Γράφουν οι μεγάλοι γράμματα στον Άγιο Βασίλη; Μεταφορικά, κανείς δεν το αποφεύγει. Όσο επιτρέπει κανείς στη ζωή του το όνειρο, οι ευσεβείς πόθοι θα είναι πάντα εκεί να γαργαλούν το μυαλό. Η συγκυρία της πρόκλησης μιας νέας χρονιάς μας έριξε το στοίχημα να γίνουμε, κόντρα στην αυξανόμενη δυστοπία γύρω μας και όσο περισσότερο μπορούμε, ξανά παιδιά και να ζητήσουμε από άγνωστες δυνάμεις να ανατρέψουν τις προβλέψεις και να δημιουργήσουν μαγεία. Μουσική μαγεία…
Οχτώ συντάκτες του Soundcheck κάνουν την απόπειρα να ξεφύγουν από την πραγματικότητα της καθημερινότητας , να καταχραστούν τη δύναμη του παραμυθιού και να ζητήσουν να πραγματοποιηθούν ευχές τολμηρές και ίσως ανέφικτες. Με τη σημερινή μας σχέση και ενασχόληση με τη μουσική, η πιο δελεαστική αναγωγή στην ξεγνοιασιά και μαγεία της χαράς των παιδιών θα ήταν να είχαμε τη δύναμη να ρυθμίσουμε τις μουσικές εξελίξεις ανάλογα με προσωπικά απωθημένα. Να μεταχειριστούμε και να διαχειριστούμε τους μεγάλους μας ήρωες σα να ήταν παιχνίδια στα χέρια μας, ανίκανα να μας αρνηθούν οτιδήποτε, παιχνίδια πρόθυμα να κυλήσουν στο ρεύμα των δικών μας “θέλω” και να μας δώσουν σπάνια, απρόσμενη, ανέφικτη χαρά. Μπορούν και οι μεγάλοι να ονειρεύονται, γράφοντας γράμματα στο κεφάλι τους, ζητώντας χάρες που τις περισσότερες φορές και οι ίδιοι γνωρίζουν πως είναι ουσιαστικά αδύνατες. Όμως η ευρύτητα και το υγιές θράσος μια τέτοιας απόπειρας συνήθως αποκαλύπτουν όσα κρύβουμε σιωπηλά μέσα μας, βαθιές προσδοκίες που θα εξακολουθούν να μας πληγώνουν υπόγεια και αθόρυβα γιατί θα μείνουν για πάντα ανεκπλήρωτοι πόθοι. Ίσως μόνο η ελαφρότητα μιας Πρωτοχρονιάς επιτρέπει ένα τέτοιο ξεγύμνωμα…

Σταύρος Βλάχος:
Δε γίνεται να πρωτοτυπήσω…..Και γιατί να το κάνω, όταν η επιθυμία υπερισχύει της λογικής; Εντάξει….Θα έδινα πολλά για μία ακουστική εμφάνιση Jim Matheos με Ray Alder στο Ηρώδειο, που μάλλον θα παραμείνει …. «μαγικό» απωθημένο, αλλά παρότι το εισιτήριο μετά κόπων και πολύωρης «διαδικτυακής μάχης» κλείστηκε έστω και εκτός αρένας, για το μεγαλύτερο live του 2026 στη χώρα μας, τα “no repeat” shows της Φρανκφούρτης, παραμένoυν το απωθημένο που θα κυνηγήσω μέχρι τότε, για μία μπάντα που ακόμα και τώρα, αποδεικνύει γιατί είναι η σπουδαιότερη, με μεγάλο της όπλο σταθερά και με συνέπεια, το τί προσφέρει ζωντανά και ξεχωριστά, σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη. Και αν τον Αύγουστο του 2003, το «Ελληνικό δαιμόνιο» με έβαλε στο Rock Im Park, θα ελπίζω μέχρι τελευταίας στιγμής και το Μάιο….
Γιώργος Γεωργίου:
Σε ένα ήσυχο τραπέζι του Seafab Café στον κόλπο Portage του Seattle, ένας γοητευτικός ξερακιανός μεσήλικας με μάλλινο μαύρο σακάκι και σκούρο γκρι ζιβάγκο, έχει ένα βλέμμα νευρικής αναμονής. Λίγα λεπτά αργότερα ένας ογκώδης τύπος με ανοιχτόχρωμη καπαρντίνα και κομψή τραγιάσκα πλησιάζει προς το μέρος του. Με ένα μικρό νεύμα ο καθισμένος τύπος τον καλωσορίζει.
“Κοίταζα πριν την προκυμαία, και θυμήθηκα όταν ηχογραφούσαμε με το φορητό μαγνητόφωνο τους γλάρους για το Empire”, του είπε με συγκρατημένη εγκαρδιότητα. Ο τύπος με το ξυρισμένο κεφάλι έκανε ένα συγκαταβατικό νεύμα, χωρίς να μιλήσει.
“Αυτά που σου είπα και στο τηλέφωνο τις δυο φορές που μιλήσαμε”, συνέχισε ο τύπος με το όνομα Chris. “Θέλω να κλείσει εκείνος ο κύκλος που αφήσαμε με μια στραβή γραμμή στο τέλος, σωστά. Δεν θα αγαπηθούμε ξανά, αλλά μπορούμε να βάλουμε τους εαυτούς μας να πάρουν όλη αυτή την τοξικότητα και την ένταση και να τα μεταφράσουμε σε έργο ζωής. Υπάρχει τόσο καύσιμο μέσα σε όλα αυτά που έγιναν. Μια τελευταία φορά, ένα μάθημα πρώτα σε μας τους ίδιους, και τέλος…”
O Geoff έβγαλε αργά τα γυαλιά του με μια κουρασμένη προοπτική, και τον κοίταξε για λίγο ερευνητικά: “αν μπορείς να το κάνεις εσύ, τότε μπορώ κι εγώ. Με τους υπόλοιπους τι θα γίνει; Περισσότερο με τον Scott…”
“Άφησέ τα όλα πάνω μου, είπαμε… ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΑΚΟΜΑ”.
Γιώργος Καπετανόπουλος:
Πριν αρκετά χρόνια, τον Αύγουστο του 2004, είχα επισκεφτεί με την σύζυγο την Πράγα για το καθιερωμένο ταξίδι του μέλιτος τρομάρα μου. Μια από εκείνες τις ημέρες περπατούσα στο δρόμο και βλέπω σε μια αφίσα “Live Rush” στο γήπεδο της Σπάρτα Πράγας. Συγκεντρώνομαι λίγο να δω αν είναι αλήθεια και το μάτι μου πέφτει στην ημερομηνία που ήταν 2-3 ημέρες μετά την ημερομηνία αναχώρησής μας. Ήδη ήμασταν αρκετές ημέρες στην πόλη (κάπου 10), να αλλάξουμε αεροπλάνο αδύνατο και περισσότερη άδεια από την δουλειά ούτε γι’ αστείο. Με βαριά καρδιά αποδέχτηκα ότι δεν ήταν γραφτό να τους δω και δεν έκανα την παραπάνω κίνηση μήπως και το καταφέρω, ακούγοντας φίλους από το group που με παρηγορούσαν “καλά να είσαι και θα τους δεις”. Τα χρόνια πέρασαν, το μικρόβιο της αναβλητικότητας (για να τους δω στο μέλλον σε άλλο live στο εξωτερικό) με πότισε ολοκληρωτικά και η απώλεια του αδικοχαμένου Neil Peart έβαζε ταφόπλακα στα όνειρα οριστικά. Ή μήπως όχι; Η είδηση της πρόσληψης της Anika Nilles για να τιμηθεί η κληρονομιά του Neil ξαναφούντωσαν τις ελπίδες και μια επίσκεψή τους στην Ευρώπη (έστω και χωρίς τον Θεό) δεν φαίνεται και τόσο μακρινό σενάριο. Άλλωστε και στην χώρα μας και αφού πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι το διστακτικό ελληνικό κοινό να αναγνωρίσει επιτέλους το μεγαλείο τους, όλα είναι πιθανά (λέμε τώρα). Hey, Santa Claus you have a f@cking job to do!
Νίκος Κορέτσης:
Ήταν 2005 όταν η αγία τετράδα (δε ρωτάμε τι και πως, μία είναι η αγία τετράδα) εμφανίστηκε για πρώτη και τελευταία όπως αποδείχθηκε φορά στην Ελλάδα. Όπως ήταν φυσικό για τον κατέχον το κοκαλάκι της γκαντεμιάς, απουσίαζα σε επαγγελματικό ταξίδι. Αποτέλεσμα ήταν, να χάσω τη μία και μοναδική ευκαιρία να δω ολοζώντανους μπροστά μου τους θεούς και δημιουργούς των πάντων. Αργότερα είδα βέβαια, τόσο τους Heaven and Hell όσο και τον Ozzy σε σόλο εμφάνιση, όμως ποτέ δεν κατάφερα να δω το ιδανικό. Πού θέλω να καταλήξω; Βλέποντας τα ινδάλματα και όλους τους “ογκόλιθους” της μουσικής που μας γαλούχησε σιγά σιγά να αποχωρούν από την ενεργό δράση ή ακόμα χειρότερα να αφήνουν πίσω τους τον υλικό κόσμο, η ανάγκη για έναν “τελευταίο χορό” στον οποίο θα είμαστε παρόντες κρίνεται όλο και πιο επιτακτική. Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν το εναλλασσόμενο / συνεχές ρεύμα από την Αυστραλία επιβάλλεται να διαπεράσει τα κορμιά μας για μια τελευταία φορά. Ξέρω ότι στη χώρα που γίνονται sold out συναυλίες του Φοίβου αλλά όχι μεσήλικων με σχολικές ποδιές είναι δύσκολο να κάνεις μεγάλα όνειρα αλλά υπάρχουν αρκετοί από εμάς που είμαστε διατεθειμένοι να πιάσουμε και πάλι με γυμνά χέρια τα καλώδια και πάλι να βγούμε αλώβητοι.
I’m a live wire! Going to set this town on fire!
Απόστολος Κουφοδήμος:
Εν όψει της νέας χρονιάς, και με βάση τα μέχρι στιγμής ανακοινωθέντα ονόματα, θεωρώ ότι θα έχουμε ένα εξαιρετικό, συναυλιακά, έτος, και μακάρι να είναι εξαιρετικό σε όλα τα επίπεδα. Αναφορικά με τον πόθο που θα ήθελα να εκπληρωθεί, αν και γνωρίζω εκ των προτέρων ότι είναι απίθανο να συμβεί, δυστυχώς, δεν είναι άλλος από την έλευση του Bruce Springsteen στη χώρα μας. Δεν υπάρχουν ελπίδες, αλλά ευχές διατυπώνουμε, ας διατυπώσω και εγώ τη δικιά μου. Θα ήθελα επίσης να ξαναδώ το Roger Waters στην Αθήνα. Οι ιστορικές και πολιτικές περιστάσεις το επιβάλουν. Ζωσμένο με τη σημαία της Παλαιστίνης, σε μια συναυλία-διαδήλωση. Εκεί θα μετρηθεί εμπράκτως η κοινωνική και συναισθηματική μας αλληλεγγύη, και θα πάρουμε καλό βαθμό, το πιστεύω…
Γιώργος Μπατσαούρας:
Στα μέσα των ’90s, έχω αρχίσει το βηματισμό μου στα μονοπάτια της μουσικής. Στην έγχρωμη Nordmende στο σπίτι, παίζει συνεχώς μια διαφήμιση με ένα τραγούδι που με ξεσηκώνει κάθε φορά που προβάλλεται στην τηλεόραση. Σε σημείο που να αφήνω ότι έκανα, για να τρέξω μπροστά από την οθόνη και να κουνήσω ρυθμικά το πόδι στο άκουσμα του…Η πρώτη μου με επαφή με το “Born In the U.S.A.” ήταν γεγονός. Απουσία διαδικτύου και περισσότερων πληροφοριών σχετικά με τον καλλιτέχνη και το έργο του, κατευθύνθηκα στη μόνη διαθέσιμη πηγή, ώστε να αντλήσω απαντήσεις στα ερωτήματα μου. Το “Studio Ήχος” ήταν ένα από τα δύο δισκοπωλεία στο Μεσολόγγι (απίστευτο μου φαίνεται τώρα που το θυμήθηκα ξανά), και ο Μπάμπης ο ιδιοκτήτης του, αυτός που μου πρότεινε τις νέες κυκλοφορίες και τους κλασικούς δίσκους. Ελλείψει επαρκούς χαρτζιλικιού, πολλές φορές μας έδινε τη λύση αντιγράφοντας τα αυθεντικά cd, αφού πρώτα αφαιρούσε μαεστρικά το καπάκι τους, ξανακολλώντας με χαρακτηριστική επιδεξιότητα την ταινία ασφαλείας. Έτσι λοιπόν φτάνοντας για άλλη μια φορά στο γνώριμο σημείο, του εξήγησα τον “πόνο” μου. Μονομιάς κατευθύνθηκε στα ράφια με τα cd και με μια κίνηση μου έχωσε στα χέρια το “Greatest Hits” του Bruce Springsteen. Άκουσε το και θα με θυμηθείς, τα λόγια του πίσω μου, καθώς έφευγα ενθουσιασμένος. Όλα τα μεγάλα τραγούδια του Αφεντικού ήταν εκεί και εγώ ορκίστηκα από τότε παντοτινός θαυμαστής του. Στο άκουσμα μάλιστα του “Τhe River”, έμεινα στήλη άλατος και έγινε το πρώτο τραγούδι που έμαθα μέχρι τελείας τους στίχους του. Στίχοι που σκάλιζαν για πρώτη φορά βαθιά στο εφηβικό μου υποσυνείδητο και μουσική που πάντα με συντροφεύει αδιάκοπα σε συγκεκριμένες συναισθηματικές στιγμές. Εκ τότε, παραμένει αδιάκοπο απωθημένο να παρακολουθήσω ζωντανά μια συναυλία του Springsteen στη χώρα μας (ή οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη…). Το 2026, δεν αλλάζει αυτή την επιθυμία, αλλά την ενισχύει, καθώς καταλαβαίνω ότι το πέρασμα του χρόνου περιορίζει σταδιακά και τις οποίες πιθανότητες επιτυχίας. Ας είναι! Η πίστη στο Αφεντικό παραμένει δυνατή και ανόθευτη, όπως εκείνη την πρώτη μέρα που τον “συνάντησα”…
Βαγγέλης Νασόπουλος:
Δεν ξέρω πού είναι αυτό το μέρος.
Μπορεί να είναι αυλή, μπορεί να είναι ένα απλό πέρασμα . Το σκοτάδι κυριαρχεί και η φωτιά που δεν φωτίζει αρκετά. Κάθονται πάνω σε χαλιά φθαρμένα. Ο Plant κρατά το φλιτζάνι με τα δυο χέρια. Δεν κοιτάζει κανέναν.
Ο Page έχει την κιθάρα στην αγκαλιά, λοξά. Πίσω τους, οι άλλοι.
Ούτι που βουίζει βαθιά , κρουστά που ακούγονται χαμηλά . Το “No Quarter” βγαίνει σαν ψαλμός. Λέει για κρύες νύχτες, για ταξίδια που ξεκίνησαν χωρίς επιστροφή. Η κιθάρα απαντά με έναν ήχο σκονισμένο. Ο ήχος φέρνει μυρωδιές από μπαχάρια, καπνό, ξύλο. Δεν υπάρχει σκηνή.
Υπάρχει μόνο αυτός ο κύκλος, το χαμηλό φως, οι σκιές στους τοίχους.
Όταν σταματούν, δεν λένε λέξη.
Ο Plant αφήνει το φλιτζάνι κάτω. Ο Page ακουμπά την κιθάρα στο χώμα. Σαν να τελείωσε μια απόκοσμη τελετή.
Κι εγώ στέκομαι λίγο πιο πίσω.
Δεν τους πλησιάζω , αυτό το τραγούδι δεν γράφτηκε για να το δω ζωντανά αλλά για να το συναντήσω κάπου , ανατολικά στην νύχτα. Ίσως γι’ αυτό δεν θα τους δω ποτέ ζωντανά, γιατί ορισμένα τραγούδια δεν παίζονται σε σκηνή.
Παναγιώτης Σπυρόπουλος:
Godspeed You! Black Emperor & TOOL
Δύο διαφορετικές γλώσσες για την ίδια κατάρρευση.
Υπάρχουν μπάντες που δεν γράφουν απλά μουσική ή τραγούδια, αλλά χρονικά. Οι Godspeed You! Black Emperor και οι Tool ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία, παρότι στέκονται σε φαινομενικά διαφορετικές μεριές του rock φάσματος. Οι πρώτοι διαλύουν τις φόρμες μέχρι να μείνει μόνο το συναίσθημα, ενώ οι δεύτεροι τις σμιλεύουν με χειρουργική ακρίβεια. Και οι δύο, όμως, μιλούν για τον ίδιο κόσμο που ραγίζει αργά.
Οι GΥΒΕ δεν εμφανίζονται δισκογραφικά αν δεν υπάρχει λόγος. Κάθε album τους μοιάζει με πολιτική πράξη χωρίς συνθήματα, με soundtrack για κοινωνίες που χάνουν τον προσανατολισμό τους, με θόρυβο ή χωρίς. Η μουσική τους καταλαμβάνει την προσοχή του ακροατή, με διάρκεια, υπομονή και μια εμμονική τάση στην επανάληψη, χτίζουν τοπία όπου όλοι μας αποτελούμε μέρος αυτής της αφήγησης.
Οι TOOL, από την άλλη, λειτουργούν σαν αντίστροφος καθρέφτης. Εκεί όπου οι GΥΒΕ αφήνουν τα πάντα να διαχυθούν, οι Tool συγκρατούν, μετρούν, κόβουν, επαναλαμβάνουν επίσης. Η σιωπή ανάμεσα στις νότες έχει εξίσου βάρος με το ίδιο το riff. Μετά το “Fear Inoculum” (2019), η προσμονή για νέο υλικό είναι δεδομένη.
Έχουν άραγε κάτι ακόμα κάτι να πουν για έναν κόσμο που πλησίασε ακόμα πιο κοντά στις δυστοπικές προειδοποιήσεις τους; Αν το 2026 φέρει νέο άλμπουμ και από τους δύο, δεν θα πρόκειται απλά για «επιστροφές», αλλά για βαρυσήμαντες καλλιτεχνικές – πολιτικές παρεμβάσεις.
Ίσως γι’ αυτό η αναμονή αξίζει. Όχι επειδή χρειαζόμαστε νέες κυκλοφορίες για το ‘26, αλλά επειδή χρειαζόμαστε καλλιτέχνες που ξέρουν πότε να μιλούν και πότε να σωπαίνουν.
