξύ των συλλεκτών έμειναν γνωστές ως “Gula Geten” (Η κίτρινη αίγα). Πολλοί θεωρούν το “Bathory” ως ένα από τα πρώτα albums του black metal, με την πρωτοποριακή του ατμόσφαιρα και τον χαρακτηριστικό του ήχο. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει;
