Είναι πολλά τα 32 χρόνια για να κουμπώσεις έναν νέο κρίκο στην πολύτιμη αλυσίδα σου; Όταν το θέλεις πραγματικά εσύ, ποιον θα ρωτήσεις; Και είναι αλήθεια πως είναι πολύ δύσκολο να ξεγελάσεις το ένστικτο του πραγματικού φίλου της μουσικής. Υπάρχει μια εξασκημένη δυνατότητα και επάρκεια κρίσης σε όλους όσους ζουν με τη μετατροπή των ήχων σε τέχνη, έτσι είναι σχεδόν βέβαιο πως θα διακρίνουν την αλήθεια. Όμως εδώ, οι πολλές σκέψεις είναι μάλλον άσκοπες και οι ενστάσεις σεβαστές όλες τους (αν και ίσως τελικά περισσεύουν). Οι Coroner πράγματι επέστρεψαν με έναν θρίαμβο.
Οι Dada-ιστές του σκληρού ήχου
Οι Coroner υπήρξαν από την αρχή ένα εξεζητημένο ελβετικό thrash metal συγκρότημα από την πλούσια πολιτιστικά Ζυρίχη που πήρε την πρωταρχική του μορφή το 1983. Τα μέλη των Coroner δούλευαν αρχικά σαν roadies των Celtic Frost. Αναζήτησαν ένα υψίφωνο τραγουδιστή χωρίς να βρουν τον κατάλληλο και τελικά ηχογράφησαν τα δικά τους τραγούδια στο demo τους “Death Cult” το 1986 με τον Tom G. Warrior των Celtic Frost στα φωνητικά.
Στο πρώτο τους άλμπουμ, το “R.I.P.”, που κυκλοφόρησε το 1987, ανέλαβε τα φωνητικά ο μπασίστας Ron Broder και διατήρησε το ρόλο αυτό για το υπόλοιπο της ύπαρξης του συγκροτήματος. Μόνιμοι συνοδοιπόροι του ήταν σε όλη τη διαδρομή ο κιθαρίστας Tommy Vetterli (Tommy T. Baron) και ο ντράμερ Marky Edelmann (Marquis Marky), με κάποιες παροδικές προσθήκες άλλων μουσικών. Το “R.I.P.” ήταν ένα άλμπουμ που βασίστηκε σε νεοκλασικές γραμμές και έδειξε από την αφετηρία τη ροπή του γκρουπ σε τεχνικές φόρμες.

Το δεύτερο άλμπουμ, “Punishment for Decadence” του 1988, παρουσίασε μια εξέλιξη σε έναν πιο σύνθετο ήχο και αλλαγές στο τέμπο με περίεργα αργά περάσματα μεταξύ των πιο γρήγορων μερών. Στιχουργικά, οι Coroner άρχισαν να γράφουν για θέματα όπως η πολιτική και η προσωπική ενδοσκόπηση. Το άλμπουμ περιέχει μερικά από τα πιο γνωστά τραγούδια τους, όπως είναι το “Skeleton on Your Shoulder” που χρησιμοποιήθηκε στο βιντεοπαιχνίδι “Brütal Legend”.
Τον επόμενο χρόνο ήρθε το “No More Color”, και η παραγωγή του έγινε από τον Pete Hinton και το συγκρότημα. Η μουσική τους έγινε πιο τεχνική στο άλμπουμ αυτό, καθώς στα μέρη της κιθάρας κυριάρχησαν περίπλοκες μελωδίες και αρπέτζιο, ανοίγοντας την χρωματική τους παλέτα. Τα τύμπανα έγιναν επίσης πιο σύνθετα με ασυνήθιστες χρονικές σφραγίδες που έγιναν το σήμα κατατεθέν τους. Το παίξιμο του μπάσου του Ron Royce και η ιδιαίτερη τεχνική του με τρία δάχτυλα, προσδίνει περισσότερη ιδιομορφία στο αποτέλεσμα. Το τραγούδι “Last Entertainment” αποτελεί μια προφητική περιγραφή της τηλεόρασης.
Στο “Mental Vortex” του 1991 συνέχισαν στην κατεύθυνση του “No More Color”. Mέσα στην τεχνική φόρμουλα του προηγούμενου άλμπουμ, τα speed μέρη επέστρεψαν στον ήχο τους σε αυτό το άλμπουμ. Υπήρχαν mid tempo μέρη, αλλά κανένα από τα τραγούδια στο δεν παρέμενε στην ίδια ταχύτητα για πολύ. Τα τραγούδια στο Mental Vortex κυμαίνονταν από τέσσερα ως οκτώ λεπτά. Υπήρχε και η διασκευή του “I Want You (She’s So Heavy)” του τραγουδιού των Beatles, που συνοδεύτηκε και με ένα βίντεο για αυτό.
Το “Grin” του 1993 είχε έναν πολύ πιο industrial και groovy ήχο και ήταν μια φυσική εξέλιξη από το Mental Vortex, αλλά ήταν διαφορετικός από το μεγαλύτερο μέρος του προηγούμενου υλικού τους. Ήταν ένας πιο αργός δίσκος και πιο εκλεπτυσμένος στην metal ευαισθησία του. Η μελαγχολική κιθάρα πάνω στο μπάσο του Royce απέδιδε έναν σχεδόν υπνωτικό ήχο σαν trance σε κάποια τραγούδια. Η lead κιθάρα εξακολουθούσε να κλέβει την παράσταση σε όλα τα κομμάτια.
Οι Coroner δεν σημείωσαν ποτέ μεγάλη εμπορική επιτυχία, κάτι που οδήγησε στη σταδιακή διάλυση του συγκροτήματος στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το σχήμα διαλύθηκε επίσημα μετά από μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία που έγινε τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1996, μετά την κυκλοφορία του ομώνυμου άλμπουμ. Το “Coroner” ήταν ουσιαστικά μια συλλογή που περιείχε ακυκλοφόρητο υλικό, μια επιλογή από τα πιο δημοφιλή τραγούδια τους από προηγούμενα άλμπουμ και ένα remix του ομώνυμου τραγουδιού από το προηγούμενο άλμπουμ Grin.
Μετά από μακροχρόνιους ψίθυρους, τον Ιούνιο του 2010, οι Coroner ανακοίνωσαν ότι σκόπευαν να επανενωθούν για ζωντανές εμφανίσεις στα φεστιβάλ των Maryland Deathfest, Hellfest και Bloodstock Open Air. Τον Ιούνιο του 2011, ο Vetterli αποκάλυψε ότι οι Coroner ηχογράφησαν συναυλίες για ένα μελλοντικό ζωντανό άλμπουμ και επίσης σχεδιάζουν να κυκλοφορήσουν ένα DVD που θα καλύπτει την καριέρα τους στο μέλλον. Στις 12 Φεβρουαρίου 2014, ο ντράμερ Marky Edelmann ανακοίνωσε ότι θα αποχωρούσε από το γκρουπ στο τέλος του μήνα, με κυρίαρχη αιτία την αδιαφορία για νέο υλικό, σε αντίθεση με τους Broder και Vetterli. Η αγία τριάδα της Ζυρίχης έσπασε. Στις 24 Μαΐου 2014, ο Diego Rapacchietti ανακοινώθηκε σαν ο νέος ντράμερ των Coroner.
Το έκτο άλμπουμ των Ελβετών, που σημάδεψε την επιστροφή τους μετά από απουσία 32 χρόνων, κυκλοφόρησε στις 17 Οκτωβρίου αυτής της χρονιάς από τη Century Media Records, και είχε τον τίτλο “Dissonance Theory”.
Τα μυστικά της θεωρίας της ασυμφωνίας από τον Tommy Vetterli
“Υπογράψαμε το νέο συμβόλαιο γύρω στο 2014 ή το 2015 και αρχίσαμε να γράφουμε κάποια πράγματα τότε, αλλά μετά πάντα η ζωή μπήκε στη μέση. Ναι, συνέβαιναν πολλά πράγματα, όπως θάνατοι ανθρώπων και εγώ πέρασα ένα διαζύγιο και μετά υπήρξε η πανδημία. Και ο κύριος λόγος που πήρε τόσο πολύ ήταν ίσως η δουλειά μου κατά τη διάρκεια της ημέρας. Είμαι μουσικός παραγωγός, έχω το δικό μου στούντιο και συνεργάζομαι με πολλά συγκροτήματα, και όταν δουλεύω όλη μέρα ηχογραφώντας ένα συγκρότημα, το βράδυ είναι δύσκολο να είσαι δημιουργικός. Το βράδυ μισώ τη μουσική.

Ανακάλυψα πολύ γρήγορα ότι δεν έχει νόημα (να επαναλαμβάνω αυτό που είχαμε κάνει τα περασμένα χρόνια) επειδή είναι μια άλλη εποχή, και είμαι εντελώς διαφορετικός άνθρωπος στις μέρες μας. Δεν μπορούσα να γράψω ξανά το “No More Color”. Έτσι, αποφάσισα απλώς να καθίσω και να δω τι θα βγει. Ήξερα από την αρχή ότι θα πηγαίναμε προς τη σωστή κατεύθυνση επειδή ήμουν πολύ επιλεκτικός με τον εαυτό μου. Κουράστηκα πολύ όταν παίζω κιθάρα, οπότε πήρε μια αιωνιότητα. Ίσως από τα 30 riffs, ένα κατάφερε να μπει στο άλμπουμ.
Σκέφτηκα πολύ πώς θα έπρεπε να ακούγονται οι Coroner σήμερα, αλλά πολύ γρήγορα συνειδητοποίησα ότι το να κοιτάμε προς τα πίσω δεν θα μας εξυπηρετούσε. Φυσικά, με την πάροδο του χρόνου αναπτύσσεις μια συγκεκριμένη υπογραφή σαν μουσικός. Έτσι, ακόμα κι αν το υλικό είναι καινούργιο, μπορεί να μοιάζει με γέφυρα προς προηγούμενες φάσεις, απλώς επειδή το γράφω εγώ. Ωστόσο, δεν θέλαμε να συνεχίσουμε μια κληρονομιά. Θέλαμε απλώς να δημιουργήσουμε κάτι ειλικρινές και βασισμένο στο παρόν.
Υποτίθεται ότι θα έκανα τη μίξη του άλμπουμ, αλλά προς το τέλος της ηχογράφησης, ήταν σαν να έγραψα τα πάντα από την αρχή για μεγάλο χρονικό διάστημα, και στο τέλος της ηχογράφησης, ένιωσα ότι κάποιος με φρέσκο αυτί έπρεπε να το μιξάρει επειδή δεν μπορούσα να δω το δάσος αντί για τα δέντρα, επειδή το άκουγα πάρα πολύ. Έτσι, για μένα, ήταν σημαντικό να αναλάβει κάποιος με μια φρέσκια προοπτική και ένα φρέσκο αυτί, και ήταν η καλύτερη απόφαση.”
Η εκτίμηση του Soundcheck
“’Έκτοτε τα χρόνια πέρασαν, οι ελπίδες σχεδόν εξανεμίστηκαν και ακόμη και το νέο της επανασύνδεσης του 2011 για κάποιες ζωντανές εμφανίσεις ή και κάποια νέα μουσική πριν από 10 (!!!) χρόνια, δεν ήταν αρκετά για να τις αναζωπυρώσουν ως προς την κυκλοφορία ενός νέου album. Κι όμως, από το «κουτί της Πανδώρας» ξεπετάχτηκε η ανακοίνωση της κυκλοφορίας του 6ου δίσκου των Ελβετών πιονιέρων του technical thrash metal, ύστερα από 32 ολόκληρα χρόνια. Για να αποφύγω άσκοπες εξηγήσεις, θα ήθελα να πω ότι όποιος περιμένει να ακούσει τους Coroner σαν να κυκλοφόρησαν ένα album συνέχεια του “Grin”, να το ξεχάσει. Επίσης αν θεωρεί τους Ελβετούς τόσο «ρηχούς» έτσι ώστε να «ξεπατικώσουν» τους εαυτούς τους κυκλοφορώντας το 2ο μέρος ενός “No More Color” ή ενός “Mental Vortex” τότε είναι γελασμένος.
Σαφώς και η μπάντα έχει «εισπνεύσει» όλα τα δικά της στοιχεία που την έκαναν ξεχωριστή στο παρελθόν και τα «εξέπνευσε» με θόρυβο στο σήμερα, κάνοντάς τα τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο ξεχωριστά στο σύγχρονο αυτί. Στο “Dissonance Theory” θα βρεις όσα λάτρεψες στον ήχο των Ελβετών και ακόμη περισσότερα. Βλέπεις, η στέρηση από την πολυετή απουσία τους από τα μουσικά δρώμενα δεν δρα καταλυτικά για να σου αρέσει το album. Αυτό συμβαίνει ούτως ή άλλως. Απλώς το μεγάλο κενό επεκτείνει την απόλαυση και διογκώνει τον θαυμασμό για την μπάντα.
Προσωπικά δεν μιλάω για το «ίσως καλύτερο album της χρονιάς». Όσον αφορά αυτό, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Πλέον αναρωτιέμαι αν το “Dissonance Theory” είναι και ο καλύτερος δίσκος των τελευταίων πολλών χρόνων. Αν είσαι οπαδός του heavy metal, απλώς κάνεις τη χάρη στον εαυτό σου και «λιώνεις» το album στις επαναλήψεις. Οτιδήποτε άλλο είναι συμβιβασμός.”
(Διάβασε το πλήρες κείμενο του Νίκου Κορέτση, εδώ)
