Οι κορυφαίοι είκοσι δίσκοι του 2025 –Νο 16

Απλώσαμε τα συστήματα τακτικής στα χαρτιά μας, λύσαμε για άλλη μια φορά τις μουσικές μας εξισώσεις, σβήσαμε, ξαναγράψαμε, είχαμε τις αμφιβολίες μας, τις παραβλέψαμε στην πίεση του χρόνου, γιατί τελικά τα βιτσιόζικα έθιμα όπως οι λίστες, πρέπει να τηρούνται. Θα απλώσουμε λοιπόν, μέρα με τη μέρα, τη συνολική 20άδα των εκλεκτών δίσκων, σύμφωνα με τη συνολική ετυμηγορία των συντακτών του Soundcheck.  

16. GHOST: “Skeletá”

“Long ago, I wandered through my mind, in the land of fairy tales and stories”

Πίσω στο 2006 κάποιος Tobias Forge έγραψε ένα τραγούδι που είχε τον τίτλο “Stand by Him”. Η σταδιακή πρόοδος της σύνθεσης  τον στοίχειωσε και έτσι επικοινώνησε στη συνέχεια με τον πρώην συμπαίκτη του στους Repugnant, Gustaf Lindström, για να ηχογραφήσει το τραγούδι. Στις αρχές του 2008, οι δυο τους μπήκαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τρία τραγούδια: “Stand by Him”, “Prime Mover” και “Death Knell”. Στη συνέχεια, ο Forge ζυγίζοντας ανάλογα το αισθητικό αποτέλεσμα των τραγουδιών, αποφάσισε ότι έπρεπε να δημιουργηθεί αναλόγως  ένα ανώνυμο θεατρικό συγκρότημα και να χρησιμοποιεί την αγάπη του για τις ταινίες τρόμου και τις παραδόσεις του σκανδιναβικού metal στην ταυτότητά του. Ενώ τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος θα φορούσαν μαύρες ρόμπες με κουκούλα και θα αποκαλούνταν “Nameless Ghouls”, ο Forge θα ονομαζόταν “Papa Emeritus”, ντυμένος με παπική στολή και με πρόσωπο  βαμμένο ώστε να μοιάζει με κρανίο. Ήταν η στιγμή που ο Forge επέλεξε το όνομα Ghost για το συγκρότημα. Στις 12 Μαρτίου 2010, ο Forge δημοσίευσε τα τρία πρώτα τραγούδια των Ghost στο MySpace και μέσα σε δύο ημέρες επικοινώνησαν μαζί του δισκογραφικές εταιρείες και μάνατζερ που ήθελαν να συνεργαστούν με το συγκρότημα.

Οι Ghost πέρασαν μερικές εβδομάδες σε ένα υπόγειο στούντιο στην πόλη της καταγωγής τους, το Linköping, ηχογραφώντας το ντεμπούτο άλμπουμ τους. Τον Ιούνιο του 2010, το συγκρότημα κυκλοφόρησε το πρώτο τους single “Elizabeth”. Κυκλοφόρησαν το πρώτο τους στούντιο άλμπουμ, “Opus Eponymous”, στις 18 Οκτωβρίου 2010, από την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Rise Above Records του Lee Dorian των Cathedral. Το άλμπουμ τους χάρισε άμεσα μια απρόσμενη διεθνή αναγνώριση, έφτασε στο νούμερο 50 στο Sverigetopplistan και έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς, με αποτέλεσμα να προταθούν για το βραβείο Grammis του 2011 για το “καλύτερο hard rock” άλμπουμ.

Οι Ghost μπήκαν στο στούντιο τον Οκτώβριο του 2012 για να ηχογραφήσουν το δεύτερο άλμπουμ τους στο Nashville του Tennessee, με παραγωγό τον Nick Raskulinecz. Ταυτόχρονα, το συγκρότημα, το management τους και η Rise Above Records συμφώνησαν ότι το επόμενο άλμπουμ του συγκροτήματος θα έπρεπε να κυκλοφορήσει σε διαφορετική δισκογραφική εταιρεία. Έτσι, οι Ghost υπέγραψαν με την Loma Vista Recordings σε συνεργασία με την Republic Records – ένα τμήμα της Universal Music Group.

Στις 20 Δεκεμβρίου, το συγκρότημα ανακοίνωσε ότι το δεύτερο άλμπουμ τους, “Infestissumam”, θα κυκλοφορούσε στις αρχές του 2013. Στις 5 Φεβρουαρίου 2013, το συγκρότημα ανακοίνωσε την αλλαγή ονόματος σε “Ghost B.C.” στις ΗΠΑ για νομικούς λόγους: “Το B.C. είναι προφανώς ένα λογοπαίγνιο στο “Before Christ”, αλλά είναι απλώς μια τροποποίηση. Στον κόσμο μας, θα ονομαζόμαστε απλώς Ghost… Το B.C. είναι σιωπηλό, και μόλις μπορέσουμε, θα το αφαιρέσουμε για πάντα”.

Το “Infestissumam” κυκλοφόρησε στις 16 Απριλίου του 2013, και άνοιξε ακόμα περισσότερο μια ξέφρενη πορεία για την κορυφή. Το 2015 το διαδέχτηκε το “Meliora”, το οποίο έφτασε στο νούμερο ένα στη Σουηδία και στο νούμερο οκτώ στις ΗΠΑ. Ακολούθησαν τα άλμπουμ “Prequelle” το 2018 και “Impera” το 2022. Το έκτο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος,”Skeletá”, κυκλοφόρησε φέτος και έγινε το πρώτο τους νούμερο ένα στο αμερικανικό Billboard 200 chart.

“I’ll find out how to stop your clock, we sure ain’t talking Doctor Spock, hear me talking, Doctor Rock”

O Forge είπε για το”Skeletá”:

“Σαν οδηγούς, χρησιμοποίησα δύο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, περίπου την εποχή που γεννήθηκα, το “Fire Of Unknown Origin” των Blue Öyster Cult και το “Abominog” των Uriah Heep. Και τα δύο συγκροτήματα είχαν κάνει ήδη αρκετά μεγάλη καριέρα εκείνη την εποχή, και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 θεωρούνταν μεγαλύτεροι σε ηλικία. Άρχισαν έτσι να λένε οι ίδιοι, “Λοιπόν, τα νέα παιδιά ασχολούνται με αυτά τα αστεία πλήκτρα. Ας το δοκιμάσουμε και εμείς αυτό, και ίσως ένα drum machine”. Έχει αυτόν τον “ήχο λέιζερ”, αλλά κάπως δυσκολεύονταν με αυτόν. Ακούγεται σαν το μέλλον. Ήθελα λίγο από αυτό. Όχι αυτό το άθλιο μέλλον στο οποίο ζούμε, την ιδέα του μέλλοντος της δεκαετίας του ’80.

Θέλω ο κόσμος να συνειδητοποιήσει ότι όλα αυτά τα πράγματα που βιώνουμε αυτή τη στιγμή, όλα αυτά τα πράγματα που βρίσκουμε εξαιρετικά ανησυχητικά, θα αποτελέσουν ιστορία μια μέρα, πιθανώς όχι σε πολύ καιρό.

Πάντα θέλω να γράφω τραγούδια που δεν έχω γράψει. Πάντα θέλω να κάνω έναν δίσκο που δεν έχω ξανακούσει, αν και επηρεασμένος από κάτι. Αλλά στην πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Ας το θέσουμε ως εξής: αυτό το άλμπουμ αφορά την θεραπεία, και μάλιστα την θεραπεία σε συνδυασμό με την ελπίδα να γίνουμε πιο συμπαγείς άνθρωποι για να λειτουργήσουμε σε μια πιο συμπαγή κοινωνία όπου θα είμαστε λίγο πιο καλοί ο ένας με τον άλλον και με τον εαυτό μας”.

“So let it be written, So let it be done”

“Οι Ghost απομακρύνονται κι άλλο από τον αρχικό metal μανδύα τους καθώς τα riffs σχεδόν αγνοούνται, ενώ κατευθύνονται ακόμα περισσότερο προς AOR, pomp rock και pop ‘80s μελωδίες. Αυτό δεν είναι καθόλου αρνητικό, τουναντίον θα έλεγα. Το θέμα είναι ότι υπάρχει διάχυτη μια αίσθηση επανάληψης και επανάπαυσης στα κεκτημένα. Για να λειτουργήσω ταυτόχρονα ως συνήγορος υπεράσπισης του “Skeletá”, αυτή τη φορά δεν συναντάμε ανοσιούργημα επιπέδου “Twenties” (απορώ πως το είχαν επιλέξει ως single), από το κατά τα άλλα αξιόλογο “Impera” album. Παράλληλα, η δουλειά που έχει γίνει σε παραγωγή, κιθαριστικά solo – πλήκτρα και artwork αγγίζει ξανά τα όρια του εξωπραγματικού.

Για να μην παρεξηγηθώ, το “Skeletá” δεν είναι ένα κακό album. Ίσα ίσα οι επαναλαμβανόμενες ακροάσεις, θα σε κάνουν να το συμπαθήσεις περισσότερο. Στέκεται όμως για πρώτη φορά μερικά βήματα πίσω από τους προκατόχους του και δεν εντυπωσιάζει στον ίδιο βαθμό. Εξάλλου από αυτούς που αγαπάς, πάντα αναμένεις το μέγιστο και έχω τη βεβαιότητα ότι ο Tobias Forge μαζί με την παρέα του κρύβουν πολλούς άσους ακόμα στο μανίκι τους”.

(Διαβάστε το πλήρες κείμενο του Γιώργου Μπατσαούρα, εδώ).

Website
Facebook

Avatar photo
About Soundcheck Partner 405 Articles
Souncheck.network