Δεν νομίζω πως περιμένει κανείς σήμερα να του εξηγήσει κάποιος τη σημασία, τη σπουδαιότητα, την καλλιτεχνική και ιστορική αξία του “Master of Puppets”. Είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που με σίγουρη ματαιότητα μονολογείς “όλα έχουν γραφτεί, όλα έχουν ειπωθεί”. Και δεν είναι ψέμα. Δεν έχουν απομείνει εκπλήξεις να ανακαλύψουμε και κρυφές λεπτομέρειες να αποκρυπτογραφήσουμε. Μας έχει απομείνει μόνο εκείνη η βιωματική νοσταλγία της πρώτης φοράς, αυτό το συγκινητικό ταξίδι πίσω στο χρόνο, και το ραντεβού του καθένα από μας ξεχωριστά με αυτό το υπέροχο θηρίο του metal.
Σταύρος Βλάχος:
Η Lady Justice, με την ατελή τελειότητά της, είχε ήδη επιτύχει ένα ανεπανόρθωτο χτύπημα σε έναν ακόμα νεανία που ξεκινούσε τα πρώτα του βήματα στο χώρο του heavy metal. Το λευκό, το γκρι και το πράσινο εκείνου του βινυλίου, είχε υποδόρια εγκατασταθεί, ακλόνητο αέναα, στο είναι ενός ενθουσιασμένου πιτσιρικά και πλέον νοσταλγικού ενήλικα.
Το Master of Puppets θα ερχόταν αργότερα στο μουσικό του κόσμο, ως κάτι του οποίου τη σπουδαιότητα και την επιδραστικότητα αδυνατούσε στην εφηβεία να συλλάβει. Η γυαλισμένη του όψη, που όμως θα είχε τόσα πίσω της και θα μνημονευόταν προϊόντος του χρόνου, στέκοντας αγέρωχο ως ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, μουσικής κληρονομιάς, και θα αποτελούσε είτε ως άποψη ένα ακόμα δεκάρι είτε ως τον καλύτερο thrash δίσκο όλων των εποχών και πλειοψηφικά, το κορυφαίο δημιούργημά τους, γαλουχώντας και δημιουργώντας γενιές μουσικών.
Η ακραιφνής επιθετικότητα του “Battery”, το ατελείωτο, προφητικό και διαχρονικό μεγαλείο του “Master of Puppets”, με σφραγίδα και του Cliff Burton, το ευφυέστατα στοιχειοθετημένο, “The Thing That Should Not Be”, το παρανοϊκά γοητευτικό “Welcome Home (Sanitarium)” και φυσικά το “Orion”, ως τελευταίο έπος του Burton, με την ασύλληπτη μπασογραμμή και έμπνευσή του, να φέρνει πάγια και συγκινητικά στη μνήμη, εκείνο τον ψηλόλιγνο ογκόλιθο, ο οποίος, κατά γενική ομολογία, πιθανότατα θα επηρέαζε διαφορετικά, την ιστορία της σπουδαιότερης μπάντας, στη σύγχρονη ιστορία του ήχου…
Γιώργος Γεωργίου:
Ανακάλυψα τους Metallica, όταν δανείστηκα το “Ride the Lightning” λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του. Ήμουν ήδη εθισμένος στο σκάψιμο για νέα ονόματα, ζώντας σε έναν διαρκή παροξυσμό τη φωτιά της δικής μου γενιάς μουσικών. Διατήρησα αιώνια την βαθιά αγάπη και τον σεβασμό για τους μουσικούς πατέρες των 70’s που με ανάθρεψαν με τα έργα τους, αλλά τα 80’s ήταν ήδη μια συναρπαστική καταιγίδα εξελίξεων και θέλαμε να μπούμε οικειοθελώς στο μάτι του κυκλώνα. Ίσως εκείνη τη στιγμή που στριφογύρισε το βινύλιο στο πικάπ μου να ήταν ότι πιο ακραίο είχα ακούσει ως τότε, και φυσικά η έναρξη του “Fight Fire with Fire” άλλαξε μια για πάντα τα συνήθη χωράφια μου. Γρήγορα έγινα εμμονικός, γύρισα στο “Kill ‘Em All”, γνωρίστηκα και με αυτό καλά. Ναι, παραγνωρίστηκα, και σε διαμάχες με κάποιους πιο επιφυλακτικούς με το νέο αίμα φίλους, δήλωνα βέβαιος πως “ΑΥΤΟΙ θα γίνουν τεράστιοι”…
Κάπως έτσι, σε ένα διαρκές σαφάρι νέας μουσικής που πλεκόταν σταυροβελονιά με την παλιά κληρονομιά, γέμιζα τις ακόρεστες ανάγκες μου και κούμπωνα πάνω στις πολύτιμες στιγμές της νιότης αχνάρια ήχων πολύτιμων και αειθαλών. Η προσμονή του νέου βήματος των Metallica έληξε κάποια στιγμή άξαφνα, καθώς η πληροφορία ήταν μια έννοια αφηρημένη τότε. Θυμάμαι μια πολύτιμη σκέψη που έκανα, κάθε φορά που έβρισκα τον εαυτό μου αντιμέτωπο με ένα νέο άλμπουμ μεγάλων προσδοκιών: “πόσο τυχερός είμαι που ζω σε μια παγκοσμίως άγνωστη επαρχιακή πόλη της μικρής Ελλάδας και η αποψάρα μου γι’ αυτό που θα ακούσω θα απλωθεί εντελώς απερίσπαστη, ανεπηρέαστη και ελεύθερη ακόμα και να κάνει τραγικό λάθος”.
Όμως δεν έκανα λάθος για τους Metallica, αυτό πια σήμερα το ξέρει και η “lame Mary”, και αυτό που ήρθε και έπεσε σαν οβίδα, έμελλε να σβήσει οποιαδήποτε ανόητη αμφισβήτηση. Το “Master of Puppets” με βρήκε και αυτό άφραγκο (τι πρωτότυπο), αλλά πάντα υπήρχε αυτός ο φίλος στην παρέα που θα θυσίαζε την καβάτζα του για να αποκτηθεί, σχεδόν συλλογικά, ο νέος στόχος. Ο θρασύτερος όλων (εγώ!) θα έκανε μετά τις πρώτες ώρες μια χυδαία κατάσχεση του άλμπουμ, για τόσο καιρό όσο η ανοχή δεν ακουμπούσε την πλάτη της οργής. Έτσι και έγινε, και άνοιξα εκείνη την πόρτα ενός έργου που είχε έναν πανίσχυρο νοητό αυλότοιχο και σε έκλεινε μέσα του. Δεν ωφελεί τόσο να περάσω περιγραφικά σε ανάλυση του δίσκου, θυμάμαι όμως κάποιες σκέψεις ανάγλυφες που είναι ακόμα στα ράφια της μνήμης ευδιάκριτες. Καθώς περνούσα τις διαρκείς επαναλήψεις του νέου υλικού, σκεφτόμουν συνεπαρμένος πως οι τέσσερις τύποι είχαν γίνει τόσο πελώρια καλοί στο να εκμεταλλεύονται τα χαρίσματά τους, τα παιχνίδια των δυναμικών και των ταχυτήτων, την εγκεφαλική δραματουργία που τόσο πλούσια μπορούσε να προσφέρει αυτός ο ήχος όταν του φερόσουν με ευφυΐα και τον τύλιγες με έξυπνες και προκλητικές ιστορίες. Από την πρώτη πλήρη βόλτα, ένιωσα πως όλα τα παραπάνω έβρισκαν την τέλεια εφαρμογή τους στην αγωνιώδη διαδρομή του “Disposable Heroes”, που κάθεται ακόμα και σήμερα για μένα στην κορυφή του δίσκου, με το ομότιτλο να βρίσκεται μια υποψία παρακάτω.
Η συνολική ιστορία των Metallica ίσως να έχει δώσει λαβές για ένα σωρό επικρίσεις και εκτιμήσεις, μπροστά όμως στη σκιά αυτού του μνημείου μοιάζει να παγώνουν άδοξα όλα αυτά.
Η πολυτιμότητά του δυστυχώς γαρνίρεται μοιραία με το δράμα της απώλεια του Cliff Burton. Όταν το έμαθα, ένιωσα σαν κάποια γαμημένη, ασεβής συγκυρία αφαίρεσε από τον πραγματικό κόσμο ένα στοιχείο από τα τέσσερα που είχαν προκαλέσει μια ανυπολόγιστα επιδραστική κοσμική έκρηξη στην εποχή τους.
Γιώργος Γράντης:
Μικροί και μεγάλοι κουβαλάνε μια ιστορία, μια ανάμνηση, έστω ένα καρδιακό σκίρτημα όταν ήρθαν αντιμέτωποι με τον ηχητικό τιτάνα που ονομάζεται “Master of Puppets”. Όλοι θα σου περιγράψουν μέχρι και τι βρακί φορούσαν ή τι φαγητό τους είχε φτιάξει η μανούλα εκείνη την ημέρα που κατέβασαν τη βελόνα στο βινύλιο ή πάτησαν το play είτε στο cd είτε στο κασετόφωνο. Για κάποιους ο κόσμος χώρισε σε “πριν” και σε “μετά”. Ε λοιπόν εγώ δεν έχω ΤΙΠΟΤΑ να σου εξιστορήσω από προσωπικό βίωμα. Όσο και να το στύψω το ρημάδι δε κατεβάζει τίποτα απολύτως. Θυμάμαι πεντακάθαρα το ωστικό κύμα του ηλεκτρισμού που με παρέσυρε μετά τη γαλήνη της ακουστικής κιθάρας στο “Fight Fire With Fire”. Το χαμόγελο, η ευφορία και το γυαλισμένο μάτι της τρομακτικά ιδιοφυούς ανακάλυψης θα μείνουν για πάντα στην καούκα. Το ίδιο δε συμβαίνει με το γνωστό δίσκο με τους σταυρούς απ’ έξω, όχι γιατί δεν ερωτεύτηκα το εν λόγω κομψοτέχνημα της μουσικής μας που ακόμα και μετά από 40 χρόνια έχει τη δύναμη να γυρίσει με ψαρωτικό τρόπο νεανικά βλέμματα, βλέπε “Stranger Things” καλή ώρα.
Παραδέχομαι ξερά ρε ζουλιάρηδες πως μεγάλωσα εν μέσω μιας πλημμύρας μουσικών “θαυμάτων”. Είχα την τύχη και ταυτόχρονα το προνόμιο να ανδρωθώ χεβιμεταλλικά μια περίοδο που οι μεγαθηριακοί δίσκοι των 80’s είχαν ήδη ρίξει τη σκιά τους. Είχαν κυκλοφορήσει, είχαν γίνει τεράστια πόστερ σε παιδικά δωμάτια με το σελοτέηπ τους να ξεκολλάνε σιγά σιγά. Είχαν χωνευτεί. Ωστόσο βαδίζαμε σε μια νέα δεκαετία όπου η μουσική παρότι άλλαζε πρόσωπο, δεν έχανε σε ποιότητα. Ένιωθα σα παιδί σε ζαχαροπλαστείο: ψηλαφίζοντας κάθε ράφι ξεπετάγονταν και μια νέα γλυκιά έκπληξη, να’ ναι καλά οι φίλοι και τα πιο μεγάλα αδέρφια τους που σαν άτυποι ιεροφάντες μας παρέδιδαν τις “Βίβλους” της Γνώσης.
Ήταν μια εποχή που ούτε streaming υπήρχε, ούτε αλγόριθμοι να σε ποδηγετούν τι να αγαπήσεις, μια εποχή που η μουσική δε θεωρούνταν δεδομένη μέσα από Spotify και Youtube, που οι κοινωνικοί κύκλοι “περιορίζονταν” απουσία του κάθε Facebook και Instagram, μια τέτοια εποχή πέρασαν σε χρόνο ανύποπτο από τα βελούδινα προεφηβικά χεράκια μας δίσκοι διαχρονικά κλασσικοί. Πελάγωσα σε ένα κυκεώνα μουσικής και κατά συνέπεια το “Master of Puppets” θεωρήθηκε ένα ακόμα φοβερό άλμπουμ ανάμεσα στα “Fear of the Dark”, “Nevermind”, “Use your Illusion”, “Black Album” κ.α. χωρίς να του δοθεί η πρέπουσα βαρύτητα.
Είναι ξεκάθαρο πως η σχέση μου μαζί του ωρίμασε με τον καιρό και από τη στιγμή που έγινε αυτό, ήταν σα να μου συστήθηκε ξανά μετά βαϊων και κλάδων. Με στρατολόγησε κανονικά από το πρώτο δευτερόλεπτο, έγινε ο master μου και εγώ το puppet του, ένα σκλαβάκι περιχαρές και συνειδητοποιημένο. Αυτό που αγάπησα είναι πως τίποτα εδώ δεν είναι χαοτικό όπως πρόσεχες να συμβαίνει σε thrash δίσκους του 1986 και πίσω. Αυτό ισχύει ακόμα και των ίδιων των Metallica του “Kill ‘Em All” ή ακόμα και του “Ride the Lightning”. Κάθε riff εκτελείται χειρουργικά, κάθε αλλαγή ρυθμού το ίδιο. Έφερε το λυρισμό και εξημέρωσε το αγρίμι που ονομάζονταν “Thrash Metal”, χωρίς να του στερήσει το νεύρο και όχι με χαζοχαρούμενες μελωδίες ως πρόσθετα. Εδώ αποκαλύπτεται το μεγάλο μυστικό του: πίσω από τη μάσκα της οργής κρύβεται το πρόσωπο της θλίψης. Πίσω από τη δύναμη, ο φόβος. Το σκοτεινό βάθος απύθμενο και κατακριτέο: χλέπες στα ναρκωτικά και τις αόρατες αλυσίδες τους (Master of Puppets), τη χειραγώγηση και προπαγάνδα (Damage Inc.), στα πολεμικά ανακοινωθέντα με τους ατελείωτους νεκρούς (Disposable Heroes), η στην οργανωμένη θρησκεία και το υποκριτικό πρόσωπό της (Leper Messiah). Όλα αυτά συμπληρώνονται και με μερικά ταξιδάκια “αναψυχής” στην ιδρυματική παράνοια και τα σανατόριά της (Welcome Home (Sanitarium)). Όλα τους τόσο “γοητευτικά”. Όλα τους τέλματα στην καθημερινότητα ενός νέου ανθρώπου της δεκαετίας του ’80 τόσο εντός των τειχών της δυστοπικής για πολλές κοινωνικές τάξεις Αμερικής του Ρόναλντ Ρήγκαν, όσο και εκτός. Το “Battery” έρχεται να γυρίσει τη βαλβίδα της αποσυμπίεσης και την αναφορά του στο “Battery Club” του Σαν Φρανσίσκο, τις χάρντκορ βραδιές τους στο χώρο όταν γίνονταν ένα με τους οπαδούς και έφταναν στα όρια της “βιαιοπραγίας” με τη… θετική έννοια!!
Αφού φτάσαμε ως εδώ, πείτε μου τώρα με το χέρι στη καρδιά, υπάρχει πιο εντυπωσιακό κύκνειο άσμα; Φυσικά αναφέρομαι στον Cliff Burton, την ψυχή και καρδιά των Metallica όπως ακούς σε οπαδικές συζητήσεις αλλά αυτά είναι κλισαρισμένες φράσεις για ντοκιμαντέρ αν θέλετε τη γνώμη μου. Από την άλλη η αυλαία του δίσκου πέφτει με το “Damage Inc.”, τη προσωπική μου αγαπημένη ζημιά. Πόσο μάγκας είσαι για να τοποθετείς ως επίλογο μια σύνθεση που σε παρόμοιους δίσκους μπορεί να ήταν και “πρώτο τραπέζι πίστα”, κατέχοντας τον προβεβλημένο ρόλο της βιτρίνας, δηλαδή του single; Να που εδώ υπάρχει μια ανάμνηση, ένα έντονο βίωμα διότι έμελλε να είναι το παρθενικό μου metal t – shirt, σιδερότυπο όπως τα ονομάζαμε τότε. Δυο ρόπαλα γεμάτα καρφιά που περνάνε μέσα από ένα κρανίο. Αληθινή badass μπλούζα για ένα αφελές παιδάκι της 1ης Γυμνασίου που επέλεγε να τη φορέσει αποκλειστικά στα στενά όρια των δυο τετραγώνων μακριά από το σπίτι του με το διαρκές φόβο να μην πέσει φάτσα κάρτα πάνω σε κανένα παλαιομεταλλά και αρχίζει να του κάνει rapid fire ερωτήσεις κρίσεως, τρισχειρότερες και από πανελλήνιες εξετάσεις Λυκείου. Άντε να εξηγήσεις τι σημαίνει επιτέλους αυτό το “Damage Inc.” που αναγράφεται κάτω δεξιά και τι ρόλο βαράει στην ιστορία των Metallica. Τελικά ήρθε μετά από 35 χρόνια ο αρχισυντάκτης του Soundcheck και συναγωνιστής πλέον Γιώργος Γεωργίου να με καθησυχάσει πως τίποτα το κακό δε θα συνέβαινε, τσάμπα το παιδικό στρες. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως να μου έκανε και καλό. Να έφευγα πλουσιότερος μαθησιακά και να επισπεύδονταν η γνώση της ύπαρξης του “Master of Puppets” κατά ένα δυο χρόνια νωρίτερα. Στο τέλος της ημέρας δεν έχει σημασία. Κάποια άλμπουμ σε “θυμούνται” και περιμένουν υπομονετικά μέχρι να έρθει ο καιρός, μέχρι να αποφασίσεις ΕΣΥ να εμφανιστείς προετοιμασμένος.
Γιώργος Καπετανόπουλος:
Δεν είχαν συμπληρωθεί καλά καλά δύο χρόνια από το σοκ του “Ride the Lightning” κι ενώ ουδείς μπορούσε να ισχυριστεί ότι είχε έγκαιρα προλάβει να το “μεταβολίσει”, ένα ακόμη συντριπτικό “χτύπημα” θα έρχονταν να επιβεβαιώσει το αναπόφευκτο. Η κατακόρυφη φρενήρης πορεία της παρέας από το Los Angeles είχε ήδη πάρει ανοδική τροχιά, παρασέρνοντας άπαντες εκτεθειμένους στον ήχο τους, μυημένους και μη. Ήταν τέτοια η επίδρασή του “Master of Puppets” που αμέσως μετά την κυκλοφορία του, η μπάντα περιόδευσε με τον Ozzy στις Ηνωμένες Πολιτείες γιγαντώνοντας τη φήμη της. Με ένα υλικό που δύσκολα μπορούσες να βάλεις σε “κουτάκια”, το album συνδύαζε το thrash σφυροκόπημα με αλλεπάλληλες εναλλαγές που σε κρατούσαν σε εγρήγορση, αφήνοντας παράλληλα απεριόριστο χώρο για συναισθηματικές “εκρήξεις”. Από τη φωνή του James που νόμιζες ότι από την άβυσσο διαχέεται στο άπειρο, από εκείνα τα μεταβαλλόμενα riff που σε βάζαν σε εκούσια ομηρεία προσπερνώντας την παγίδα μονοτονίας του thrash, από εκείνο το χαλύβδινο μπάσο που όμοιό του δεν ξανακούσαμε, από τη νεανική οργή που διοχετεύονταν στα τύμπανα του Lars χωρίς οίκτο, οι Metallica έκαναν επίδειξη δύναμης κι επικύρωσαν περίτρανα τον ρόλο του πρωταγωνιστή στην εποχή τους. Μια εποχή στιγματισμένη από αόρατους “Θεούς” που περιπαικτικά όριζαν τις μοίρες ανυπεράσπιστων ψυχών οδηγώντας τους σε ένα ξεχασμένο ατελείωτο νεκροταφείο. Το ομώνυμο κομμάτι ήταν αυτό που με παγίδεψε αβίαστα, αλλά ήταν πραγματικά αδύνατο, καθώς το ένα κομμάτι ακολουθούσε το άλλο να τα βάλεις σε σειρά προτεραιότητας και να επιλέξεις το αγαπημένο σου. Σε βάθος χρόνου έβλεπες να αλλάζουν θέσεις, ακολουθώντας διαθέσεις κι εμπειρίες, πανταχού παρόντα στα περισσότερα στάδια της μουσικής σου ωρίμανσης. Εναλλακτικά, θα επιλέξω εκείνα τα δευτερόλεπτα του ομώνυμου λίγο μετά τα 4 λεπτά, όταν το αργό μελωδικό solo καταλήγει στο ισοπεδωτικό ξέσπασμα, αφού ζωντανεύει αυθόρμητα στη μνήμη μου με το άκουσμα του τίτλου. Σημείο αφετηρίας για αμέτρητες καριέρες που το χρησιμοποίησαν ως εφαλτήριο και παρακαταθήκη για δέσμες πολλών διαφορετικών ειδών. Δεν χρειαζόταν μια πλήρης δημιουργία γι αυτό, για τους Metallica αρκούσαν διάσπαρτες στιγμές ασύλληπτης έμπνευσης για να κάνουν τη διαφορά. Με συνοπτικές διαδικασίες το “Master of Puppets” γράφτηκε με μεγάλα γράμματα στο βιβλίο ιστορίας του σκληρού ήχου, ως σημείο ορισμού και δεν ξεθώριασε ποτέ, απόδειξη του διαχρονικού μεγαλείου του.
Νίκος Κορέτσης:
Η ροή του χρόνου μου φέρνει στο μυαλό τη φράση “flash before my eyes” (όχι, αυτό είναι από άλλο άλμπουμ). Κι όμως, σαν χθες μου φαίνεται όταν το 1991 και κάνοντας τα πρώτα μου βήματα στον χώρο του heavy metal διαπίστωνα πως είχαν περάσει μόλις πέντε χρόνια από την κυκλοφορία του magnum opus των Metallica. Τώρα πλέον, 40 (!!!) χρόνια μετά οι μνήμες μου από εκείνη την πρώτη επαφή με τον δίσκο είναι ακόμη το ίδιο έντονες. Θυμάμαι ακόμα το “Black Album” να μ’ έχει πάρει και να μ’έχει σηκώσει, αλλά ο φίλος και γείτονας Σταύρος Γεωργίου εκτελώντας χρέη μουσικού dealer να μου πασάρει να ακούσω την κόπια της Elektra Records απευθείας από την Αμερική, απ’ όπου του την είχαν στείλει κάποιοι συγγενείς που διέμεναν συγγενείς εκεί. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω τι ορόσημο δίσκος εξελισσόταν μπροστά μου (ούτε οι ίδιοι το καταλάβαιναν όταν το έγραφαν), όμως μπορούσα να συνειδητοποιήσω πως αυτό που άκουγα άρχισε να με κυριεύει πολύ περισσότερο από το “Enter Sandman” και το “Nothing Else Matters” που είχαν σχεδόν ενσωματωθεί με τη συχνότητα του MTV. Οι πρώτες νότες της κλασικής κιθάρας. Το αφηνιασμένο riff του “Battery”. Το μεταβατικό στάδιο της φωνής του Hetfield. Το μπάσο ογκόλιθος του Burton. Τα τεράστια solos του Hammett. Το drumming (ναι, ναι μην στραβομουτσουνιάζεις καθόλου) του αεικίνητου Ulrich. Όλα αυτά μαζί και το καθένα ξεχωριστά έθεσαν νέα στάνταρτς, όχι μόνο για το thrash metal, αλλά για ολόκληρο το heavy metal οικοδόμημα. Πώς μπορείς να περιγράψεις με λεπτομέρειες τις πρώτες ακροάσεις, όταν αυτές γίνονταν ξανά και ξανά και που μόνο ως βιωματική εμπειρία θα μπορούσαν να εκληφθουν; Ακροάσεις με το λεξικό ανά χείρας για να κατανοήσω τι θέλουν να πουν οι στίχοι. Ακροάσεις για να καταλάβω επιτέλους το αγωνιώδες “fix me” στο ομώνυμο έπος. Ακροάσεις για να καταλάβω πού στα κομμάτια είναι αυτά τα bass solo του Cliff που γράφει στο booklet. Ακροάσεις για να μάθω κάποια χρόνια αργότερα ότι το intro του “Damage Inc.” είναι εμπνευσμένο από την κλασική μουσική και τον Μπαχ, αλλά που τότε μου ακουγόταν τόσο μεθυστικά στοιχειωμένο χωρίς να ξέρω το γιατί. Ένα άλμπουμ, η τελειότητα του οποίου σε κάνει ακόμη και σήμερα να αναρωτιέσαι πώς στο διάολο αυτοί οι τύποι στην ηλικία των 22-23 ετών, όντας πλήρως συνειδητοποιημένοι, κατάφεραν να συλλάβουν και να ηχογραφήσουν 55 λεπτά μεγαλείου. Όσον αφορά το αγαπημένο τραγούδι απο’κει μέσα, είναι σαν να σε ρωτούν ποιο από τα δάκτυλα του χεριού θέλεις να σου κόψουν. Μεταξύ ίσων όμως θα ξεχωρίσω το 8λεπτο “Disposable Heroes”. Βρισκόμαστε στο 1998 και στην Γ’ Λυκείου όταν ο φιλόλογος που είχαμε μας έβαλε ως πρότζεκτ να φέρουμε ένα τραγούδι ο καθένας για να το ακούσουμε στην τάξη (!!!) και να αναλύσουμε τους στίχους του. Έχοντας έναν τόσο προοδευτικό εκπαιδευτικό, τόλμησα και πήγα το συγκεκριμένο κομμάτι. Τι και αν η διάρκειά του κούρασε αρκετούς συμμαθητές; Τι και αν τα μουσικά μέρη χωρίς στίχους πώρωναν μόνο μια εξαιρετικά μικρή μερίδα της τάξης; Τι και αν η “καφρίλα” δεν άρεσε στην πλειοψηφία; Το στιχουργικό περιεχόμενο για τη θυσία της νεολαίας στα πεδία των μαχών, με την εξαιρετική γραφή του Hetfield και το νεύμα εντυπωσιασμού του καθηγητή στο τέλος της παρουσίασης, πρόσθεσαν ακόμη έναν λόγο για να βρίσκεται το τραγούδι στη θέση με τα πλέον αγαπημένα κομμάτια του δίσκου.
“Looking back I realize, nothing have I done
Left to die with only friend
Alone I clench my gun”
Γιώργος Μπατσαούρας:
Νιώθω τυχερός που οι μουσικές μου αναζητήσεις συντονίστηκαν με την εποχή που το “Black Album” μεσουρανούσε και το “Unforgiven” ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του playlist των τοπικών ραδιοφωνικών σταθμών. Εφαλτήριο για περαιτέρω εξερεύνηση στη δισκογραφία των Metallica με το “Ride The Lightning” να ακολουθεί και το “…And Justice For All” να παίρνει σειρά. Τον δίσκο του κειμένου ακόμα τον αγνοούσα…Μιλάμε για εποχές χωρίς διαδίκτυο, περιορισμένη πρόσβαση στην πληροφορία (ειδικά στην επαρχία), με μόνο αντίβαρο το φίλο-συμμαθητή και την αντιγραμμένη κασέτα που θα σου πρόσφερε στο κυνήγι των νέων ακουσμάτων. Έτσι λοιπόν έσκασαν οι ερωτήσεις…”Έχεις ακούσει το Master…;”, “Τι όχι; Είναι το απόλυτο metal album…” και “Κάτσε, στην φέρνω αύριο…”. Αν και αυτός ο συμμαθητής ραίνει πλέον τα λαϊκά πάλκα με ροδοπέταλα, ακόμα τον ευχαριστώ γι’ αυτή του την κίνηση. Γιατί αν θέλεις να ονοματίσεις μια σειρά albums, όπου το metal εφάπτεται με την τελειότητα, το “Master of Puppets” καταλαμβάνει περίοπτη θέση ανάμεσα τους! Οκτώ συνθέσεις από το ψηλότερο ράφι, από μια μπάντα λυσσασμένη να κατακτήσει την κορυφή με το δικό της όμως τρόπο! Επιθετικότητα, σκοτεινή ατμόσφαιρα και μελαγχολία, αναβλύζουν από τη μουσική και τους στίχους, με ένα εξώφυλλο – δήλωση και δυστυχώς διαχρονικά επίκαιρο. Το άστρο του Cliff Burton λαμπρότερο από ποτέ, υπερτονίζει το “What if…” ερώτημα. Παράλληλα οι ερμηνείες και η σκηνική παρουσία του Hetfield έχουν αποτινάξει την εσωτερική ανασφάλεια και εκπέμπουν ασυγκράτητο δυναμισμό, ο Hammett παραδίδει μαθήματα αιώνιων solos και ο Ulrich υπενθυμίζει γιατί, σε επίπεδο studio τουλάχιστον, θεωρείται ένας κομβικός για το είδος drummer. Για προσωπικούς λόγους το “Ride The Lightning” αποτελεί τη δική μου αδυναμία, αλλά υποκλίνομαι ταπεινά στην καλλιτεχνική ανωτερότητα του διαδόχου του.
Obey your metal Masters! Screw all others!
Βαγγέλης Νασόπουλος:
Η πρώτη μου επαφή με το “Master of Puppets” ήταν μέσα από μια αντεγραμμένη κασέτα από αυτές που άλλαζαν χέρια σαν ιερό κειμήλιο. Χωρίς εξώφυλλα, χωρίς πληροφορίες μόνο το πάτημα του play και τα επιβλητικά riff των κομματιών . Αυτό που με είχε συγκλονίσει ήταν η ένταση, η διάρκεια των κομματιών και οι συνεχείς εναλλαγές. Πέρασαν χρόνια μέχρι να το αποκτήσω σε βινύλιο , όταν το έκανα, ήταν από εκείνες τις αγορές που ένιωσα ότι έκλεισα έναν κύκλο. Ήταν ένα από τα album που έπρεπε να έχω δικό μου , να το κρατάω στα χέρια μου , να χαζεύω το εξώφυλλο έστω και αν είναι μια οικονομική επανέκδοση. Για την ιστορία το ομώνυμο κομμάτι δεν έπαιζε σχεδόν ποτέ ολόκληρο στο ραδιόφωνο λόγω διάρκειας 8.34 , αλλά παρ’ όλα αυτά έγινε «signature» τραγούδι τους. Ήταν το πρώτο album της μπάντας σε μεγάλη εταιρεία (Elektra Records). Σαράντα χρόνια μετά, παραμένει σημείο αναφοράς και προσωπικό ορόσημο.
Παναγιώτης Σπυρόπουλος:
Η επέτειος των 40 χρόνων από την κυκλοφορία του “Master of Puppets” φέρνει αβίαστα στο μυαλό την ιεροτελεστία της πρώτης επαφής με το “Orion”, ένα instrumental έπος που στέκεται αυθύπαρκτα ως το απόλυτο ηχητικό οικοδόμημα του δίσκου. Θυμάμαι ακόμα εκείνο το καλοκαίρι με καύσωνα στο Περιστέρι, μόλις στα 13 μου, όταν ο ήχος του εισέβαλε στα ακουστικά μου από την κασέτα που μου έγραψε ο κολλητός μου, που είχε στην κατοχή του διπλό αντιγραφικό κασετόφωνο. Ήταν μια εμπειρία που γέμισε τ’ αυτιά με μια επιθετική, αλλά συνάμα λυρική ενέργεια, με τις αντένες μου να τεντώνονται στο άκουσμα του εμβληματικού bass lead του Cliff Burton.
Πρόκειται για μια σύνθεση με απίστευτο φυσικό χάρισμα, όπου ο Burton παραδίδει μαθήματα συνθετικού ίστρου, αποφεύγοντας κάθε έννοια προχειρότητας. Είναι αυτός ο αρμονικός συγκερασμός της thrash στιβαρότητας με τις σχεδόν προοδευτικές δομές, που δημιουργεί μια μοναδική αίσθηση απεραντοσύνης και αγαλλίασης. Ότι και να περιγράψω, θα είναι λίγο. Για μένα, το “Orion” παραμένει το «άγιο δισκοπότηρο» της μπάντας, ένα αρραγές και συμπαγές μνημείο που, 40 χρόνια μετά, μας σέρνει ακόμα εθελούσια στο δικό του, παράλληλο μουσικό σύμπαν.
