Μέσα σε μια εποχή όπου η κυριαρχική ορμή του punk σκυλεύει αυτάρεσκα το κουφάρι του progressive rock, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ένας νεαρός ντράμερ από το Buckinghamshire που άκουγε στο όνομα Mick Pointer, κρατούσε ζωντανό το όνειρό του να αναβιώσει τη μουσική των ινδαλμάτων του, όπως οι Camel, Pink Floyd, Genesis και Deep Purple, κόντρα στον τυφώνα της εποχής.
Δημιουργεί με μερικούς ομοϊδεάτες μουσικούς τους Electric Gypsy, στους οποίους περιλαμβάνονταν επίσης ο μελλοντικός κιθαρίστας των Solstice, Andy Glass, και ένας μπασίστας ονόματι Doug Irvine. Χωρίς συγκεκριμένους στόχους και γενναίες φιλοδοξίες, έπαιζαν ένα είδος mid rock των ’60-‘70s. Απογοητευμένοι από την έλλειψη φιλοδοξίας στο συγκρότημα, ο Pointer και ο Irvine αποχωρούν. Στο ίδιο μήκος κύματος, αναζητούν οι δυο τους μουσικούς που θα ταίριαζαν σε αυτό που ήθελαν να κάνουν. Και κάπως έτσι, ξαφνικά, γεννιούνται οι Marillion. Αντλώντας την ιδέα από ένα βιβλίο του Tolkien που είχε ο Irvine, διάλεξαν αρχικά το όνομα Silmarillion. Η αρχική σύνθεση ήταν ο Irvine (μπάσο) και ο Pointer (ντραμς), ο πληκτράς Neil Cockle και ο κιθαρίστας Martin Jenner. Οι Camel, κοινή βασική επίδραση των Irvine και Pointer, έγιναν το κύριο σημείο αναφοράς τους.
Έκαναν πρόβες στο Princes Risborough, και δίπλα τους ακριβώς έπαιζαν οι … Camel(!), οι οποίοι έμπαιναν συχνά στην αίθουσα και τους παρακολουθούσαν. Εκείνη την εποχή έγραψαν το πρώτο δικό τους υλικό, το οποίο ήταν όλο οργανικό. Με αυτό το line-up έκαναν μόνο μία συναυλία, στο Southall’s Hanborough Tavern, στα τέλη του 1978. Το συγκρότημα στη συνέχεια διαλύθηκε μετά από μια διαμάχη για τον εξοπλισμό, και έμειναν ξανά οι Pointer και Irvine. Έβαλαν μια αγγελία στην εβδομαδιαία εφημερίδα Musicians Only. Ο πρώτος που απάντησε ήταν ένας νεαρός κιθαρίστας από το Whitby, που ονομαζόταν Steve Rothery. Ο μύθος λέει ότι έφτασε απροειδοποίητα με την κιθάρα στο χέρι, αν και στην πραγματικότητα σήμερα κανείς δεν θυμάται ακριβώς. Μετά από μια ακρόαση, επιλέχθηκε για κιθαρίστας. Παράτησε τη δουλειά του και μετακόμισε. Ο ντόπιος πληκτράς Brian Jelliman ολοκλήρωσε τη σύνθεση, και σύντομα ξεφορτώθηκαν τα S, I και L από το όνομά τους και κατέληξαν στους Marillion. Βρισκόμαστε στο 1979.

Έκαναν πέντε συναυλίες και έγραψαν κάποιο πρώιμο υλικό, μέρη του οποίου κατέληξαν αργότερα στο πρώτο τους άλμπουμ. Ο Doug ανέλαβε τα φωνητικά και έγραψε κάποιους στίχους. Όμως έφυγε, μόλις έφτασε στα 25 του χρόνια. Απλά αποφάσισε ότι δεν τα είχε καταφέρει. Μια νέα αγγελία δημοσιεύτηκε στο Musicians Only. Ο πρώην φοιτητής και δασοκόμος Derek William Dick, ο άνθρωπος που θα γινόταν γνωστός σαν “Fish”, είχε παρατήσει τα πάντα, αποφασισμένος να γίνει τραγουδιστής. Η πρώτη του μουσική εμπειρία ήταν με τους Stoned Dome Band, όπου γνώρισε τον μπασίστα William “Diz” Minnitt. Μαζί απάντησαν στην αγγελία, και επέστρεψαν μια κασέτα με instrumental υλικό που τους έστειλε ο Pointer: ο Fish έβαλε φωνητικά, ενώ τραγούδησε και κάποια τραγούδια των Genesis και των Yes. Οι τελευταίες δέκα πένες του Fish πήγαν στον τηλεφωνικό θάλαμο, και επισφράγισαν τη συνεργασία τους, και τον νέο πενταμελή πυρήνα των Marillion.
Ακολούθησε μια έντονη περίοδος δέκα εβδομάδων με πρόβες στα Leyland Farm Studios στο Buckinghamshire πριν δώσουν την πρώτη της συναυλία, στο Bicester’s Red Lion Pub στις 14 Μαρτίου 1981, μπροστά σε ένα κοινό 65 ατόμων. Τον Ιούλιο, μετά από τέσσερις μήνες εμφανίσεων στο ενεργητικό τους, μπήκαν στα Roxon Studios στο Oxfordshire, με τον ντόπιο μουσικό Les Payne να κάνει την παραγωγή, και ηχογράφησαν ένα νέο demo με τα “He Knows You Know”, “Garden Party” και “Charting The Single”, το οποίο πουλούσαν στις συναυλίες στην τιμή των 1,25 λιρών. Στο μεταξύ, ο Fish και ο Pointer ήταν αυτοί που συνεχώς πίεζαν να προχωρήσουν μπροστά. Έτσι, κάποια στιγμή βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα ο πληκτράς Brian Jelliman, τον οποίο ο Fish θεωρούσε στάσιμο. Στο μεταξύ, μια νεαρή prog μπάντα από το Essex με το όνομα Chemical Alice εμφανιζόταν σαν support εκείνο τον καιρό μαζί τους, και όλοι είχαν εντυπωσιαστεί από τον πληκτρά τους Mark Kelly. Η αντικατάσταση του Brian Jelliman με τον Mark Kelly θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν αδίστακτη απόφαση αλλά και σαν αποτέλεσμα της δύναμης της αποφασιστικότητας για επιτυχία που υπήρχε στους περισσότερους από τη μπάντα. Καθώς η σύνθεση των Marillion σταδιακά έπαιρνε τη μορφή που έχει συνδεθεί στις συνειδήσεις των φίλων τους με τα πρώτα χρόνια, το συγκρότημα βελτίωνε παράλληλα και άλλα σημαντικά ζητήματα οργάνωσης. Το πρώτο τεύχος του “The Web”, του ενημερωτικού εντύπου των Marillion εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1982, προσελκύοντας τον πυρήνα των ακροατών τους σε ένα ολοένα και πιο στενό δίκτυο. Ήταν άλλη μια ένδειξη πως δούλευαν σκληρά, και η δική τους μουσική είχε αρχίσει να μορφοποιείται με γοργούς ρυθμούς, ακόμα κι αν κάθε δισκογραφική εταιρεία τους είχε απορρίψει.

Η πρώτη τους συναυλία με τον Mark Kelly έγινε στο Great Northern στο Cambridge την 1η Δεκεμβρίου 1981. Το setlist περιλάμβανε πέντε από τα έξι τραγούδια που θα εμφανίζονταν στο ντεμπούτο άλμπουμ του συγκροτήματος, καθώς και το “Charting The Single”, το επικό “Grendel” και το βιωματικό και αγαπημένο αξεσουάρ των ζωντανών εμφανίσεων “Margaret”, που πήρε το όνομά του από το βαν των περιοδειών του συγκροτήματος. Το συγκρότημα πραγματικά πέρασε από μια μπάντα των παμπ σε μόνιμες sold-out εμφανίσεις στο Marquee, ενώ έκαναν και τη σημαντική εμφάνιση στο Φεστιβάλ του Reading το 1982, ακόμα και σε χαμηλή σειρά και μικρό χρόνο. Η εμβληματική φιγούρα του Fish, ενός πανύψηλου frontman, ενίσχυσε σημαντικά τη φήμη ενός συγκροτήματος που έπρεπε να δεις με κάθε τρόπο. Το βαμμένο του πρόσωπο, η μάσκα για τις δικές του ανασφάλειες, έγινε το σήμα κατατεθέν τους, ενώ χρησιμοποίησε επίσης σκηνικά εφέ και τα πρώτα κοστούμια για να ενισχύσει την ταυτότητά του. Έτσι, δεν ήταν τόσο απρόσμενη η πρόσκληση από το BBC να πραγματοποιήσει μια ηχογράφηση για το “The Friday Rock Show”, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν περίπου το μοναδικό μέσο rock μουσικής στο εθνικό ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Η ηχογράφηση έγινε με τον παραγωγό Tony Wilson στα Maida Vale Studios του BBC στις 29 Ιανουαρίου 1982. Αυτό πολλαπλασίασε μέσα σε μια μέρα το κοινό τους. Ξαφνικά, από ένα συγκρότημα της περιοχής τους, έγιναν γνωστοί σε όλη τη χώρα.
Με τα πάντα να βρίσκονται σε διαρκή άνοδο, υπήρχε ακόμα μια τελευταία αλλαγή στη σύνθεση που θα συνέβαινε πριν οι Marillion πραγματοποιήσουν το πρώτο τους άλμπουμ. Αυτή τη φορά τα φώτα έπεσαν στον φίλο του Fish, τον μπασίστα Diz Minnitt. Ο Mark Kelly ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε ότι ο Diz δεν ήταν πραγματικά κατάλληλος για τη δουλειά, και πρότεινε να ψάξουν για νέο μπασίστα. Το σημαντικό ήταν πως ακόμα και ο Fish συμφώνησε. Έτσι, έπρεπε να απολύσει τον καλύτερο φίλο του πριν από μια συναυλία. Οι Marillion έπαιξαν σε εκείνη τη συναυλία, στο “The Starting Gate” του Milton Keynes, στις 26 Μαρτίου 1982, σαν κουαρτέτο, πριν ο Pete Trewavas κληθεί για την επόμενη συναυλία, στο General Wolfe Club του Coventry στις 4 Απριλίου. Ο Pete Trewavas είχε μάλλον πετύχει μουσικά τα περισσότερα από όλους τους. Είχε μάθει να παίζει κιθάρα με τον παλιό φίλο του Robin Boult σε ηλικία επτά ετών και ήταν ήδη βετεράνος σε πολλά τοπικά συγκροτήματα από το Aylesbury, όπως οι progsters Orthi και οι περισσότερο new wave The Metros, με τους οποίους είχε περιοδεύσει στην Αμερική. Ήταν με τους Metros που ο Fish συνάντησε για πρώτη φορά τον νεαρό μπασίστα. Τους είδε, ξετρελάθηκε και κατάλαβε πως επιτέλους είχε βρει αυτόν που θα έδενε ιδανικά μαζί τους.

Με εντολή του Fish, έκαναν το πρωτοποριακό και ασυνήθιστο βήμα να προσλάβουν έναν υπεύθυνο τύπου για να βοηθήσει τις επαφές τους με τον εβδομαδιαίο μουσικό τύπο του Ηνωμένου Βασιλείου, την εποχή που το “Sounds”, το πιο φιλικό στον ευρύτερο rock ήχο, έδειχνε ήδη ενδιαφέρον. Και δεν ήταν απλώς ένας οποιοσδήποτε υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων, αλλά ο θρυλικός Keith Goodwin, ο οποίος είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με συγκροτήματα όπως οι Yes, Horslips και Argent. Βοήθησε, φυσικά, το γεγονός ότι οι Marillion δεν ήταν το μόνο νεαρό συγκρότημα που επανάφερε έναν progressive rock ήχο στην επικαιρότητα. Αν και το συγκρότημα έχει αρνηθεί το γεγονός ότι υπήρχε πραγματικά μια σκηνή, θεωρώντας πως μόνοι τους έκαναν κάτι διαφορετικό και μοναδικό. Μέχρι τα μέσα του 1982, η δυναμική ήταν σίγουρα με το μέρος των Marillion. Οι Pendragon, οι Twelfth Night και οι IQ μπορεί να τους είχαν ακολουθήσει στο Marquee, αλλά οι Marillion ήταν πια μόνιμοι θαμώνες. Από την πρώτη τους εμφάνιση σαν headliners στις 25 Ιανουαρίου, είχαν συγκεντρώσει άλλες 13 τέτοιες εμφανίσεις στο διάσημο χώρο του Λονδίνου μέχρι το τέλος του 1982.
Από τη συνολική αρχική απόρριψη των δισκογραφικών, άρχισαν οι προσφορές με πρώτη την BBC Records, και μετά την Charisma να τους κάνει πρόταση για συμφωνία δυο singles. Το συγκρότημα την απέρριψε και ακολούθησε η ΕΜΙ με την εντυπωσιακή προσφορά για πέντε άλμπουμ. Ηχογράφησαν δύο demos για την EMI τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο, με τον τη δεύτερη φορά να συναντώνται, με ειρωνικό τρόπο, με τον πρώην παραγωγό των Genesis, David Hitchcock. Με τον Hitchcock θα ηχογραφούσαν επίσης το ντεμπούτο single τους, “Market Square Heroes”, στα Park Gate Studios στο Battle του Ανατολικού Sussex τον Σεπτέμβριο. Είχε αποφασιστεί ότι η Β-πλευρά της 12ιντσης έκδοσης θα ήταν το 17λεπτο επικό “Grendel”, ένα τραγούδι που πολλοί είχαν διαγνώσει πως είχε μια αισθητή ομοιότητα με το “Supper’s Ready” των Genesis του 1972, από το άλμπουμ “Foxtrot”, σε παραγωγή του… David Hitchcock! Το πρώτο single των Marillion κυκλοφόρησε στις 25 Οκτωβρίου 1982. Ανέδειξε και τις δύο πλευρές του χαρακτήρα του συγκροτήματος, με τα πιασάρικα, up-tempo “Market Square Heroes” και “Three Boats Down From The Candy” να αποκαλύπτουν μια πιο άμεση πλευρά του συγκροτήματος, ενώ η μακροσκελής περιπέτεια του “Grendel” ήταν μια εκπληκτικά ώριμη και απαιτητική εκδοχή κλασικού prog rock. Συνοδεύτηκε με το εκπληκτικό artwork ενός νεαρού καλλιτέχνη με το όνομα Mark Wilkinson, και ο χαρακτήρας γελωτοποιού συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία μιας οπτικής ταυτότητας για τους Marillion, η οποία θα διαρκούσε για όλη τη θητεία του Fish στο συγκρότημα.
Κανένα από τα τραγούδια του πρώτου single δεν θα εμφανιζόταν στο ντεμπούτο άλμπουμ του συγκροτήματος. Ούτε ο David Hitchcock. Ο παραγωγός δυστυχώς είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα όταν παρέδιδε τις master tapes του single στην EMI, κάτι που τον εμπόδισε να δουλέψει πάνω στο δίσκο. Ο Nick Tauber, ο οποίος είχε συνεργαστεί προηγουμένως με τους Thin Lizzy και τους Toyah, κλήθηκε για να κάνει την παραγωγή του δίσκου, η οποία έγινε στα Marquee Studios, πάνω από το ομώνυμο κλαμπ. Ηχογραφημένο μεταξύ Δεκεμβρίου 1982 και Φεβρουαρίου 1983, το ντεμπούτο άλμπουμ “Script For A Jester’s Tear” κυκλοφόρησε στις 14 Μαρτίου. Δύο εβδομάδες αργότερα βρέθηκε στο νούμερο επτά στο βρετανικό chart άλμπουμ, ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα για ένα progressive rock συγκρότημα στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Μέσα σε τρία χρόνια, οι Marillion κατάφεραν να γεμίσουν σαν headliners δύο νύχτες το Hammersmith Odeon. Κόντρα σε ρεύματα και μουσικές τάσεις, είχαν καταφέρει να επιβάλλουν την επιστροφή του παραμελημένου αυτού είδους στην επικαιρότητα.
Πέρα από τη φορτισμένη, δραματική μουσική αύρα του άλμπουμ, η πανίσχυρη πένα του Fish, με μια σειρά από λεπτομερείς συνειρμούς, καθόρισε την πλήρη ταυτότητα του γκρουπ. Έχοντας ο ίδιος κατασταλάξει πως η απόφαση να κάνει καριέρα ήταν πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο, είχε μια προσωπική ζωή που υπέφερε από τραγωδίες. Η σχέση του Fish με την κοπέλα του Kay (έμπνευση για το “Kayleigh”) επιδεινώθηκε πριν από την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ (έσμιξαν ξανά κατά την περίοδο του “Fugazi” και μετά χώρισαν οριστικά), και οι οριακές αποφάσεις σημαδεύουν το ομότιτλο τραγούδι.
Στο “He Knows You Know”, οι αναφορές στην κατάχρηση ναρκωτικών γέμισαν τους στίχους που γράφτηκαν ενώ υπέφερε από τρομερές κράμπες στο στομάχι από επίμονη χρήση speed στο γραφείο επιδομάτων ανεργίας. Οι προσωπικές του υπερβολές και οι ανεπιθύμητες συμβουλές που ήρθαν από πρόθυμους ανθρώπους χωρίς εμπειρία στο θέμα κατέληξαν στη διαπίστωση πως κανείς δεν είναι διαθέσιμος να προσπαθήσει να μετριάσει την πίεση ή να μιλήσει σε έναν τύπο με ένα πολύ σοβαρό προσωπικό πρόβλημα που αναζητά παρηγοριά στα ναρκωτικά. Στο “The Web” με τα ονόματα του Κύκλωπα και της Πηνελόπης να προστατεύουν τους αληθινούς πρωταγωνιστές, περιγράφεται η τραγική κατάληξη μιας φθαρμένης σχέσης, με άφθονους συμβολισμούς και σημειολογικές λεπτομέρειες. Το σαρκαστικό “Garden Party” είναι μια κυνική προβολή στον μικρόκοσμο του Cambridge όπου η ανώτερη τάξη χρησιμοποιείται για να διατηρεί μια επίπλαστη πρόσοψη αντί για την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, ο Fish μάλλον εξοργισμένος από τις επιτηδευμένες συζητήσεις μεταξύ κρασιού και τυριού για επίκαιρα θέματα όπως η Παλαιστίνη, από ανθρώπους που δεν βρέθηκαν ποτέ εκεί, μετατρέπει το ζήτημα σε μια σχεδόν προσβλητική και γκροτέσκα σάτιρα με υπονοούμενα για σεξουαλικές περιπέτειες και βρώμικα λογοπαίγνια. Το υπνωτικό “Chelsea Monday” γεννήθηκε ένα μουντό πρωινό Δευτέρας, παρακολουθώντας τους ανθρώπους να περπατούν στο Chelsea, σε μια τυπική καθημερινή 9-5 ρουτίνα κατάρας, αγοράζοντας την πρωινή Daily Expresss, σαν ιεροτελεστία, και κοιτάζοντας τον εαυτό τους στο τζάμι σαν να ήταν η αγορά της εφημερίδας μέρος κάποιου επίσημου θεατρικού έργου στο οποίο συμμετείχαν. Το καυτό ζήτημα της Βόρειας Ιρλανδίας καθόρισε το περιεχόμενο του “Forgotten Sons”, ενός αντιπολεμικού ύμνου για μια χώρα στην οποία ο μονόδρομος της ανεργίας οδηγούσε στη στρατολόγηση. Το τραγούδι ήταν γραμμένο από την οπτική ενός Βρετανού που είχε ανθρώπους του που πολεμούσαν στη Βόρεια Ιρλανδία, ενώ η εισαγωγή που έκανε στις ζωντανές εμφανίσεις είχε αναφορά στους νεκρούς της έκρηξης βόμβας του IRA στο “Harrods” στο Knightsbridge του Λονδίνου στις 17 Δεκεμβρίου 1983, με έξι νεκρούς και πολλούς τραυματίες.
Άλλο ένα σημάδι εμφανίστηκε στον ορίζοντα με την κυκλοφορία του “Script…”. Με τις ρωγμές φανερές στην ηχογράφηση του άλμπουμ, ο ντράμερ Mick Pointer, ο ιδρυτής του συγκροτήματος, πήρε την εντολή αποχώρησής του στο τέλος της περιοδείας. Ήταν μια απόφαση που τον πληγώνει ακόμα και σήμερα. Ο ίδιος είχε πει πως εκείνη τη στιγμή τον συνέτριψε απόλυτα, και του προκάλεσε αηδία ο κυνισμός που έδειξαν. Από την άλλη, όλα μέσα στο συγκρότημα και στη δισκογραφική έδειχναν πως δεν υπήρχε πισωγύρισμα. Ο Mick για τους περισσότερους δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον ανταγωνιστικό επαγγελματισμό που τους σκέπαζε όλο και περισσότερο. Όλοι όσοι έρχονταν στο συγκρότημα έδειχναν τις αδυναμίες των υπόλοιπων.
Οι Marillion θα δοκίμαζαν περιστασιακά τρεις ακόμη ντράμερ πριν τελικά καταλήξουν στον πρώην μέλος του Steve Hackett, Ian Mosley, ο οποίος παραμένει στο συγκρότημα μέχρι σήμερα. Η σύνθεση αυτή παρέμεινε σταθερή για άλλα πέντε χρόνια. Κυκλοφόρησαν τρία ακόμη στούντιο άλμπουμ, το “Fugazi”, το “Misplaced Childhood” το 1985 που τους έφερε στην πρώτη θέση (έφτασαν επίσης στο νούμερο δύο στο βρετανικό Top 40 με το single “Kayleigh”) και ακολούθησε το “Clutching At Straws” που έφτασε στο νούμερο δύο το 1987.
Ο Fish και οι Marillion ακολούθησαν χωριστούς δρόμους μετά από την τελευταία τους συναυλία στο Craigtoun Country Park τον Ιούλιο του 1988.

