Πέντε χρόνια αναμονής ήταν πολλά, μετά την κυκλοφορία του δεύτερου album (“Diorama”) των MØL, που ήδη είχε αρχίσει να τους παγιώνει για τα καλά στο blackgaze ιδίωμα και σήμερα λαμβάνει τέλος με την κυκλοφορία του “Dreamcrush”. Αναμονή που όπως γρήγορα διαπιστώσαμε άξιζε τον κόπο, μιας και το δανέζικο κουιντέτο δεν σταματάει να εκπλήσσει, επεκτείνοντας με συναρπαστική “ασάφεια” τις ευρείες γραμμές που οριοθετούνται από τα πολυποίκιλα χαρακτηριστικά του είδους.
Σε μια μουσική εξέλιξη που ξεχωρίζει η “συναρμολόγηση” πολλών ετερόκλητων επιδράσεων με συχνά αβέβαια αποτελέσματα, όπου συχνά πυκνά υποβόσκει μια υποψία επιτήδευσης, οτιδήποτε “παράγεται” από την συνθετική “μηχανή” των MØL προκύπτει εντελώς αβίαστα, σαν κομμάτι μιας εντελώς φυσικής εξελικτικής διαδικασίας. Κι αν η πρώτη αίσθηση που αποκομίζουμε είναι η έντονη παρουσία της αμερικανικής εναλλακτικής σκηνής (με κύριες επιρροές από “Smashing Pumpkins”), που ενισχύεται σημαντικά δίπλα στις black metal σταθερές (που θυμίζουν περισσότερο “Deafheaven” και “Alcest”), o καμβάς της μπάντας έχει πολύ περισσότερα χρώματα. Η post punk πλευρά των Cocteau Twins είναι εμφανής, οι progressive πινελιές αιφνιδιάζουν ευχάριστα, η post rock (βλ. “Mogwai”) αύρα είναι διακριτικά παρούσα, δίπλα στην shoegaze γαλήνη. Αυτό ακριβώς είναι το επίτευγμα των MØL, μια πεντακάθαρη έκβαση, ακόμη κι όταν στις συνταγές τους συνωστίζονται πλήθος διαφορετικών υλικών. Με πιο συχνά τα μαγευτικά riffs που δημιουργούν μια εγγυημένη ευφορία που δείχνει να κυριαρχεί, αλλά πριν ριζώσει ο εφησυχασμός έρχονται τα οργισμένα φωνητικά να σκορπίσουν απόγνωση και να συντρίψουν ότι προηγήθηκε. Ακόμη και η σιγουριά που μπορεί να παρέχουν διέξοδοι από την δυσβάσταχτη πραγματικότητα όπως τα όνειρα, μπορεί να καταλήξουν σε ένα επώδυνο εντελώς απρόβλεπτο τετελεσμένο.
Με το ξεκίνημα και το “Dream” οι κιθάρες είναι αυτές που δίνουν το έναυσμα, για το συναισθηματικό υπόστρωμα που ξεδιπλώνεται με μια αίσθηση ευφορίας, που κυριαρχεί ακόμη και όταν ο ήχος βαραίνει και τα λαρυγγικά γρυλίσματα έρχονται σαν ξυραφιές να σκίσουν τα σωθικά σου. Πιο δυναμικά συστήνεται το “Små Forlis”, με ξεσηκωτικά riffs και τις κραυγές να διαπερνούν οτιδήποτε βρεθεί στο πέρασμά τους, με την μπάντα να εναλλάσσεται γλωσσικά τόσο στην αγγλική όσο και την μητρική της, εξιστορώντας διαφορετικά γεγονότα στα έντεκα κομμάτια. Έντονα χρωματιστές οι μελωδίες στο “Young” με τις ζωηρές κιθάρες να στροβιλίζονται προσεγγίζοντας progressive περιοχές, καθώς μια κλιμακούμενη έκρηξη απογειώνει τις εντάσεις, για να έρθει το “Hud” να σε βυθίσει στα πελάγη θαλπωρής των ονείρων, με αιθέρια γαλήνια φωνητικά αρχικά και σπαρακτικά γρυλίσματα που αποκαλύπτονται σταδιακά στην πορεία. Με αυτήν τη μέθοδο που είναι αδύνατο να προβλέψεις που ακριβώς θα οδηγηθεί το κάθε άσμα και ποιους δρόμους θα ακολουθήσουν οι MØL για να διηγηθούν τις ιστορίες τους, η ταυτότητά τους είναι τόσο αισθητή που είναι αδύνατον να την “απαρνηθούν” ότι και αν επιλέξουν. Με ανάλογη του προκατόχου του ροή θα ακολουθήσει ένα από τα πιο καθηλωτικά κομμάτια (“Garland”), με ένα αριστουργηματικό riff να συγκινεί στο ρεφρέν ανοίγοντας “πληγές” μελαγχολίας και αφήνοντας σαν ανάμνηση πιασάρικες μελωδίες, με τα τύμπανα να βγάζουν περίσσιο πάθος και περιπετειώδη ποικιλία.
Η ομιχλώδης gothic ατμόσφαιρα του ανάλαφρου “Favour” απλώνεται με εκλεπτυσμένα έγχορδα και συνεχίζει με αργό tempo, αλλά επιτυγχάνει ακόμη και χωρίς θορυβώδεις εξάρσεις να σε ανυψώσει ψυχικά. To “A Former Blueprint” είναι μια ακόμη από αυτές τις συλλήψεις που μπορείς να αναλύεις για ώρες, με μια αναζωογονητική υφή να βγαίνει από ένα post punk περιβάλλον, με απαλές ως επί το πλείστον φωνές που μεταμορφώνονται σε βραχνές “υπόγειες” χροιές περιστασιακά, με νευραλγικό το ρόλο του σκοτεινού μπάσου χωρίς να διαταράσσεται λεπτό η καλοσχεδιασμένη ισορροπία. Το “∞” μια ολιγόλεπτη πανδαισία ήχων ενισχύει το κινηματογραφικό τοπίο σαν μια μικρή εισαγωγή, πριν το “Dissonance” εισέλθει με τις ακουστικές κιθάρες και τις αιθέριες φωνητικές μελωδίες, ως τη στιγμή που μπαίνει “φωτιά” στο σκηνικό και μετατρέπει μια φαινομενικά μπαλάντα, σε μια ήπια blackened σύνθεση. Μανιασμένο με σπασμένα φρένα και αλλεπάλληλα ξεσπάσματα επιτίθεται το “Mimic”, σαν ένα πολύχρονα εγκλωβισμένο συναίσθημα που απελευθερώνεται, αλλά κι εδώ αφήνεται χώρος για μια μικρή παύση ηρεμίας, που σαν γέφυρα οδηγεί σε ένα “αφηνιασμένο” σόλο κιθάρας, που με τη σειρά του καταλήγει σε ένα παραμορφωμένου ήχου κρεσέντο κρουστών. Κι ενώ η εισαγωγή έγινε με το όνειρο (“Dream”), ο επίλογος γράφεται με την συντριβή του (“Crush”), αν και η διακήρυξη “θα βρεις τον εαυτό σου ξανά” μάλλον σαν ελπιδοφόρα οπτική μοιάζει. Και παρά τον μεγαλοπρεπή και δυναμικό του χαρακτήρα, το “Crush” συνεχίζει με τις ίδιες κυματιστές και ζεστές “ακατάστατες” συγχορδίες, που πλημμύρισαν ένα έργο 42 περίπου λεπτών.
Οι ανανεωμένες ενός ευρέως συνθετικού φάσματος καλαίσθητες ενορχηστρώσεις των MØL, που ανακατεύουν ήπιες rock μελωδίες και black metal ξεσπάσματα, λειτουργούν ιδανικά σε μια συναισθηματική ενδοσκόπηση γεννώντας αναταράξεις, συντελώντας σ’ ένα “θρίαμβο” που σε μαγεύει ολοκληρωτικά. Μπορεί κάποιοι οπαδοί της rock να απωθούνται από τις ακραίες εξάρσεις και κάποιοι του extreme χώρου να αδιαφορούν για τις απαλές μελωδίες του “Dreamcrush”, αλλά αναμφίβολα είναι τόσο πετυχημένη αυτήν η τολμηρή προσέγγιση, που δεν αφήνει περιθώρια για αντικρουόμενες “αναγνώσεις”. Η ραγδαία εξέλιξη των MØL εντυπωσιάζει, ανεβάζοντας κατακόρυφα τον πήχη στο ξεκίνημα του 2026.
Είδος: Black Metal/Shoegaze/Alternative Rock
Δισκογραφική Εταιρεία: Nuclear Blast Records
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 30 Ιανουαρίου 2026
