NO REMORSE FESTIVAL FOR A GOOD CAUSE Vol.1 – A Tribute to Ozzy Osbourne (31/1/2026) Caja De Musica

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

Το No Remorse Festival, το είχαμε εντοπίσει και ασχοληθεί, ως Soundcheck, από όταν αρχικά λάμβανε χώρα, στον ιδιαίτερο και συναισθηματικά φορτισμένο χώρο, του Harley Davidson Club. Μάλιστα, είχαμε εντρυφήσει στις αρχικές βάσεις του, συνομιλώντας με τον ιθύνοντα νου πίσω από αυτό, Γιώργο Διαμαντή, διοργανωτή αλλά και μουσικό. Επομένως, είναι μεγάλη και ιδιαίτερη χαρά, να το βλέπουμε να διαρκεί στο χρόνο, να προοδεύει απολαμβάνοντας την αναγνώριση που του αρμόζει, για τους κόπους και τις ειλικρινείς προθέσεις του, με πρόσφατη την εμφάνιση και σε μεγαλύτερα venues, όπως το Κύτταρο, αλλά και το Caja de Musica (πρώην The Crow). Αυτήν τη φορά, με αφορμή και αποτέλεσμα, την προσφορά σε έναν σημαντικό σκοπό, την ενίσχυση του Nevronas FESTival, του μεγαλύτερου Προσβάσιμου και Συμπεριληπτικού Φεστιβάλ Παραστατικών και Εικαστικών Τεχνών στην Ελλάδα, βραβευμένο σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που επιστρέφει δυναμικά για 4η χρονιά, από 17 έως και 19 Απριλίου 2026, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων.

Εφαλτήριο, αίτιο και «κοινός τόπος» αυτής της μάζωξης, καθορίστηκε η αγάπη για έναν εκ των «ακρογωνιαίων λίθων» του ήχου που αγαπάμε, του Ozzy Osbourne. Μία αφορμή να θυμηθούμε τις «ρίζες» της αγάπης που μας προσέφερε, αλλά και τον πλούτο της μουσικής του κληρονομιάς.

Η διοργάνωση ενείχε ένα μαραθώνιο και ογκώδες σε ποιότητα αλλά και σε χρόνο line up, από εξέχοντα ονόματα της εγχώριας σκηνής. Αρκετά στενάχωρο το γεγονός, ότι λόγω υποχρεώσεων, η κλασσική συνήθεια να παρίσταμαι από την πρώτη μπάντα, δεν κατέστη δυνατή, ενώ το μαραθώνιο του πράγματος, όπως προανέφερα καθιστούσε το αντίτιμο του εισιτηρίου υποτυπώδες, όχι μόνο επειδή επρόκειτο για «ιερό σκοπό», αλλά και επειδή ο θεατής είχε την ευκαιρία να απολαύσει ουκ ολίγους και εξαιρετικά αξιόλογους μουσικούς.

Άλλωστε, ακόμα και γύρω στις 22:30, όταν και κατάφερα να εισέλθω, αντικρούοντας αντιξοότητες από….πάρκινγκ μέχρι …. τα θέματα των POS, είχαμε εναπομείνασες μπροστά μας, τουλάχιστον (όπως έμπρακτα αποδείχθηκε) τρεις ώρες απολαυστικού σετ από πλειάδα μουσικών.

Ήταν άλλωστε άλλες δύο παρόμοιες τέτοιες εκδηλώσεις προς τιμήν του Ozzy, στις οποίες δεν είχα καταφέρει να παραστώ, γεγονός που έκανε έτι περαιτέρω, δευτερευόντως του «ιερού σκοπού» βέβαια, επιτακτική την ανάγκη να μην το χάσω. Και φυσικά, η επιθυμία να ξαναδώ τον Billy Vass (τελευταία φορά ήταν πριν χρόνια με τους Terra IncΩgnita) και τους Angelos Perlepes’ Mystery, έχοντας χάσει μετά λύπης, λόγω υποχρεώσεων, τις πρόσφατες εμφανίσεις αυτών, αλλά και των Black Dogz και V/K Project, μα και την πάντα απολαυστική, αγαπημένη, Ειρήνη Κετικίδη.

Η είσοδός μου συνέπεσε με την έναρξη του σετ των Mike G, της παρέας του Μιχάλη Γαλατσιάτου. Στα λιγοστά κομμάτια που τους αναλογούσαν, στο πλαίσιο αυτής της μαραθώνιας και πολυπληθούς εμφάνισης, προσπάθησαν με μπροστάρη τον frontman τους, να ξεσηκώσουν το κοινό και με αρκετή ενέργεια, κατάφεραν να αποσπάσουν θερμότατο χειροκρότημα, αλλά και να καταστήσουν τους θαμώνες, κοινωνούς και συμμέτοχους στο σετ τους.

Η διαδοχή άνηκε στη μπάντα (ή καλύτερα σε μία εξ αυτών, καθώς είναι δραστήριος σε αρκετές) του διοργανωτή Γιώργου Διαμαντή, τους No Remorse – Mötorhead Tribute Band. Με τα “Rock and Roll”, “Killed by Death” και “Ace of Spades”, κομμάτια που φυσικά απέδωσαν αξιοπρεπέστατα, λόγω και της μεγάλης οικειότητας μαζί τους, και με περίσσεια ενέργεια και μεταδοτικότητα, παρά τα μικρά προβληματάκια με τον ήχο, ξεσήκωσαν και μετακίνησαν το κοινό από τη θέση του. Ο ήχος, παρ’ όλ’ αυτά, υπήρξε εξαιρετικός και απολαυστικός, στη μεγαλύτερη διάρκεια της βραδιάς, συντελώντας στην απόλαυση των παρευρισκομένων.


Θα ακολουθούσε η All Star Band, που ανέβασε την προσωπική αδρεναλίνη, με προεξέχοντες τους Billy Vass και Ειρήνη Κετικίδη, στην πρώτη αυτή ταλαντούχα μορφή της, και με την προαναφερθείσα συνύπαρξη. Η οποία, αποκτούσε μεγαλύτερη αξία, με δεδομένο το «άγγιγμα» της δισκογραφίας του Ozzy Osbourne ενός εκ των τεσσάρων προπατόρων της αγαπημένης μας μουσικής, φυσικά συνεπικουρούμενοι από μία εξαιρετική, συνολικά, μπάντα.

Και εννοείται, δεν απογοήτευσε τόσο γενικά, όσο και σε μία ξεχωριστή και «φορτισμένη», για τον γράφοντα, απόδοση του αγαπημένου του κομματιού, “Shot in the Dark”, με την Ειρήνη Κετικίδη απολαυστική (γενικότερα) στα solos, και αναμενόμενα εκπληκτική με την κιθαριστική της αξία, μα και το μόνιμο χαμόγελο και θετική της αύρα και τον Billy Vass, λόγω δυνατοτήτων και ταλέντου, σταθερό «πυλώνα» στην αποτύπωση των (όπως αποδείχθηκε περίτρανα και στο “Back to the Beginning”) απαιτητικών φωνητικών του «Πρίγκιπα του Σκότους». Με βάλανε δε σε ευχάριστες σκέψεις, για το πόσο ταιριαστοί θα ήταν, αν επαναλαμβανόταν αυτή η συνεργασία στο μέλλον.


Ακολούθησε η αλλαγή σε φωνή και κιθάρα και ο Τάσος Λάζαρης μαζί με τον Βασίλη Μιχαλάκο, ανέλαβαν τους ρόλους τους στην All Star Band. Το εντυπωσιακό της νέας αυτής σύμπραξης, συνέχεια των όσων διαμειφθόντουσαν έως τότε, αποτέλεσε φυσική και ομαλή εξέλιξη, αποτέλεσαν ένα ακόμα highlight αυτής της βραδιάς και άφησαν με ανοιχτό το στόμα το κοινό, με εξαιρετική φωνητική απόδοση, αλλά και απολαυστικές, κιθαριστικές στιγμές, ενώ κάτω από τη σκηνή, οι νεαρές φιγούρες, ενέτειναν περαιτέρω την ελπίδα συνέχειας της παράδοσης του Ozzy. Ο Τάσος Λάζαρης, περιττό να τονίσω, ότι αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες φωνές που διαθέτουμε.


Μία ακόμα εκπλήρωση επιθυμίας, ήταν να δω και τους Angelos Perlepes’ Mystery, ζωντανά, μετά από την κυκλοφορία και του νέου τους album. Όσοι διαβάζετε και παρακολουθείτε Soundcheck, έχετε ήδη απολαύσει το εκπληκτικό πρώτο μέρος του αφιερώματος/χρονολογίου του Γιάννη Φράγκου, στην πορεία αυτής της σημαντικής μπάντας για τον ήχο της χώρας. Όσον αφορά τα όσα ζήσαμε από αυτούς στο Caja de Musica, πέραν της πολύ ικανοποιητικής απόδοσής τους και της μουσικής, βαρύγδουπης οντότητας των νέων συνθέσεων, της εξέχουσας απόδοσης όλων, με προεξέχοντα τον σχολαστικό Άγγελο Περλεπέ, δεν μεροληπτώ λέγοντας ότι η «χημεία» και τα στοιχεία που τους προσδίδει ο Billy Vass, ολοκληρώνουν μία δυναμική που μπορεί να τους οδηγήσει με ασφάλεια και αισιοδοξία στο μέλλον.



Οι Sabbath Universe, ήταν οι τελευταίοι, και στους οποίους άνηκε η ολοκλήρωση μιας βραδιάς αναδρομής στην Black Sabbath εποχή, του Ozzy Osbourne. Με «όπλα» την εμπειρία και την οικειότητα αποδόσεως των συνθέσεων της σπουδαίας μπάντας, της ανεπανάληπτης παρέας των Tony Iommi, Geezer Butler, Bill Ward και φυσικά του …..«επίτιμου», Ozzy Osbourne, μας κάνανε αγόγγυστα κοινωνούς, μιας εξαιρετικά ευχάριστης, νοσταλγικής και εξόχως στοχευμένης αναδρομής, σε μερικά από τα σπουδαιότερα κομμάτια που έχουν γραφτεί, σε κάποια εκ των επιδραστικότερων riffs, όπως τα “N.I.B.”, “Black Sabbath” κ.α..

Οι ευχαριστίες του frontman τους, ενδιάμεσα των κομματιών, με το μοναδικό και κλασσικό τρόπο του Ozzy, έφερε ακόμα περισσότερο στη μνήμη όσων είχαν προλάβει να το ζήσουν (όπως π.χ. στη Μαλακάσα), θύμισες βαθιά «χαραγμένες υποδόρια».

Εκ των highlights της βραδιάς, η συνύπαρξη της μπάντας με τον 18χρονο Ιωσήφ στα ντραμς για ένα κομμάτι, μέλος μιας νεαρής παρέας που δεν σταμάτησε να «χτυπιέται», μπροστά στα μάτια των γηραιότερων, «ενσαρκώνοντας» την ελπίδα για το μέλλον.

Το έτερο highlight θα ήταν η σύμπραξη με τους Sabbath Universe, του Αντώνη Μιτζέλου, μιας συνθετικής και κιθαριστικής μορφής της χώρας μας, ο οποίος πέραν του ότι μας έκανε να μας….«φύγουν τα τσαούλια», όπως λένε και στο χωριό μου, κατέστησε ακόμα μία φορά σαφές, το μοναδικό, υπαρκτό δίλημμα, το οποίο είναι «καλή ή κακή μουσική», αφού στη δημιουργική διαδικασία, τα είδη, ως συγκοινωνούντα δοχεία των οποίων η «ρευστή συνάντηση» δύναται να δημιουργήσει πολλές φορές απολαυστικά ηχοχρώματα και προσμίξεις, εδραζόμενη και σε κοινές καταβολές.

Διαμέσου του “No More Tears”, αλλά και άλλων «ύμνων», όπως το “Paranoid” και το “War Pigs”, το οποίο ολοκλήρωσε τη μουσική νύχτα, οι «ρίζες» της μουσικής μας φάνταζαν ακόμα δυνατές, παρά την (οσονούπω) απόσυρση των περισσότερων μεγαθηρίων του ήχου, με προβληματισμό αλλά και αισιοδοξία για μία νέα γενιά ακροατών, που θα αντέξουν αρωγοί και «κουβαλητές», αυτής της μουσικής παρακαταθήκης και παράδοσης.

Το No Remorse Festival αποτέλεσε άλλη μία βραδιά-ανάμνηση, ως επιτυχημένο αποτύπωμα των κόπων που απαιτούνται για μία τέτοια διοργάνωση, θέτοντας ως ευχάριστο και προσδοκώμενο προορισμό, την επόμενη.

Φωτογραφίες – Βίντεο: Σταύρος Βλάχος

Avatar photo
About Σταύρος Βλάχος 629 Articles
Born in a shiny, Athens West Coast’ s town …. την χρονιά που κυκλοφόρησαν κάποια «μνημεία» της metal και rock (“Let There Be Rock”, “Bad Reputation”, “Sin After Sin”, “Spectres” and “Love Gun”). Πορεύθηκε μεταξύ Metallica, Sepultura, Iron Maiden, Raw Silk, Sacred Reich, Black Sabbath, DIO, Whitesnake, Obituary, Led Zeppelin, Megadeth, Savatage, AC DC και Rainbow, πριν «χαθεί» στον «κόσμο» του Jim Matheos, των Fates Warning και φτάσει να «ανακαλύψει» τον «τόπο» καλύτερων ανθρώπων, μέσω των The Paradox Twin. Ευχαριστεί τον μεγαλοδύναμο που έχει ακούσει live τον DIO, τους Black Sabbath και τους AC DC εν έτει 2009 και που πιτσιρίκος «έλιωνε» τα αγαπημένα του “....And Justice for All”, “Parallels”, “Silk Under the Skin” και “Rust in Peace”. Η ζωή γίνεται ομορφότερη αν στοχάζεσαι ότι «Ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα», και επιχειρείς να εφαρμόσεις το “Carpe Diem”, προσπαθώντας να παραμείνεις άνθρωπος, σε μία εποχή που αυτό φαντάζει η σημαντικότερη πρόκληση και η μόνη «επανάσταση». Αν η ζωή ήταν ταινία, θα έπρεπε να είναι ένα «μείγμα» του «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών» και της «Λίστας του Σίντλερ» και να «εμποτίζεται» συνεχώς με την πανέμορφη εικονοπλασία του λόγου του Καζαντζάκη στο «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Τί κι αν έχει αντικρύσει ουρανούς σε ωκεανούς και πόσες θάλασσες, εκείνος ο μοναδικός, από το μπαλκόνι της παιδικής του ηλικίας στο ορεινό Ρωμανό κοντά στο Σούλι, θα παρέχει πάντα την σημαντικότερη, πιο «μεστή» γαλήνη ψυχής. Όταν δεν ψάχνει μουσικές, θα «σκάει» τη στρογγυλή «θεά», που «εκτόξευσε» ο goat MJ ή θα «ψυχοθεραπεύεται» πάνω σε μία “forty eight”, ατραπό για την «σωτηρία της ψυχής».