NEVERMORE:  “Dead Heart in a Dead World”

ALBUM TRIBUTE

Ήταν πασιφανές πως η πλεύση στα σκοτεινά και ανήλιαγα νερά του “Dreaming Neon Black” χαράζει ανεξίτηλα τον ψυχισμό του τραγουδιστή των Nevermore, Warrel Dane, επηρεάζοντάς τον σε μεγάλο βαθμό. Είναι αυτός που επιμελείται το στιχουργικό κομμάτι και το concept σ’ αυτό το μέλαν όναρ. Είναι μια κατάδυση και εν τέλει μια εμπειρία που δεν αφήνει κανένα περιθώριο επιστροφής στην αθωότητα. Ταυτόχρονα όμως τον εμπνέει να συνεχίσει, να προχωρήσει βαθύτερα και να δει που θα τον βγάλει.

Το πετυχημένο “Dreaming Neon Black”  λειτουργεί ως προοίμιο και ανοίγει την όρεξη στον ίδιο και τους υπόλοιπους να βαδίσουν συνειδητά στο παγερό και κατά συνέπεια αφιλόξενο μονοπάτι. Eν τέλει τους οδηγεί στο θριαμβευτικό “Dead Heart in a Dead World” που κυκλοφορεί στα μέσα ενός χειμωνιάτικου Οκτώβρη πριν 25 άκαρδα χρόνια.

“Burn your gods and kill the king”

Ο ίδιος ο Warrel Dane έχει επαληθεύσει ότι πολλά τραγούδια είναι κατά κάποιο τρόπο συνέχειες του προηγούμενου δίσκου και δε στέκουν μόνο ως αυτόνομες συνθέσεις. Προχωράει κατ’ αυτό τον τρόπο στη προσπάθειά του να ξεπεράσει το τραύμα της εμπειρίας του “Dreaming Neon Black” το οποίο όπως γίνεται αντιληπτό δε σταματάει να μη “ξερνάει” απόηχους και σκιές μέσα από άξενους καθρέπτες. Το ερώτημα όμως αιωρείται πάνω από τα κεφάλια όλων: Πιστεύετε πως τα κατάφερε ολοκληρωτικά; 

Στη συνομοταξία των παραπάνω τραγουδιών περιλαμβάνεται και το “Narcosynthesis”, το αγαπημένο συναυλιακά τραγούδι του Jeff Loomis διότι στουντιακά τη συμβολή αυτή έχει το “Insignificant”. Μπαίνει με τις πάντες σαν θύελλα έτοιμη να τα κάνει όλα ώπα σε αυτό το τέταρτο full length άλμπουμ των Nevermore. Για να παίξουμε με τις λέξεις, ναρκωμένος να ήσουν θα είχες πηδήξει μέχρι το ταβάνι. Από την αρχή του “Dead Heart…”, μεταφέρομαι γραμμή στο τελευταίο κομμάτι, το ομώνυμο για το οποίο το μπάσο των Nevermore, o Jim Sheppard έχει δηλώσει πως κάπως έτσι συνοψίζονται τα συναισθήματα του στιχουργού μετά από ένα τόσο προσωπικό εγχείρημα. Ωστόσο ένα φως στο τούνελ υπάρχει και όσο απελπιστική φαίνεται η κατάσταση, το πείσμα υπερέχει. Εν τέλει ένα αισιόδοξο μήνυμα μένει σα μια αναπάντεχη λάμψη. Αυτό υπονοεί και ένας από τους ακροτελεύτιους στίχους του “Dead Heart…”.

“Burn your gods and kill the king, subjugate your suffering” είναι σαν μια τελική προσπάθεια του Dane να ανακτήσει την κυριαρχία εμφυσώντας δύναμη και σθένος στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν είναι όλα τα τραγούδια προσωπικές εμπειρίες αν και “ανεγείρονται” στιχουργικά κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με τον Dane να μπαίνει σε βαθιά, σκοτεινά τούνελ. Γράφει και σβήνει συνήθως μετά τα μεσάνυχτα πίνοντας για μέρες και ρίχνοντας ατελείωτο λάδι στο πυρ της κατάθλιψής του.

Πίσω από αυτό το θρίαμβο με τον τίτλο “Dead Heart in a Dead World” εντοπίζεις τραγούδια να μιλάνε για τη θρησκεία που με το θυμιατό της ευλογεί την άνευ όρων υποταγή (“the sheep are made to follow, choke back the puke and swallow”)  ή το αμερικάνικο δικαστικό σύστημα που μασκαρεύει την αδικία ως έννομη τάξη αλλά και το αγαπημένο – χωρίς ίχνος ειρωνείας – αντικείμενο των περισσότερων μπαντών στα 90’s, το οικολογικό. Πλην όμως ένα τραγούδι σαν το “Heart Collector” είναι ανοιχτό ερμηνευτικά και έτσι ακριβώς συνίσταται από το ίδιο το σχήμα. Σε αυτό συνεπικουρεί η ποιητική του αύρα.

Ένα από τα ουκ ολίγα χιτάκια του άλμπουμ, το ”Inside Four Walls” είναι αυτό που δείχνει την απέχθεια του κουαρτέτου για το δικαστικό σύστημα και τις καθημερινές του αδικίες όταν ένας φίλος της μπάντας φυλακίστηκε “μέσα σε τέσσερις τοίχους” για μεγάλο διάστημα μολονότι τον συνέλαβαν για πολύ μικρή ποσότητα ναρκωτικών (“doesn’t matter what I’ve done, the government’s always right”). Το “The River Dragon Has Come” εκθέτει τις οικολογικές ανησυχίες τις μπάντας σε ένα κόσμο ρημαγμένο που στραγγαλίζεται σιωπηλά, αργά αλλά και αμετάκλητα (pray for tomorrow and find you’re empty still).

Τα “The Heart Collector” και ”Believe in Nothing”, χαίρουν τον απύθμενο έρωτα των οπαδών, ειδικά το δεύτερο που χαίνει σαν απύθμενο πηγάδι όπου οι οπαδοί σκύβουν ξανά και ξανά πάνω από το μελανό του ύδωρ για να αντικρίσουν το είδωλό τους διαλυμένο στην επιφάνεια του. Εκτός του προσιτού ήχου που τα χαρακτηρίζει, έχουν μια μελωδική κοψιά ωστόσο αρνούμαι κατηγορηματικώς να τα “βαφτίσω” μπαλάντες. Αλήθεια δε μπορώ να τα χωρέσω στην κατηγορία με τραγούδια που μιλάνε για εφηβικούς έρωτες και εύθραυστα όνειρα στα θρανία, αδικώντας τα κατάφορα. Μέσα στα ίδια πλαίσια εισάγεται και το ”Insignificant”. Πάνω απ’ όλα αυτά η φωνή του Dane. Πικρή, εικονικά φθαρμένη για να δώσει όσο περισσότερο ερμηνευτικό συναίσθημα γίνεται, τόσο στα προαναφερθέντα όσο και καθ’ όλα τα 56 λεπτά του δίσκου.

Δένει τέλεια με τις σκοτεινές κιθάρες που γράφει ο Loomis ο οποίος πλέον κρατά μόνος του το κιθαριστικό βάρος. Παρέμεινε μόνος, αυτός και η επτάχορδή του μετά την αποχώρηση του Tim Calvert πριν τις ηχογραφήσεις. Ο πρώην κιθαρίστας των Forbidden και συγχωρεμένος από το 2018, επιθυμούσε τότε μια πιο στρωτή και οικογενειακή ζωή. Για τις live εμφανίσεις  προσλαμβάνουν είτε τον Curran  Murphy, είτε τον πολύ Chris Broderick που όμως αμφότεροι μένουν στη σκηνή και δε μπαίνουν στο στούντιο. Οι Nevermore παραμένουν σαν τετράδα και ορθώς πράττουν. Ο Loomis και η βιρτουοζιτέ του βρίσκουν τον απαιτούμενο χώρο που τους αναλογεί. Συνθέτει μερικά από τα δυνατότερά του κιθαριστικά θέματα. Η προσθήκη της έβδομης χορδής σε καλωσορίζει στη σύγχρονη και πιο σκοτεινή εποχή. Το χαμηλό κούρδισμα δίνει ένα πιο βαρύ και dark τόνο και όπως έχει παραδεχθεί και παλιότερα ο κιθαρίστας από το Γουισκόνσιν, ήταν μια συνειδητή απόφαση να το πράξουν αυτό.

Για άκου πιο προσεκτικά το “Narcosynthesis” ή το επίσης δαιμονισμένο και ρυθμικό “Engines of Hate” και θα νιώσεις τον παλμό μιας νέας εποχής να χτυπά, αναγνωρίζοντας υποδερμικά τους ανερχόμενους στο λυκαυγές της νέας χιλιετίας, Meshuggah παραδείγματος χάριν. Ένα παρεμφερές συναίσθημα σε διακατέχει και στη διασκευή του γνωστού “The Sound of Silence” των Simon & Garfunkel που κυριολεκτικά το ιδιοποιούνται, με το Loomis να προσθέτει μέχρι και δικές του ιδέες!!! Ανάμεσα σε αυτό το άλμπουμ και τον προκάτοχο προσπαθούν να πείσουν τη Century Media για τη δημιουργία ενός EP με διασκευές σε καλλιτέχνες που τους επηρέασαν στο ξεκίνημα της καριέρας τους μέσα από το δικό τους μπασταρδεμένο πρίσμα. Εώς και τίτλο έχουν έτοιμο, το απόλυτα ταιριαστό “Beyond the Black”. Δυστυχώς εν τέλει δεν ευδοκιμεί αν και μόνο θετικό ρόλο θα έπαιζε ως γέφυρα ανάμεσα στους δύο πιο σημαντικούς δίσκους των Nevermore.  Παρολ’ αυτά “μαζεύουν” ανασυνθέτοντας όλες τις επιρροές των ηρώων τους από τα 80’s (βασισμένο σε αυτή τη φιλοσοφία το “We Disintegrate”), κυρίως τη σκοτεινή τους πλευρά και τη προσαρμόζουν στην τότε σύγχρονη εποχή. Κι’ άλλοι το προσπάθησαν τότε αλλά όχι το ίδιο πετυχημένα και με τόσο μεγάλη εμπορικότητα όσο οι Nevermore.

Προσωπικά μιλώντας πιστεύω πως συνέβαλε τα μέγιστα το ότι είχες από τη μια πλευρά τις παλιές καραβάνες (Warrel Dane, Jim Sheppard) που σαν πιο έμπειροι είχαν μεγάλη ιδέα από τα κατατόπια μιας σκληρής εποχής που κρατούσε εχθρική στάση ως αποδιοπομπαίου τράγου στο heavy metal . Απέναντί τους είχαν τον κατά δέκα χρόνια νεώτερο Loomis με οπτική και προσέγγιση πιο επικαιροποιημένη. Στη μέση έρχεται ο Van Williams για να φέρει ηλικιακά την ισορροπία.

Το ίδιο ισχύει και με το τέταρτό τους άλμπουμ που έχει ισορροπημένα στοιχεία από τη δύναμη του “Politics of Ecstasy” και όπως προανέφερα και από την εσωστρέφεια του “Dreaming Neon Black”. Μετά και το “Dead Heart…” κάθε προσπάθεια να τους εγκλωβίσεις σε στεγανά μοιάζει μάταιη όπως και κάθε σύγχυση με άλλη μπάντα καθίσταται αδύνατη. Εκεί χαράσσεται η διαχωριστική γραμμή και παγιώνεται ο όρος Nevermore Metal.

Ο Loomis δε διστάζει σε αρκετές συνεντεύξεις να παραδεχθεί μεν πως η σύνθεση με επτάχορδη άλλαξε τον ήχο και το παιχνίδι. Αλλού όμως αναδεικνύεται δε η κίνηση ματ με βάση τα λόγια του. Το σημείο καμπής που καθορίζει πολλά είναι η προσθήκη του Andy Sneap στο πεδίο της παραγωγής μετά από χρόνια συνεργασίας της μπάντας με τον Neil Kernon. Μετά από αυτό τον ενοχλητικά βαβουριάρικο ήχο στο “Politics of Ecstasy” εγώ θα είχα σταματήσει εκεί τη συνεργασία μου με τον σεβαστό κατά τ’ άλλα παραγωγό. Είχαν φτάσει σε ένα ηχητικό αδιέξοδο. Παρολ’ αυτά πρέπει να κάνουν μαζί ένα ακόμα δίσκο, ώστε να δοθεί η σκυτάλη στο Sneap με τις ευλογίες του Kernon. Τους προσφέρει τον αναγκαίο ήχο συστήνοντάς τους στον κόσμο των Pro Tools όχι για να ανέβουν στο τρένο της μόδας αλλά για να αποκτήσουν ένα ακόμα όπλο και μάλιστα κομβικό.

Στο “Dead Heart…” τα ηχεία σου συγκλονίζονται από μια παραγωγή που θεωρώ πως είναι το curriculum vitae της σωστής δουλειάς πάνω από την κονσόλα και τολμώ να πω ίσως και σε οποιοδήποτε δίσκο κυκλοφόρησε στα 90’s, έστω και λίγο πριν το σφύριγμα των καθυστερήσεων για τη δεκαετία. Και όλα αυτά με διαφορά από τον δεύτερο. Άντε να ξεχωρίσουμε τα “Black Album” και “Painkiller”;; Ακόμα δεν είμαι σίγουρος και το ερωτηματικό παραμένει. Σε απόλυτη σύμπνοια με την αφοσίωση της μπάντας στο στόχο που έχουν θέσει, ο Sneap είναι η προσθήκη για το βήμα παραπάνω.

Ένα αποκαλούμενο “game changer” για άλμπουμ είναι αμαρτία να το κρατήσεις “κλειδωμένο” στο στούντιο. Μεταξύ σοβαρού και αστείου και με τον φημισμένο αυτοσαρκασμό που τον χαρακτηρίζει, ο Warrel Dane το έχει αποκαλέσει περίπου σαν το “ξεπουλέ Black Album” τους. Οι Nevermore δε χάνουν την ευκαιρία και περιοδεύουν. Το κάνουν εκτενώς, το περισσότερο στη καριέρα τους. Τρεις Αμερικάνικες περιοδείες, τέσσερις με πέντε εκτεταμένες ευρωπαϊκές επισκέψεις και δε θα μπορούσαν να λείπουν πολλά στοπ σε Καναδά και Ν. Αμερική. Όλα αυτά είτε σαν headliners ή και στο πλευρό πολλών ανερχόμενων και μεγάλων ονομάτων του χώρου (Annihilator, Dimmu Borgir, Soilwork, Dark Tranquillity, Susperia, In Flames, Lacuna Coil κ.α.)

“And I still believe in nothing

Will we ever see the cure for our sorrow?”

Από το ανασφαλές “τι είμαστε” που ενέπνεε το πρόσφατο παρελθόν τους, στην αρτίωση του “αυτοί είμαστε”, εδέησε μια άψυχη καρδιά σε ένα νεκρό κόσμο. Είναι στιγμές που είσαι περήφανος για το τι έχει φέρει στο φως η metal μήτρα των Ηνωμένων Πολιτειών. Κοιτάξτε, με το “Dead Heart in a Dead World” δεν γνωρίζω αν οι Nevermore συνέχισαν να πιστεύουν στο τίποτα που επικαλούνται οι στίχοι τους. Δεν ξέρω  επίσης αν κατάφεραν να διακρίνουν το σχήμα που έπαιρνε το δικό τους αύριο. Όμως γνωρίζω σαν οπαδός της μουσικής πως και με αυτή τη δισκογραφική κατάθεση μας παρακίνησαν να αναγνωρίσουμε, να αρθρώσουμε και εν τέλει να βρούμε γιατρειά για πολλούς δικούς μας καημούς και πίκρες κάνοντας headbanging μέχρι η επιστήμη να σηκώσει τα χέρια ψηλά για τον αυχένα και τη σπονδυλική μας στήλη. 

Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

ΥΓ. Το “Dead Heart…” έχει κυκλοφορήσει και με τρία bonus τραγούδια, ένα εκ των οποίων είναι ένα ξεχασμένο demo από την εποχή των Sanctuary. Στο demo ονομάζεται “Three Chances” και στη Nevermore έκδοση “Chances Three”. Επιπλέον ανακαλύπτεις και την ψαγμένη διασκευή στο “Love Bites” των Judas Priest. Κινείται περίπου στη φιλοσοφία του “Sound of Silence” και δεν απογοητεύει.

Avatar photo
About Soundcheck Partner 411 Articles
Souncheck.network