Οι κορυφαίοι είκοσι δίσκοι του 2025 –Νο 2

Απλώσαμε τα συστήματα τακτικής στα χαρτιά μας, λύσαμε για άλλη μια φορά τις μουσικές μας εξισώσεις, σβήσαμε, ξαναγράψαμε, είχαμε τις αμφιβολίες μας, τις παραβλέψαμε στην πίεση του χρόνου, γιατί τελικά τα βιτσιόζικα έθιμα όπως οι λίστες, πρέπει να τηρούνται. Θα απλώσουμε λοιπόν, μέρα με τη μέρα, τη συνολική 20άδα των εκλεκτών δίσκων, σύμφωνα με τη συνολική ετυμηγορία των συντακτών του Soundcheck.  

2. PARADISE LOST: “Ascension”

“Long ago, I wandered through my mind, in the land of fairy tales and stories”

Στο Halifax του West Yorkshire, σχηματίστηκε το 1988 μια μπάντα που είχε το σκοτάδι στο μυαλό και την ψυχή να δέσει το doom death πυρήνα της με έναν gothic μανδύα και να δημιουργήσει το δικό της χαρακτήρα. Οι Paradise Lost κατάφεραν αυτό το χαρμάνι να το μεταδώσουν σε ένα πλήθος ακροατών, εδραιώνοντας το όνομά τους.  Ο τραγουδιστής Nick Holmes, οι κιθαρίστες Greg Mackintosh και Aaron Aedy, και ο μπασίστας Steve Edmondson έχουν ζήσει στο πέρασμα των χρόνων μια έντονη Spinal Tap περίπτωση στις αλλαγές των ντράμερ, με τον Jeff Singer να έχει επιστρέψει ξανά.

Μετά από την ηχογράφηση τριών demo, υπογράφουν στην Peaceville Records και ηχογραφούν το ντεμπούτο άλμπουμ τους, “Lost Paradise”, στο Academy Music Studio τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1990. Τον Νοέμβριο του 1990, επέστρεψαν στο Academy Music Studio για να ηχογραφήσουν το δεύτερο άλμπουμ τους, “Gothic”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1991. Όπως υπονοεί και ο τίτλος, το συγκρότημα άρχισε να απομακρύνεται από τον death/doom ήχο των προηγούμενων κυκλοφοριών του προσθέτοντας πλήκτρα και γυναικεία φωνητικά.

Μεταφέρονται στην Music For Nations και άμεσα κυκλοφορούν τον Ιούλιο του 1992 το “Shades Of God”. Η εξέλιξη του γκρουπ συνεχίζεται, ανοίγοντας επιδράσεις, διαθέσεις και κατευθύνσεις. Ακόμα και τα φωνητικά του Holmes γίνονται πιο λεία και ευκίνητα. Το καλοκαίρι του 1993 κυκλοφορεί το σπουδαίο “Icon”. Το συγκρότημα μπαίνει στο στούντιο τον Ιανουάριο του 1995 για να ηχογραφήσει το πέμπτο και πιο επιτυχημένο άλμπουμ τους, “Draconian Times”, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1995. Ο Mackintosh έχει πει για το “Draconian Times”, ότι “είναι το άλμπουμ με το οποίο κρίνεται οτιδήποτε άλλο κάνουμε. Δικαίως, καθώς αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της καριέρας και του ήχου μας”.Το άλμπουμ έφτασε στα charts με τα 20 καλύτερα άλμπουμ σε αρκετές χώρες, όπως στο Ηνωμένο Βασιλείο και τη Γερμανία.

Ήρθε η στιγμή που το γκρουπ εγκατέλειψε τον χαρακτηριστικό του ήχο και άρχισε να πειραματίζεται με synth-pop και ηλεκτρονική μουσική σε στυλ Depeche Mode. Αυτή η νέα κατεύθυνση διαμόρφωσε το επόμενο άλμπουμ τους “One Second”, που κυκλοφόρησε το 1997, και είχε σαν κύριο κύριο single, το “Say Just Words”. Το άλμπουμ ήταν μια από τις πιο επιτυχημένες κυκλοφορίες του συγκροτήματος, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ευρώπη, κατακτώντας τα charts της Γερμανίας, της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Το συγκρότημα μετακόμισε στην EMI Electrola στη Γερμανία για το επόμενο άλμπουμ του, “Host”, που κυκλοφόρησε το 1999, στο οποίο συνέχισαν να πειραματίζονται με νέους ήχους, φαινομενικά εγκαταλείποντας τις metal ρίζες τους. Ενώ αυτό το άλμπουμ συνέχισε να αποξενώνει την παραδοσιακή βάση θαυμαστών τους σε μέρη όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ήταν το άλμπουμ τους με την υψηλότερη θέση στα charts στη Γερμανία, φτάνοντας στο νούμερο 4 στο Album Chart. Στο επόμενο άλμπουμ, το “Believe in Nothing” του 2001, οι Paradise Lost συνέχισαν αυτή την κατεύθυνση, προσθέτοντας όμως rock στοιχεία στη μουσική, αναγκαστικά από την EMI εκείνη την εποχή.

Με την νέα μετάβαση στη Gun Records τον Μάιο του 2002, επέστρεψαν κοντά στον δικό τους ήχο και ύφος με το άλμπουμ “Symbol of Life”. Με το “Paradise Lost” του 2005, έκλεισαν τον κύκλο τους στη Gun και μετακόμισαν στη Century Media για δέκα χρόνια, ενώ από το 2016 ως σήμερα βρίσκουν καταφύγιο στη Nuclear Blast, έχοντας διατηρήσει μια σταθερή δισκογραφική προσφορά. Φέτος επέστρεψαν με το εξαιρετικό “Ascension”.

“I’ll find out how to stop your clock, we sure ain’t talking Doctor Spock, hear me talking, Doctor Rock”

“Η αρχική έμπνευση ξεκίνησε από μια επαναηχογράφηση του “Icon”, ενός από τα παλαιότερα άλμπουμ μας από το 1993 και αυτό ξεκίνησε τη διαδικασία, στην πραγματικότητα, οπότε η έμπνευση προήλθε από αυτό. Δεν είναι 100% όλα αυτό, αλλά από εκεί προήλθε η σπίθα. Ένα μεγάλο μέρος του άλμπουμ επηρεάζεται άμεσα, όχι από το άλμπουμ αυτό καθαυτό, αλλά από την πνευματική κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν μεταξύ 92-93-94. Ο τόνος της ρυθμικής κιθάρας, το στυλ σύνθεσης τραγουδιών, το στυλ παιξίματος κιθάρας και η ηχογράφηση και η επανάληψη αυτών, ήταν που μας ώθησαν και μας έδωσαν το ενδιαφέρον να ξαναδούμε κάτι τέτοιο. Έπειτα, υπάρχουν μερικά τραγούδια στο άλμπουμ που είναι διαφοροποιημένα από αυτό, και δεν θα μπορούσα να προσδιορίσω από πού προήλθε η επιρροή.

Βέβαια δεν είναι μόνο το “Icon”, είναι και το “Shades Of God”, το οποίο νομίζω ότι είναι ένας από τους πιο διακριτικούς δίσκους μας. Πέφτει κανείς συνήθως ανάμεσα στο “Gothic” και το “Icon”, τα οποία πάντα κλέβουν τις περισσότερες αναφορές, και το “Shades Of God” δεν αναφέρεται ποτέ. Νομίζω ότι είναι ένα πολύ ωραίο άλμπουμ. Ήταν λίγο από τη μουσική και το κλίμα εκείνης της εποχής. Είναι επίσης νοσταλγία από καλές αναμνήσεις. Το “Shades Of God” ήταν η πρώτη μας φορά σε ένα οικιακό στούντιο, η πρώτη φορά που είχαμε management, η πρώτη φορά που γίναμε επαγγελματίες, και ήταν απλώς ένα καλό γέλιο. Έχουμε μόνο πολύ καλές αναμνήσεις από εκείνη την περίοδο, το artwork, οι στίχοι, όλα όσα περιέβαλλαν αυτό το άλμπουμ βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε αυτό που κάναμε εκείνη την εποχή, το οποίο είναι, υποθέτω, το έντονο θρησκευτικό εικονογραφικό μεταφορικό στυλ που χρησιμοποιούσαμε τότε. Το έχουμε ξανακάνει αυτό, οπότε ακόμα και με τα χρώματα του εξωφύλλου, είναι αυτό το μπαρόκ πράσινο, κόκκινο, χρυσό, που σε κάνει να νιώθεις κάπως φθινοπωρινός, χειμωνιάτικος, χριστουγεννιάτικος. Ήταν λίγο αυτό το “εκκλησιαστικό”, όπως το λέγαμε παλιά. Δεν είναι αρκετά “εκκλησιαστικό”;

 

“So let it be written, So let it be done”

“Πέρα από την ανείπωτη χαρά της ηχητικής “επιστροφής” σε ένδοξα “λημέρια”, αυτό που εντυπωσιάζει στο “Ascension” είναι ο απαράμιλλος δημιουργικός οίστρος και η συνθετική “ζωντάνια” των Paradise Lost. Και η αλήθεια είναι, ότι οι Βρετανοί έμοιαζαν “εγκλωβισμένοι”, κατά κάποιον τρόπο, συνθετικά, τα τελευταία χρόνια, σαν να είχαν χάσει την “όρεξη” τους. Εδώ, δείχνουν πολύ πιο “απελευθερωμένοι”, πολύ πιο “ευδιάθετοι”, με περισσή φαντασία και “ζωηράδα”, έχοντας ξαναβρεί εκείνο το γεμάτο όνειρα και πάθος “παιδί”, που “χάθηκε”κάπου στην πορεία, ίσως και από την ρουτίνα της καθημερινότητας. Ο Mackintosh δείχνει “ανανεωμένος”, “σκορπώντας” μερικά από τα πιο ευφάνταστα και ποιοτικά riff των τελευταίων ετών, “πυροβολεί” κάποια από τα πιο περίτεχνα solo, ενώ ο Holmes δίνει μερικές από τις πιο σπαρακτικές, into the point ερμηνείες του. Είναι φοβερό, το πώς οι εναλλαγές των harsh και καθαρών φωνητικών, “οδηγούν” τα κομμάτια με μία μοναδική μαεστρία, στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Από το επικό doom/death αριστούργημα “Salvation”, στην ατμοσφαιρική μπαλάντα “Lay A Wreath Upon The World”, από το περίτεχνα “Icon”-ικό “Diluvium”, στα “Tyrants Serenade” και “Savage Days” με την “Draconian Times” “υφή” τους και την πιο σύγχρονη, “τραχιά” αν θέλετε, “πτυχή” των “Serpent On The Cross” και “Silence Like The Grave”, το “Ascension” μοιάζει με μία ιστορική “αναδρομή” στα τρομερά “επιτεύγματα” των Βρετανών, “σκαλίζει” και επαναφέρει στις μνήμες μας, το ένδοξο παρελθόν ετούτων των θρύλων του doom/death/gothic metal, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι έχουν πολλά να προσφέρουν ακόμη, στην σκηνή. Θα έλεγα ότι το “Ascension” και συνθετικά, φαίνεται ότι βρίσκει τους Paradise Lost σε μια δεύτερη “νιότη”, τους πετυχαίνει στην απαρχή μιας δεύτερης λαμπρής πορείας.”

(Διαβάστε το πλήρες κείμενο του Άγγελου Χόντζια, εδώ).

Website
Facebook

Avatar photo
About Soundcheck Partner 405 Articles
Souncheck.network