Στους τρεις πρώτους δίσκους τους οι Lynyrd Skynyrd μπαίνουν στα chart με τον ίδιο τρόπο που μπουκάρει σε ένα κωλόμπαρο του Τζάκσονβιλ ένας μπουρλοτιέρης στουπί στο μεθύσι: παίρνοντας παραμάσχαλα την εξώπορτα με κλωτσίδια. “Γάζωναν” κατά ριπάς με τραγούδια θρύλους που αργότερα διάνθισαν τις λίστες κάθε ροκάδικης γενιάς ανά τα χρόνια. Ωστόσο στο “Gimme Back My Bullets” που αρχές Φλεβάρη έκλεισε 50 αλεξίσφαιρους χειμώνες, η πιο γνωστή μπάντα του southern rock άρχισε να τα βρίσκει σκούρα δίχως αυτό να σημαίνει ότι έριχνε άσφαιρα.
Οι κλυδωνισμοί ξεκίνησαν από το προηγούμενό τους άλμπουμ (“Nuthin’ Fancy”)παρά το ευχάριστο γεγονός πως είχε μπει στην πρώτη δεκάδα του Billboard. Στα μισά της περιοδείας για την προώθησή του, την οποία βάφτισαν ειρωνικά σαν “Torture Tour”, τόσο ο κιθαρίστας Ed King όσο και οι υπόλοιποι είχαν έρθει στα όρια τους διότι όταν δεν ευχαριστιέσαι το rock & roll τότε αυτό παύει να είναι γιορτή και καταλήγει σαν καταναγκαστικά έργα σε ορυχείο. Η μπάντα κράτησε γερά, όχι και ο King που την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια. Συνεπώς το τέταρτο στη σειρά άλμπουμ τους είναι και το πρώτο που τα καρντάσια από τον Αμερικάνικο Νότο ηχογράφησαν με κιθαριστικό δίδυμο αντί της τριπλής επίθεσης.
Έχει κι άλλη μια πρωτιά αυτός ο δίσκος και έχει να κάνει με τον ήχο του. Πρώτη φορά οι Skynyrd παρέδιδαν τα κλειδιά του στούντιο στον Tom Dowd, τον high priest της κονσόλας που οι τελευταίες του συνεργασίες θάμπωναν (Eric Clapton, Rod Stewart, James Gang κ.α.) και που η Atlantic τον είχε σχεδόν σαν… κτήμα της. Μολαταύτα του παρείχε το ελεύθερο να συνεργάζεται ετησίως με 2 μπάντες εκτός εταιρείας. Ναι μόλις δύο, σαν τσιγάρα στο διάλλειμα κάθε βάρδιας. Ως γνωστόν τότε οι Skynyrd ήταν βασικό κομμάτι της MCA.

“I’d like to tell y’all a story about a friend of mine
Who liked to drink good whiskey, oh Lord
And have a real good time”
Οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν τον Σεπτέμβρη του ’75 στην Αμερική των πολιτικών κλυδωνισμών με τον Ronnie Van Zant, την ηγετική περσόνα με μύτη λαγωνικού, να έχει πει καθαρότατα για τον Dowd πως ήταν συνεργάσιμος, βοηθητικός και πρότεινε πράγματα χωρίς όμως να σε πιέσει για το κάτι παραπάνω. Γενικώς δεν ήταν από αυτούς που σου τα ζαλίζουν με ένα κάρο “πρέπει” και τόνους από αυταρχικά “έτσι γίνεται”. Τονίζοντας την ιδιοφυία του Dowd από την καρέκλα του παραγωγού είχε πει: “Του ζητούσαμε τον ήχο που έβγαζε το ταμπούρο του Watts (drummer των Rolling Stone) στο “Satisfaction”, το μπάσο των Grateful Dead ή τα ρυθμικά του Foggerty (Creedence Clearwater Revival) και αυτός δεν είχε καμία απολύτως δυσκολία να φέρνει εις πέρας τα ζητήματά μας. Τόσο καλός ήταν”. Φαινόμενο σπάνιο όσο κι ένας παραγωγός που δεν επιθυμεί να γίνει το έξτρα μέλος της μπάντας. Εκεί που εξαντλούνταν η αυστηρότητα του ήταν στο ότι δεν άφηνε κανέναν εκτός συγκροτήματος να παρευρίσκεται στο στουντιακό χώρο. Γκομενάκια και διάφοροι παρατρεχάμενοι έτρωγαν πόρτα όπως και το αλκοόλ. “Aν έφερες αλκοόλ τότε θα περιμένεις λίγο πριν αρχίσεις να πίνεις” έχει αποσαφηνίσει ορθά κοφτά ο φρόντμαν και μοναδικός στιχουργός των βασιλιάδων του southern ήχου για τις οδηγίες που λάμβαναν.

Είναι αξιοπρόσεκτο και λίγο ξεκαρδιστικό αν το καλοσκεφτείς, της ειδωλοποίησης των Skynyrd προς το πρόσωπό του Dowd που αρχικά ο δίσκος θα έπαιρνε τον τίτλο “Ain’t no Dowd about it” με το λογοπαίγνιο να φωνάζει από μακριά. Ωστόσο επικράτησαν οι…”σφαίρες” που έκρυβαν ένα πιο βαθύ νόημα. Ναι, αρχικά ο τίτλος είχε παρεξηγηθεί από τον κόσμο εκτός Νότου που δεν ήταν και τόσο εξοικειωμένος με τα πιστόλια. Κοινό προερχόμενο από τα αποστειρωμένα προάστια των μεγαλουπόλεων που μάλλον φοβούνται τον ήχο του όπλου όσο και την προφορά του τιμημένου Νότου. Αργότερα στις ζωντανές εμφανίσεις τους το κοινό μεθυσμένο όχι μόνο από τα ξύδια αλλά και από τον τίτλο, θα πετούσε πάνω στη σκηνή σφαίρες με οτιδήποτε άλλο περιείχαν οι τσέπες του. Για αποφυγή τραυματισμών αναγκάζονται να το αφαιρέσουν από το setlist τους. Ναι λοιπόν, ήταν ένα από τα παρεξηγημένα τραγούδια των ήδη στοχοποιημένων ταλαντούχων βλαχαδερών.
Ο Van Zant όταν έγραφε για το ομώνυμο κομμάτι δεν είχε κάποιο σκοπό να πάρει τους δρόμους και να ρίχνει στο ψαχνό, ούτε να εισβάλει σε Καπιτώλια. Απαιτούσε κάτι ναι, όμως όχι αληθινές σφαίρες. Κι εδώ είναι η ειρωνεία που μόνο rock ιστορίες ξέρουν να σερβίρουν τόσο σταράτα: Το Billboard Magazine στα 70’s και στις κυκλοφορίες που έφθαναν τις υψηλές πωλήσεις π.χ. άνω του εκατομμυρίου, τοποθετούσε σαν υποσημείωση ένα διακριτικό σηματάκι που έμοιαζε με σφαίρα. Αυτές είναι που ήθελαν να διεκδικήσουν πίσω. Τις σφαίρες που γράφουν ιστορία. Οι άλλες, οι αληθινές ήταν απλώς ένας κακός θόρυβος.
Σε αυτό το σημείο λοιπόν ήθελαν να επιστρέψουν με τον τέταρτο δίσκο τους οι Νότιοι. Να ανακτήσουν την κυριαρχία τους στην κορυφή των chart, στα μεγαλεία των υψηλών πωλήσεων με τα πολλά ψηφία και φυσικά των αντίστοιχα υψηλών αμοιβών που έχουν τη δύναμη να κάνουν ένα λογιστή να ιδροκοπάει. Οι Skynyrd όπως φαίνεται είχαν θέμα πλέον και με τη διαχείριση των χρημάτων τους. Το “Cry for the Bad Man” αφιερώθηκε στον πρώην manager τους, Alan Walden. Ο Walden δεν ήταν κάποιο τυχαίο “κοστούμι” με αριθμομηχανή στο χέρι, ήταν κουμπάρος με τον Ronnie Van Zant. Ήταν οικογένεια και όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις στον κόσμο του rock & roll και έξω απ’ αυτόν, το αίμα και το χρήμα μπλέχτηκαν άσχημα. Η ιστορία λέει πως στην προσπάθειά του να διδάξει την εξάδα πως το συλλογικό της πορτοφόλι δεν είναι ένα απεριόριστο μπουκάλι Jack Daniels, έφαγε τα μούτρα του. Ο Van Zant αργότερα δηλώνει πως μετανιώνει για τους στίχους του, προσπαθώντας να ξορκίσει το στιγμιαίο θυμό του. Ανεξαρτήτως των λεγόμενων είναι ένα από τα καλύτερα του δίσκου.

Σε επίπεδο συνόλου το “Gimme Back my Bullets” έχει κάποιες ενδιαφέρουσες, όσο και μυστήριες επιλογές τραγουδιών. Αν τα διαχωρίζαμε σε προσωπικότητες τότε θα σε κοιτούσαν κάπως λοξά, σαν να σου λένε “αν νομίζεις ότι μας κατάλαβες τότε ξανασκέψου το”. Στις μυστήριες θα εντάξω τη διασκευή στον J.J. Cale, το ” I Got the Same Old Blues”. Ξεχωρίζω στα αγαπημένα μου το ” All I Can Do Is Write About It” που κάνει μια αεράτη περιπλάνηση στην country μουσική αλλά και στην τιμιότητα των Νοτίων. Πρόκειται για ένα από τα προσωπικά τραγούδια του Van Zant που το είχε πάρει βαρέως και του κάθισε στο στομάχι σα φθηνό ουίσκι το ότι τους είχαν κατατάξει στην κατηγορία των ρατσιστών rednecks. “I can see the concrete slowly creepin'” ερμηνεύει, κάνοντας νύξεις για το γοργό και ασταμάτητο τσιμέντωμα της Αμερικής στα 70’s όπως και τη λαχτάρα μεγάλου μέρους του πληθυσμού να επιστρέψει στην επαρχία, εκεί που ο ουρανός δε τεμαχίζεται σε τετραγωνικά μέτρα.
O Van Zant μοιάζει να βρίσκεται σε μια παράξενη εγρήγορση εκείνο τον καιρό και φαίνεται πως είχε θέματα εμπιστοσύνης με τους γύρω του, σαν ζώο που κοιμάται ελαφρά, με το ένα μάτι ανοιχτό. Ίσως αυτό να ξεκίνησε μετά τη φυγή του Ed King. Στο “Trust” το φωνάζει αυτό χωρίς περιστροφές. Αναγνωρίζονται τέτοιες διαθέσεις στιχουργικά, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος για πισώπλατες μαχαιριές. Από την άλλη ηχητικά το “Gimme back…” ήταν από πολλές πλευρές εξευγενισμένο όπως το έχει αποκαλέσει ο ίδιος ο συγχωρεμένος. “Ήμασταν λασπωμένοι και πιο heavy και είπαμε να δώσουμε ένα πιο καθαρό Skynyrd άλμπουμ. Πήγαμε για κάτι διαφορετικό στον ήχο μας και δε δούλεψε. Το υλικό ήταν καλό αλλά ήταν και πιο εξευγενισμένο” είχε πει χαρακτηριστικά με τη σοφία που έρχεται πολύ συχνά κατά την απομάκρυνση απ’ το ταμείο.
Οι Skynyrd δεν είχαν κάτι να πουν, παραδεχόμενοι και οι ίδιοι του εξαιρετικού κλίματος στο στούντιο με το νέο τους παραγωγό. Παρά την ευχάριστη ατμόσφαιρα, ο δίσκος νούμερο τέσσερα δε “δάγκωνε”, φτάνοντας με τα ζόρια μέχρι την πρώτη εικοσάδα και μόλις το 1981 έγινε χρυσός. Έβγαλε δυο σινγκλάκια, το “Double Trouble” που το εμπνεύστηκαν όταν Van Zant και Rossington περνάνε το βράδυ τους στο κρατητήριο για μέθη σε δημόσιο χώρο και φυσικά το κλασσικό ομώνυμο που όμως αμφότερα δεν μπήκαν καν στα chart.

Η μπάντα ήδη άρχισε να συνειδητοποιεί πως σε μεγάλο βαθμό έφταιγε και η έλλειψη της τριπλής κιθαριστικής “επίθεσης”, σήμα κατατεθέν των Lynyrd Skynyrd (όπως και των Eagles αλλά αυτό είναι υπόθεση άλλου αφιερώματος). Οι audition για την τρίτη κιθάρα ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως μετά το “Gimme Back…”. Μεταξύ αυτών πέρασε και ο εκλιπών Leslie West, το “βουνό” των Mountain. Η ιδέα και μόνο των Skynyrd με τον West σου σηκώνει το φρύδι, την τρίχα στο χέρι και δε ξέρω και γω τι άλλο, ένα εναλλακτικό σύμπαν που δε θα το ζήσουμε. Επικράτησε ο Stevie Gaines. Δεν ήταν γραφτό να ευδαιμονήσει στο συγκρότημα. Τους πρόλαβε το μοιραίο αεροπορικό δυστύχημα του 1977 που άλλαξε την πορεία της μπάντας για πάντα. Όταν οι Skynyrd ακούστηκαν ξανά, κουβαλούσαν μέσα τους κάτι παραπάνω, τη θλίψη της απώλειας όλων των αγαπημένων προσώπων που χάθηκαν κατά την αναγκαστική προσγείωση εκείνης της νύχτας στις δασώδεις περιοχές του Μισισιπή.

“Life is so strange when it’s changin’, yes indeed”
Τα λόγια του επιλόγου τα αφήνω στον Ronnie Van Zant, ένα από τα θύματα της γνωστής μοιραίας πτήσης του Οκτωβρίου. Σαν προφήτης νουνεχής και αφήνοντας μια από τις σπάνιες φορές να δει κάποιος ως τα μείχια της ψυχής του, είχε περιγράψει στο περιοδικό Creem: “Βλέπω ένα τέλος στους Skynyrd. Γνωρίζω πως δε θα το κάνω αυτό παντοτινά γιατί δε μπορώ να ουρλιάζω έτσι για πάντα. Το κάνω ήδη δέκα χρόνια και το σώμα μου δεν αντέχει αυτή την καταπόνηση. Είναι τρομακτικό διότι καταστρέφομαι με αυτό που βγάζω τα προς το ζην. Δε μπορώ να τραγουδάω τόσο δυνατά όπως παλιότερα. Είναι ένας κακός συνδυασμός από ουίσκι και το να παίζεις στους Lynyrd Skynyrd. Δε μπορείς να αντέξεις για πολύ στο στυλ της ζωής μου.”
Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

