MEGADETH: “Peace Sells…But Who’s Buying?”

ALBUM TRIBUTE

Στο άκουσμα, προ μηνών, ότι το νέο album των Megadeth (το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα) θα αποτελεί το «κύκνειο άσμα» ενός εκ των πυλώνων του Αμερικάνικου thrash/speed metal, μπήκαν σε λειτουργία όλα τα αντανακλαστικά που μου έχουν απομείνει για μία από τις πλέον αγαπημένες μου μπάντες. Για πολλοστή φορά πατήθηκε το “play” στη δισκογραφία τους απ’ την αρχή μέχρι το τέλος, καταλήγοντας στην απόφαση να αφιερώσω μερικές γραμμές για το δεύτερό τους album, το θρυλικό “Peace Sells…But Who’s Buying?”.

Τον Ιούνιο του 1985 οι Megadeth κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους “Killing Is My Business…And Business Is Good!” και ταράζουν ακόμη περισσότερο τα ήδη ταραγμένα «νερά» του thrash. Το album «κουβαλούσε» μαζί του τον πρότερο βίο του Mustaine με τους Metallica, αλλά έγινε δεκτό με θετικές κριτικές για το μουσικό του περιεχόμενο, το οποίο είναι ομολογουμένως εξαιρετικό, αλλά «χαντακωμένο» από την άθλια παραγωγή (μην τα ξαναλέμε). Ο εγωισμός και η «ξεροκεφαλιά» του αρχηγού δε θα άφηναν το όραμά του να σβήσει έτσι εύκολα. Είχε δηλώσει πως θέλει να φτιάξει ένα συγκρότημα πιο θορυβώδες, πιο σκληρό, πιο γρήγορο και πιο βάναυσο από την πρώην μπάντα του και δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει ενώ βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Με το ίδιο line-up, η μπάντα βρίσκει συμβόλαιο στην πολυεθνική Capitol Records, η οποία αγόρασε τα δικαιώματα της δημιουργίας του δίσκου από την Combat.

Η τετράδα όμως παραμένει το ίδιο και ακόμη περισσότερο βουτηγμένη στις καταχρήσεις, κάνοντας την ηχογράφηση μια αρκετά δύσκολη υπόθεση. Για να καταλάβει κανείς τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι ηχογραφήσεις αρκεί να διαβάζει τις δηλώσεις του πρώην μπασίστα των Megadeth, ο οποίος είχε πει: «Ήταν πολύ δύσκολο. Ό,τι χρήματα θα έπρεπε να είχαμε αποταμιεύσει για φαγητό ή για να πληρώσουμε ενοίκιο, ξοδεύονταν για τσιγάρα ή μπέργκερ. Το “Peace Sells… But Who’s Buying?” ήταν το άλμπουμ με ηρωίνη, τσιγάρα και μπέργκερ».

Οι δυο τους, κατά τη δημιουργία του album ήταν κυριολεκτικά άφραγκοι και ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Ο Mustaine το 1999 είχε δηλώσει στον συνεργάτη του “Revolver”, Jon Wiederhorn: «Έμενα σε ένα κτήριο που ονομαζόταν το «συγκρότημα», όπου έκαναν πρόβες όλες οι μπάντες. Ο David Ellefson είχε βρει κάποιο ανυποψίαστο θύμα για να ζήσει μαζί του. Αυτή ήταν η τραγουδίστρια Dawn Crosby από τους Détente. Ο Dave κι εγώ πήγαμε στο σπίτι της μια φορά και ο νιπτήρας στο μπάνιο της έμοιαζε με νιπτήρα βενζινάδικου, το ίδιο και η τουαλέτα. Και ο Dave μου έλεγε εφιάλτες για αυτόν που ήταν εκεί, και εκείνη τον έβαζε να κοιμάται στο πάτωμα ενώ έκανε σεξ με μια άλλη κοπέλα».

Η χρήση ηρωίνης πλέον ήταν στην ημερήσια διάταξη, ενώ η μπάντα ανάμεσα στον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1986 βρίσκεται στο Music Grinder Studio του Los Angeles, όπου με παραγωγό τον Randy Burns ετοιμάζει τον διάδοχο του ντεμπούτου τους. Όπως ήταν φυσικό, οι δυσκολίες των προσωπικών τους ζωών μεταφέρθηκαν και στο στούντιο. Έχεις τέσσερεις μουσικούς εξαρτημένους από την ηρωίνη και χωμένους βαθιά στις καταχρήσεις, ένα μεγάλο (για τους ίδιους) μπάτζετ (περίπου 26 χιλ. δολάρια) από μια μεγάλη εταιρία κι έναν δίσκο που πρέπει να κυκλοφορήσει για να αποτελέσει ίσως το μεγάλο «βήμα» για τους Αμερικανούς. Αν σε όλη αυτή την κατάσταση υπολογίσουμε και το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του Mustaine που λειτουργούσε ως «πυροκροτητής» εντάσεων, καταλαβαίνει κανείς ότι η δημιουργία του album αποτελεί μεγάλο επίτευγμα. Η δε ποιότητά του, ολοκληρωτικό θρίαμβο.

Επειδή όμως η μουσική ιδιοφυΐα των Megadeth (και ιδιαίτερα του Mustaine) είναι μεγαλύτερη απ’ όλα αυτά, το “Peace Sells..” το οποίο κυκλοφόρησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1986 αποτέλεσε τη «θορυβώδη» δήλωση του συγκροτήματος και τη δικιά τους αντίληψη για το thrash metal. Η μουσική προσέγγιση στον δίσκο δεν άλλαξε από τον προκάτοχό του, αντίθετα γιγαντώθηκε. Speed-αριστές πολύπλοκες συνθέσεις με jazz «πινελιές» ελέω παρουσίας των Chris Poland και Gar Samuelson, εκπληκτικά solos, των οποίων τον «κάτοχο» αναγνωρίζεις άμεσα, μπασογραμμές που στέκονται επάξια στιβαρές απέναντι στους ανταγωνιστές, χωρίς αυτό να αποτελεί ύβρη (μην ξεχνάμε ότι 3 Μαρτίου είχε κυκλοφορήσει το “Master of Puppets”) κι ένα αποτέλεσμα το οποίο μέσα στον thrash «χείμαρρο» του 1986, συστήθηκε στο κοινό ως ένα ειρωνικό κι επικίνδυνο υψωμένο κωλοδάχτυλο.

Στο εναρκτήριο “Wake Up Dead” υπάρχουν τόσα riffs, όσα θα χωρούσε άλλη μπάντα σε ολόκληρο δίσκο. Ένα κομμάτι γραμμένο για την τότε αρραβωνιαστικιά του Mustaine, Diana για κάποιον (τυχαίο!!!) δεσμευμένο ο οποίος γυρίζει στο σπίτι του ύστερα από μια βραδιά ακολασίας και φοβάται μήπως η σύντροφός του τον αντιληφθεί και τον σκοτώσει στον ύπνο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Dave Mustaine στο “Classic Rock”: «Έχουν γραφτεί τόσα πολλά τραγούδια γι’ αυτήν. Το ‘Wake Up Dead’, το “Trust”, το “Loved to Deth”, το “Tornado of Souls” είναι για αυτήν. Ήταν η αρραβωνιαστικιά μου. Ήμουν αρραβωνιασμένος μαζί της για επτά χρόνια. Στην Καλιφόρνια, αν είσαι με κάποιον για επτά χρόνια, είσαι αυτόματα παντρεμένος από τοn νόμο. Όχι ότι θα ήταν κακό άτομο για να παντρευτείς, είναι ένας υπέροχος άνθρωπος. Αλλά αν είχα μείνει σε αυτή τη σχέση έστω και μερικούς μήνες ακόμα εκεί θα ήμουν».

Και σκέφτομαι εγώ: «ξεκινάς βρε αθεόφοβε, ένα thrash album με στίχους που αναφέρονται σε γκομενικά. Πόσα κάκαλα διαθέτεις και πόση εμπιστοσύνη στις δυνατότητές σου για να κάνεις κάτι τέτοιο;». Πολλά θα πει κανείς, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, καθώς το συγκεκριμένο αποτελεί ένα από τα πολλά «όπλα» που διαθέτουν οι Αμερικανοί στην κατοχή τους.

Η μυστηριακή εισαγωγή του “The Conjuring” δίνει τη θέση της σε ένα άκρως χαρακτηριστικό thrash riff με την απόλυτη ηδονή να έρχεται σε ένα από τα καλύτερα breakdowns στη δισκογραφία της μπάντας. Ως ανανεωμένος χριστιανός, ο Mustaine αφαίρεσε το συγκεκριμένο τραγούδι από τις συναυλίες των Megadeth λόγω του περιεχομένου των στίχων του, οι οποίοι αναφέρονταν σε τελετές μαύρης μαγείας. Με τον διαχρονικό ομώνυμο ύμνο ο MegaDave καταπιάνεται, ίσως για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά, με κοινωνικοπολιτικά θέματα παραδίδοντας μαθήματα για το πως μια απλή σύνθεση μπορεί να έχει έναν τόσο μεγάλο αντίκτυπο. Η εμβληματική μπασογραμμή του Ellefson, έμπνευσης του Mustaine, το μυθικό πλέον videoclip που βλέπαμε από το MTV και οι πανέξυπνοι, καυστικοί στίχοι του Dave, κατέστησαν το “Peace Sells…” ένα all time classic τραγούδι εν γένει κι ένα σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι από το setlist από τις ζωντανές εμφανίσεις των Αμερικανών. Πες μου, πόσες φορές κρατήθηκες να μην σπάσεις την τηλεόραση όταν βλέποντας το videoclip έφτανε στον παρακάτω διάλογο;

“What is this garbage you’re watching? I want to watch the news”
“This is the news”


Η εισαγωγή του τραγουδιού ακούγεται για λίγο και στο spot για τα MTV News, αλλά τεχνηέντως το κανάλι χρησιμοποίησε ελάχιστο μέρος της, έτσι ώστε να μη χρειαστεί να πληρώσει πνευματικά δικαιώματα στην μπάντα.

Το υπέροχο εξώφυλλο του Ed Repka που απεικονίζει τον Vic Rattlehead ως κτηματομεσίτη έξω από το κατεστραμμένο κτήριο του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, είναι μια μεγάλη νίκη για την μπάντα που είδε στο ντεμπούτο της τη μασκότ της ως μια αποτυχημένη καρικατούρα και ταυτίζεται απόλυτα με τον τίτλο και τους στίχους του τραγουδιού. Η δήλωση του Repka πως: «Προσπάθησα να ενσωματώσω λίγη από την αλαζονεία του Dave Mustaine στη γλώσσα του σώματος του Vic» κρίνεται ως μια απόλυτη δικαίωση. Σε μερικές κόπιες του album, στην ταμπέλα πάνω στην οποία στηρίζεται ο Vic μπορεί κανείς να διακρίνει γραμμένες τις λέξεις “Vic Realtors”.

Η ροή του δίσκου δε σταματά να «ξερνάει» riffs «πριονοκορδέλα», καθώς τραγούδια όπως τα “Devil’s Island” και “Bad Omen” αποτυπώνουν την ξέφρενη και συνάμα απίστευτη τεχνική κατάσταση που διακατείχε την μπάντα. Το πρώτο αναφέρεται στις σκέψεις ενός κρατούμενου στις περιβόητες φυλακές στο «Νησί του Διαβόλου». Έτσι ονομαζόταν η αποικία σωφρονιστικών ιδρυμάτων στη Γαλλική Γουιάνα, η οποία δραστηριοποιήθηκε από το 1852 έως το 1946. Ακόμα και για τα δεδομένα των φυλακών, το νησί ήταν γνωστό για τη βάναυσότητά του και οι περισσότεροι κρατούμενοι πέθαιναν εκεί. Το βιβλίο “Papillon” (“Ο Πεταλούδας”) γράφτηκε από τον Henri Charrière, ο οποίος δραπέτευσε από το νησί και διηγήθηκε την ιστορία του. Μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1973 με πρωταγωνιστές τους Steve McQueen και Dustin Hoffman. Ο Mustaine είχε ήδη έτοιμη μια πρώιμη μορφή του τραγουδιού, τρία χρόνια νωρίτερα και την είχε παρουσιάσει στον Ellefson το 1983 μόλις είχαν πρωτογνωριστεί.

Στον αντίποδα, έχουμε το “Bad Omen”, με την κλασική για εκείνη την εποχή στο heavy metal, horror θεματολογία, το οποίο βασίστηκε στη νουβέλα του Thomas Tyron “The Other” (1972). Occult καταστάσεις, με νεαρά άτομα να επιδίδονται σε τελετουργικά σεξουαλικά όργια επίκλησης του σατανά. Εδώ τις εντυπώσεις κερδίζει, πέρα από το ιδιαίτερο riff, το αλλοπρόσαλλο drumming του Gar Samuelson, το οποίο δεν αποτελούσε το τυπικό thrash drumming που άκουγες από τα συγκροτήματα εκείνης της περιόδου. Είπαμε, ο τύπος είχε jazz καταβολές και το αριστοτεχνικό του παίξιμο βρίσκεται διάσπαρτο σε όλο το album.

Κατά την προσφιλή του τακτική στα ‘80s ο Mustaine διασκευάζει αυτή τη φορά το κλασικό blues τραγούδι του Willie Dixon, “I Ain’t Superstitious”. Σε αντίθεση με το “These Boots Are Made For Walkin’” της Nancy Sinatra που διασκεύασαν στο “Killing Is My Bussiness…” (μπορείτε να διαβάσετε σχετικά στο αφιέρωμα εδώ), ο Dixon ενέκρινε το εγχείρημα των Megadeth, παρόλο που του άλλαξαν τα «πετρέλαια» κάνοντάς το αρκετά thrashy. Βέβαια αν κάποιος θέλει να ακούσει μια εκδοχή πιο κοντά στο πρωτότυπο, μπορεί να προτιμήσει αυτή του τεράστιου Jeff Beck από την οποία εμπνεύστηκαν κιόλας οι Poland και Samuelson καθότι λάτρεις του εμβληματικού μουσικού.

Το “My Last Words” το οποίο αποτελεί τον επίλογο ενός εκπληκτικού δίσκου, μπορεί να αποτελεί ένα από τα λιγότερο γνωστά τραγούδια των Αμερικανών, είναι όμως η τρανταχτή απόδειξη ότι για τη σημασία που επέδειξε η μουσική βιομηχανία στα «κωλοπαίδια» του thrash το 1986, στους Megadeth ανήκει ένα τεράστιο μερίδιο από τη μερίδα του λέοντος. Οι «ελεύθερες» νότες στα verses αφήνουν το μπάσο του David Ellefson να αναδειχτεί μεγαλειωδώς, δημιουργώντας ένα νοσταλγικό αποτέλεσμα παρόλο που οι Megadeth δεν είχαν καν αγγίξει την κορυφή τους. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Lars Ulrich έχει δηλώσει ότι αυτό είναι το αγαπημένο του τραγούδι των Megadeth. Μπορεί πολλοί να μην αποδέχονται τις παικτικές του ικανότητες, δεν μπορούν όμως να μην αναγνωρίσουν την αντίληψή του περί μουσικής. Θα ήθελα στην τελευταία του εμφάνιση στην Ελλάδα ο Dave να μας αποχαιρετούσε με αυτό το κομμάτι. Ξέρω ότι πλέον η φωνή του δεν το αντέχει, αλλά αυτό δεν με απωθεί από το να το ονειρεύομαι.

Ξέχασα κάποιο από τα τραγούδια του δίσκου; Επίτηδες άφησα για το τέλος το ανυπέρβλητο “Good Mourning/Black Friday”, ένα από τα καλύτερα κομμάτια της δισκογραφίας τους και μέσα στην τριάδα των πιο αγαπημένων μου από αυτούς. Καταρχάς να τονίσω ότι όπου βλέπεις διπλό τίτλο από τους Megadeth στην πρώτη τους δεκαετία, θα μπαίνεις αβίαστα και δε θα ρωτάς τίποτα περισσότερο. “Last Rites/Loved to Death”, “Holy Wars… The Punishment Due”, “Rust in Peace… Polaris”, αποτελούν επιτομή της επιθετικότητας και τεχνικής προσέγγισης της μπάντας της εκάστοτε περιόδου. Αυτό ακριβώς είναι και το συγκεκριμένο κομμάτι, το οποίο επί της ουσίας είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, το “Good Mourning” με τη φοβερή ανάπτυξη και το εκπληκτικό solo του Chris Poland και…

“Hey, I don’t feel so good
Something’s not right
Something’s coming over me
What the fuck is this?”


…το ανεπανάληπτο ξέσπασμα του “Black Friday” όπου εξιστορείται το δολοφονικό ξέσπασμα ενός κατά συρροή δολοφόνου. Πρόκειται για τους πιο βάναυσους στίχους της μπάντας και ίσως για το πιο βάναυσο ηχητικά τραγούδι της. Είναι να απορεί κανείς πως ο Mustaine εμπνεύστηκε τέτοιο riff και ακόμη περισσότερο πως καταφέρνει να παίζει τις «κάλτσες» του και να τραγουδάει ταυτόχρονα. Έχω ψάξει ενδελεχώς στο διαδίκτυο κι έχω ακούσει το τραγούδι σε live εκτέλεση, drum track, guitar track, διασκευή από διάφορους κιθαρίστες με πεντάγραμμα να περνούν στο πάνω μέρος της οθόνης και η άποψή μου παραμένει ακριβώς η ίδια. Ο Dave Mustaine είναι ένα κιθαριστικό «τέρας», με συγκεκριμένο mindset που από την αρχή της πορείας του έδινε ό,τι είχε και δεν είχε με τον δικό του τρόπο.

Η κυκλοφορία του “Peace Sells…But Who’s Buying?”, έξι μήνες μετά το “Maser of Puppets” και λίγες ημέρες πριν το “Reign In Blood” των Slayer, έστρεψε για τα καλά τα βλέμματα (και τα αυτιά) στους Megadeth και τη μουσική τους πρόταση. Δεν ήταν απλώς ο εκδιωγμένος πρώην κιθαρίστας των Metallica, ο οποίος αναζητούσε εκδίκηση. Ήταν μια ξεχωριστή μουσική ιδιοφυΐα, με τις (πολλές) παθογένειές της, που όμως κατάφερε να ακολουθήσει πιστά το όραμά του και να το παρουσιάσει στο ευρύ κοινό, αδιαφορώντας για τις όποιες συνέπειες. Και ας ήταν αυτός που επί της ουσίας τα ξεκίνησε όλα, άσχετα αν δεν έλαβε επίσημα τα εύσημα. Να στο πω πιο απλά; Αν οι Metallica ήταν οι «πρωτότοκοι» που όλοι θα αναφέρονται σε αυτούς, οι Slayer το σοβαρό, στα όρια του «επικίνδυνου» δεύτερο παιδί, οι Megadeth πάντα θα αποτελούν εκείνο το αντιδραστικό, παραβατικό, βενιαμίν κωλόπαιδο που ενώ τα κάνει όλα λίμπα, το γουστάρεις γιατί απλά είναι μια ξεχωριστή ιδιοφυΐα στον δικό του κόσμο.
]V[EGADET]-[ for a life

Πηγές:
Wikipedia
Revolver Magazine
Revolver Magazine
Loudersound.com

Avatar photo
About Νίκος Κορέτσης 574 Articles
Γεννήθηκε τη χρονιά που ο Dio δημιουργούσε ποίηση, τραγουδώντας “The world is full of kings and queens, who blind your eyes and steal your dreams…it’s Heaven and Hell”, “σφυρηλατήθηκε” μουσικά ακούγοντας τον Araya να ουρλιάζει “War ensemble” και συνέχισε την ενήλικη πλέον ζωή του διερωτώμενος “How did it come to this? Narcosynthesis” πατώντας στα χνάρια του αείμνηστου Dane. Διανύοντας πλέον την 4η δεκαετία της ζωής του, δηλώνει πιστός υπηρέτης του heavy metal και ανοιχτός σε νέα μουσικά μονοπάτια (με μέτρο), συνδυάζοντας αυτά τα δύο με καλή παρέα και τη συνοδεία άφθονης μπύρας. Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γίνει γιατρός, καθώς προσπαθεί με χειρουργικές κινήσεις να αποφεύγει τις κακοτοπιές που εμφανίζονται στη ζωή του, έχοντας στην κατοχή του το καλύτερο “ιατρικό εργαλείο” που ονομάζεται “ΜΟΥΣΙΚΗ”.