Απλώσαμε τα συστήματα τακτικής στα χαρτιά μας, λύσαμε για άλλη μια φορά τις μουσικές μας εξισώσεις, σβήσαμε, ξαναγράψαμε, είχαμε τις αμφιβολίες μας, τις παραβλέψαμε στην πίεση του χρόνου, γιατί τελικά τα βιτσιόζικα έθιμα όπως οι λίστες, πρέπει να τηρούνται. Θα απλώσουμε λοιπόν, μέρα με τη μέρα, τη συνολική 20άδα των εκλεκτών δίσκων, σύμφωνα με τη συνολική ετυμηγορία των συντακτών του Soundcheck.
4. ROBERT PLANT: “Saving Grace”
“Long ago, I wandered through my mind, in the land of fairy tales and stories”
Το ξεχωριστό ζευγάρι ενός διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού που υπηρέτησε στη Βασιλική Πολεμική Αεροπορία και μιας Ρομά, έφεραν στη ζωή στις 20 Αυγούστου 1948, στο Black Country του West Bromwich, μια σπάνια ύπαρξη που έμελλε να αλλάξει την ιστορία της σύγχρονης μουσικής. Ο Robert Antony Plant θυμάται ξεκάθαρα τον εαυτό του ήδη από την ηλικία των δέκα ετών να επιθυμεί διακαώς να γίνει σαν τον Elvis Presley.
Ο Plant έφυγε από το Γυμνάσιο στα μέσα της εφηβείας του και ανέπτυξε ένα έντονο πάθος για τα μπλουζ, κυρίως μέσω του θαυμασμού του για τον Willie Dixon, τον Robert Johnson και τις πρώτες εκτελέσεις τραγουδιών σε αυτό το είδος. Έφυγε από το σπίτι στα 16, και ξεκίνησε την πραγματική του μουσική εκπαίδευση, μετακινούμενος από συγκρότημα σε συγκρότημα, διευρύνοντας τις γνώσεις του για τα μπλουζ και για άλλες μουσικές που είχαν βάρος και άξιζαν να ακουστούν, σύμφωνα με το ένστικτό του.
Οι πρώτες επιρροές του Plant από τα μπλουζ περιλάμβαναν τους Johnson, Bukka White, Skip James, Jerry Miller και Sleepy John Estes. Στο μεταξύ έκανε διάφορες δουλειές ενώ ακολουθούσε τη μουσική του καριέρα, μία από τις οποίες στην μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία Wimpey στο Μπέρμιγχαμ το 1967, τοποθετώντας άσφαλτο σε δρόμους. Εργάστηκε επίσης στο Woolworths στην πόλη Halesowen για μικρό χρονικό διάστημα. Ηχογράφησε τρία άγνωστα singles στην CBS Records και τραγούδησε με μια σειρά συγκροτημάτων, μεταξύ των οποίων οι Crawling King Snakes, κάτι που τον έφερε σε επαφή με τον ντράμερ John Bonham. Και οι δύο συνέχισαν να παίζουν στους Band of Joy, συνδυάζοντας τα μπλουζ με νεότερες ψυχεδελικές τάσεις.
Το 1968, ο κιθαρίστας Jimmy Page έψαχνε για έναν τραγουδιστή για το νέο του συγκρότημα και γνώρισε τον Plant. Τον άκουσε να ερμηνεύει το “Somebody to Love” των Jefferson Airplane και η αναζήτηση τέλειωσε την ίδια στιγμή. Οι αρχικοί New Yardbirds κατέληξαν στους μυθικούς Led Zeppelin. Μέσα σε αυτές τις τέσσερις πανίσχυρες μουσικές προσωπικότητες που άφησαν το αιώνιο ίχνος τους στην ευρύτερη rock μουσική, ο Plant υπήρξε ο άμεσος εκφραστής, ο μεταφραστής των διαδρομών τους, η φωνή που έντυσε τις αναζητήσεις του. Ο ίδιος καθιέρωσε αξεπέραστα δεδομένα στην ερμηνευτική διαδικασία αλλά και στη σκηνική παρουσία, που ταξίδεψαν για χρόνια και θα ταξιδεύουν πάνω σε αμέτρητους άλλους ερμηνευτές που επηρεάστηκαν από αυτόν.

Μετά το τραγικό τέλος των Led Zeppelin με το θάνατο του ντράμερ John Bonham, o Plant για λίγο σκέφτηκε να εγκαταλείψει τη μουσική για να ακολουθήσει καριέρα σαν δάσκαλος στο εκπαιδευτικό σύστημα Rudolf Steiner, φτάνοντας στο σημείο να γίνει δεκτός για εκπαίδευση δασκάλων. Τελικά ξεκίνησε μια επιτυχημένη σόλο καριέρα, με την ενθάρρυνση του ντράμερ των Genesis, Phil Collins, ο οποίος δήλωσε πρόθυμος να παίξει μαζί του.
Ο Plant δεν σκέφτηκε στιγμή να καπηλευτεί έστω και ψήγματα από την τεράστια κληρονομιά των Zeps. Αντίθετα, τράβηξε μπροστά με μια γενναία προθυμία να αφουγκραστεί την εξέλιξη της μουσικής και να δοκιμάσει νέους ήχους. Πάντα πλαισιωμένος από εκπληκτικούς μουσικούς και με μια διάθεση προσωπικής αυτονομίας, χάραξε έναν απαιτητικό προσωπικό δρόμο, πλούσιο σε διαθέσεις και αποχρώσεις.
Μετά τις υπέροχες συνεργασίες με την Alison Krauss, επέστρεψε φέτος με έναν δίσκο διασκευών σε folk και americana χωράφια, άλλη μια μοναδική σύμπραξη μεγάλων μουσικών και τη Suzi Dian στο μικρόφωνο μαζί του.

“I’ll find out how to stop your clock, we sure ain’t talking Doctor Spock, hear me talking, Doctor Rock”
O Plant είπε για το “Saving Grace”:
“Σπάνια επέστρεφα ακριβώς εκεί που βρίσκομαι τώρα, επειδή έβλεπα ότι ήμουν σε καλό δρόμο και η καμπύλη μάθησής μου γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Έτσι, δεν είδα κανέναν εκεί που μένω. Βλέπω γείτονες, βλέπω τον αγρότη, ακούω τα βοοειδή το πρωί, είναι μια βιβλική σκηνή, αλλά ποτέ δεν πέρασα χρόνο κάνοντας παρέα. Και για να είμαι ειλικρινής, ένιωθα ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 η τοπική σκηνή δεν είχε τίποτα να μου προσφέρει. Ποτέ δεν πίστευα ότι το σωστό μου πέρασμα θα με έφερνε πίσω σε ένα βρετανικό project. Είχα μετακομίσει στο Nashville, στο Austin, και το ποτήρι μου ξεχείλισε.
Η συνοχή που έχουμε τώρα, η συγχώνευση και η διαπλοκή των στυλ, προήλθε από το να παίζουμε σε τόσες πολλές μικροσκοπικές συναυλίες χωρίς διαφήμιση, χωρίς ιστοσελίδα, χωρίς εμπορεύματα, χωρίς τίποτα, απλώς παίζοντας σε αυτές τις μικρές ουαλικές πόλεις ή μια υπέροχη περιοδεία στα φεστιβάλ τέχνης και φολκ της δυτικής ακτής της Ιρλανδίας. Ήταν απλά απίστευτο, σταλμένο από τον ουρανό για να είμαι ειλικρινής.
Αυτό που προσπαθώ να κάνω, και αυτό που έχουμε καταφέρει με αυτούς τους τύπους, είναι να σχηματίσουμε τη δική μας μικρή, μικροσκοπική αποσχισθείσα δημοκρατία, αυτόν τον συνδυασμό όλων των διαφορετικών ειδών μουσικής που παίζεται όπως νιώθουμε. Έχουμε αυτό το μοναδικό πράγμα τώρα – όχι, δεν είναι μοναδικό. Κάθε συγκρότημα πρέπει να το έχει. Ανακαλύψαμε πώς να ζούμε και να παίζουμε μαζί και πώς να νιώθουμε ο ένας τον άλλον. Δεν προσπαθώ να ανταποκριθώ σε καμία άλλη φήμη ή οποιαδήποτε άλλη εποχή. Απλώς κάνω αυτά τα πράγματα επειδή είναι καλά.”
“So let it be written, So let it be done”
“Το “Saving Grace” δεν είναι album για να σε εντυπωσιάσει με το πρώτο άκουσμα. Είναι μια εμπειρία που σε τραβάει αργά μέσα της. Από την υποβλητική έναρξη με το “Chevrolet”και το “As I Roved Out” έως το τέλος, η φωνή του Plant και της Dian μπλέκονται σε μυστικιστικούς διαλόγους. Κάποιες στιγμές, μοιάζει να τραγουδούν σαν ιερείς κάποιου αρχαίου τελετουργικού, φέρνοντας στο φως κάτι πρωτόγονο και οικείο ταυτόχρονα. Οι αναμνήσεις με τις συνεργασίες με την Alison Krauss (“Raising Sand”, “Raise the Roof”), είναι ακόμα νωπές απλά εδώ ο Plant φαίνεται πιο απελευθερωμένος, πιο “γήινος”. Τίποτα δεν μοιάζει με απόπειρα επιστροφής στα «ένδοξα νιάτα», είναι καθαρά η φωνή ενός ανθρώπου που έχει αποδεχτεί το πέρασμα του χρόνου.
Αυτό που κάνει τον frontman αυτού του φθινοπωρινού album τόσο αγαπητό, είναι η άρνησή του να ανακυκλώσει το παρελθόν. Θα μπορούσε να γεμίζει στάδια τραγουδώντας για πάντα το “Whole Lotta Love” και το “Stairway to Heaven”, αλλά επιλέγει να βρίσκεται ξανά σε μικρές σκηνές, ψάχνοντας κάτι καινούργιο. Και στο “Saving Grace”, το βρίσκει. Δεν είναι απλώς μια συλλογή από διασκευές. Είναι μια δήλωση ωριμότητας, μια υπενθύμιση ότι το πάθος και η περιέργεια μπορούν να παραμείνουν ζωντανά, ακόμα και μετά από μισό αιώνα καριέρας. Ο Robert Plant μαζί με τους ταλαντούχους συνοδοιπόρους του δεν αναζητά τη «σωτηρία», τη χαρίζει ο ίδιος στη μουσική.”
(Διαβάστε το πλήρες κείμενο του Βαγγέλη Νασόπουλου, εδώ).
