KARNIVOOL: “In Verses”

Album

Με την είδηση του νέου album των Karnivool, ένα ερώτημα σχηματίστηκε στη σκέψη όλων και δεν άργησε να εξωτερικευτεί ακαριαία. Άξιζε άραγε η 13χρονη αναμονή; Οι πρώτες ακροάσεις του “In Verses” μετά την μακρά περίοδο προετοιμασίας και βαθιάς ωρίμανσης που προηγήθηκε, μπορούν με σιγουριά όχι μόνο να βεβαιώσουν θετικά, αλλά να πιστοποιήσουν ότι έχουμε να κάνουμε αναμφίβολα με μια θριαμβευτική επιστροφή.

Η σύνθεση που δημιουργήθηκε το 2004 παραμένει μέχρι σήμερα σταθερή και η μόνη άξια αναφοράς αλλαγή, αφορά στον παραγωγό Forrester Savell, που μετά το διάλειμμα του “Asymmetry” επιστρέφει εγκαταλείποντας το ωμό μιξάρισμα και ισορροπώντας όλα τα ποικίλα ηχητικά χαρακτηριστικά, θυμίζει περισσότερο εποχές του αριστουργηματικού “Sound Awake”. Γνωρίζαμε από το 2019 βέβαια ότι η μπάντα έχει ξεκινήσει να ηχογραφεί υλικό για νέο album, αλλά πολλά γεγονότα μεταξύ των οποίων και η πανδημία συνετέλεσαν στην χρονική προς τα πίσω μετατόπιση. Πάντως, μια πρώτη ιδέα πήραμε με το “All It Takes” που κυκλοφόρησε το 2021, ενώ το 2025 το single “Drone” έδειχνε ότι πλησιάζαμε στην τελική ευθεία. Γενικότερα το “In Verses” αποτελείται από μια πανσπερμία ιδεών, που εδώ και αρκετά χρόνια αποκτούσαν σταδιακά στέρεα μορφή, άλλα παρουσιάζονταν ως μουσικά μέρη σε ζωντανές εμφανίσεις, μέχρι τελικά όλα να μετουσιωθούν σε ένα ολοκληρωμένο συμπαγές μείγμα. Δεν ξέρουμε αν στο μέλλον η φιλοσοφία μεγάλων χρονικών αποστάσεων στην κυκλοφορία album διατηρηθεί, αλλά δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε συνειρμούς με την τακτική των Tool, μπάντα που επηρέασε σημαντικά τους Karnivool από το ξεκίνημά τους.

Η είσοδος με ένα από τα πιο heavy κομμάτια τους, το “Ghost” γίνεται δυναμικά, βγάζοντας στην επιφάνεια όλα εκείνα τα δομικά στοιχεία που τους καθιέρωσαν. Τα βαριά κι εκκωφαντικά riff ξεχωρίζουν (όπως και στο υπόλοιπο album), με την βαθιά εκφραστική ερμηνεία του Ian Kenny στα φωνητικά, να αποδεικνύει γιατί συγκαταλέγεται στους καλύτερους “frontmen” στο είδος του. Θα “προταθεί” η πίστη στην ελπίδα όταν τα πάντα γύρω μας καταρρέουν, ως σανίδα σωτηρίας , σε μια θεματολογία που κυριαρχείται από ένα πλήθος συναισθημάτων, όπως η απογοήτευση και η φυγή, υπό το βάρος μιας επώδυνης πραγματικότητας που μεταβάλλεται συνεχώς. Το βροντερό και ογκώδες μπάσο στο “Drone” εντυπωσιάζει, με τους πιασάρικους grooves ρυθμούς να δίνουν τον τόνο κι ένα σπαρακτικό ρεφρέν να ανεβάζει την ένταση, ενώ οι μεταπτώσεις στην διάθεση, πότε με ανάλαφρη μελαγχολία και πότε με εξάρσεις, αποκαλύπτουν όψεις ενός “αντιφατικού” ψυχισμού. Το “Aozora” είναι από εκείνα τα κομμάτια που ξεχωρίζεις από τα πρώτα ακούσματα, με την ενέργεια να πηγάζει από κάθε διαθέσιμη ορχηστρική πηγή, αλλά τα συγκινητικά φωνητικά είναι που σου τρυπάνε αιχμηρά τα εσώψυχα. Εμπνευσμένο από τον ιαπωνικό όρο για τον γαλάζιο ουρανό, προσθέτει στον ορίζοντα αρκετές στάλες αισιοδοξίας. Σαν μια πρώτη άτυπη τετράδα με παρεμφερή δομή, ακολουθεί το “Animation” που ενώ αρχικά εξελίσσεται διστακτικά, δεν αργεί να εξαπολύσει τα συντριπτικά του βαρύγδουπα vibes, με τα πολυσύνθετα τύμπανα να συνδράμουν εμφατικά, σκορπίζοντας τα γαλήνια ατμοσφαιρικά “σύννεφα” με άνεση.

Ποτέ σε όλη αυτήν τη πορεία οι Karnivool δεν έκρυψαν την προτίμησή τους σε μεγάλης διάρκειας συνθέσεις και το “Conversations” μαζί με το “Reanimation”, στρογγυλοκάθονται σε περίοπτη θέση κάπου στο μέσο του album. Χωρίς να γίνονται πολύπλοκα, ξεδιπλώνουν μεθοδικά πτυχές πολλών διαφορετικών επιπέδων, περιπλανώμενα με ήπια ροή σε ποικίλες progressive “περιοχές”, με επίκεντρο πάντα τα ανεξερεύνητα συναισθηματικά βάθη. Γενικότερα η προσέγγισή τους δεν έχει εκείνες τις κορυφώσεις που πιθανόν να περιμένεις, ως κατάληξη σε μια τέτοια πορεία και περισσότερο μοιάζει με ένα ταξίδι χωρίς τέλος. Τα βαριά riff επανέρχονται με ένα ακόμη εκτονωτικό άσμα (“All It Takes”) και οι ήρεμές του αποχρώσεις εμφανίζονται, μόνο για να τονίσουν τις αντιθέσεις της ηχητικής τους παλέτας. Το μπάσο βγάζει πυγμή κι “ευκαμψία”, οι κιθάρες όγκο και λεπτότητα, τα τύμπανα τρίζουν κι εκεί πάντα θα υπάρχει σαν πεμπτουσία της μουσικής τους η φωνή του Kenny, να δίνει μορφή με τα δικά της χρώματα. Το “Remote Self Control” θα απομακρυνθεί ελαφρώς σε ύφος και ατμόσφαιρα, με πιο απαλές μελωδίες καθώς τα περίεργα ελαφρώς παραμορφωμένα φωνητικά ξεχωρίζουν, ενώ το “Opal” σαν μια οδυνηρή μπαλάντα, έρχεται να σκαλίσει πληγές  και με τη συνοδεία άρπας και πιάνου, στρώνει το χαλί για να έρθουν τα καταλυτικά riff να απογειώσουν σε δυσθεώρητα ύψη, όλο το πηγαίο συναισθηματικό γέννημα. Σαν ένα καταπραϋντικό φάρμακο, το σχεδόν οκτάλεπτο “Salva” θα φτάσει στο τέλος του δρόμου, χρησιμοποιώντας κινηματογραφικά “εργαλεία”, θα εξασθενίσει τον θόρυβο με πράες υφές, απλώνοντας ένα πέπλο καθησυχαστικού κλίματος και νοσταλγίας, σαν αποχαιρετισμός της διδακτικής περιπέτειας που προηγήθηκε.

To “In Verses” δεν διακόπτει απλά την πολύχρονη “χειμερία νάρκη” των Karnivool, αλλά συνοψίζει με ωριμότητα, εκλεπτυσμένες εμπνεύσεις και δημιουργικές ιδέες ετών, υλοποιώντας μια μοντέρνα progressive πανδαισία. Οι πλούσιοι groovy, οι διάσπαρτοι djent και οι νευραλγικοί κινηματογραφικοί ήχοι, είναι τα “εργαλεία” που χρησιμοποιήθηκαν για να εξισορροπηθούν εγγυημένα, η heavy πληθωρικότητα με την μελαγχολική ενδοσκόπηση. Και όπως δήλωσε μεταφορικά και ο κιθαρίστας Drew Goddard, πρόκειται για συνθέσεις που εξελίχθηκαν σχεδόν από μόνες τους, χωρίς ποτέ να μπορέσουν να επέμβουν και να  επηρεάσουν την μορφή τους.

Είδος: Progressive Rock/Metal
Δισκογραφική Εταιρεία: Cymatic Records/Sony Music
Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 6 Φεβρουαρίου 2026

website
facebook

Avatar photo
About Γιώργος Καπετανόπουλος 100 Articles
Μόλις άνοιξε τα μάτια κατάλαβε ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψει στην άβυσσο από την οποία προήλθε. Μόνο η τέχνη θα μπορούσε να κάνει υποφερτό το ενδιάμεσο φωτεινό διάστημα. “Εικόνες και λέξεις” για την “γη της επαγγελίας” άκουγε περιπλανώμενος στους “δρόμους” πολλές φορές “αιμορραγώντας”, ψάχνοντας πάντα να βρει την “τέλεια συμμετρία”. “Φοβούμενος το φως του ήλιου” θα αφουγκραστεί το “κλάμα των αγγέλων” και τα “πουλιά της νύχτας”, ενώ “κινούμενες εικόνες” θα “ρέουν” σαν “σκηνές από μια ανάμνηση”. Σαν “ευγενής βάρβαρος” θα συναντήσει τον “πρίγκιπα στην γραμμή της φτώχειας” και θ’ αντιληφθεί ότι οι “νεκροί μπορούν να χορέψουν” ακόμη και υπό το “φόβο του σκοταδιού”. Ο “παράδεισος και η κόλαση” είναι εδώ θα ψελλίσει όταν η “πτώση των καρδιών” θα οδηγήσει στο “βαθύ τέλος”.