FUATH – “III”

Album

Το Ηνωμένο Βασίλειο αναμφίβολα δεν είναι ο κατεξοχήν τόπος που “ευδοκιμεί” το black metal, παρ’ όλα αυτά εμφανίζονται κατά καιρούς ρομαντικοί εκφραστές του, που ακολουθούν μια μοναχική, απόλυτα προσηλωμένη πορεία, αναδεικνύοντας ένα ευρύ φάσμα του πολυσχιδούς περιεχόμενου του είδους. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί ο Andy Marshall, περισσότερο γνωστός από το “Saor” δημιούργημά του και πριν συμπληρωθεί χρόνος από την τελευταία κυκλοφορία (“Amidst the Ruins”), παρουσιάζει το έτερο “πνευματικό του τέκνο” (“Fuath”) με τον τίτλο “III”.

Όπως είναι προφανές αυτήν είναι η τρίτη δουλειά του εν λόγω project, αν και κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί μια ξεχωριστή παράλληλη δραστηριότητα και όχι απλά ένα συμφυές παρακλάδι μιας κοινής αφετηρίας. Κι αν στο “Saor” το αμυδρό αλλά επαρκές φως, τόνιζε τα χρώματα των αγέρωχων φυσικών τοπίων της σκωτσέζικης ενδοχώρας, στο “Fuath” (που στα γαελικά μεταφράζεται σε “μίσος”) έχουμε αλλαγή σκηνικού, με το σκοτάδι να πέφτει βαρύ και την παγωμένη ατμόσφαιρα να απλώνεται σε κάθε γωνιά της νεκρής φύσης. Όλα τα folk στολίδια αφαιρούνται από την εικόνα, αφήνοντας εκούσια να εισχωρήσει όλη η ατόφια μαυρίλα που διαχύθηκε εμφατικά από τα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Το ατμοσφαιρικό black metal κυριαρχεί στο νέο πόνημα του Andy, που θα αγγίξει νοσταλγούς και παραδοσιακούς οπαδούς του δεύτερου κύματος, διάρκειας 42 περίπου λεπτών αποτελούμενο από 4 μακροσκελή και χορταστικά κομμάτια, ξυπνώντας μνήμες από “κατορθώματα” εμβληματικών εκπροσώπων του είδους. Κυρίως Burzum, Darkthrone αλλά και Mayhem επιδρούν καίρια σε αυτήν την old school εκδοχή, σε μια εξελισσόμενη διαρκή όσμωση με το φυσικό περιβάλλον. Ενδεικτικό του ύφους που ρυθμίζεται εγγυημένα χωρίς μεταπτώσεις είναι το εναρκτήριο “The Cailleach”, με τα ωμά riffs και τα ζωηρά tremolo να εισέρχονται επιθετικά και τα blast beats να ακολουθούν σε απόλυτη αρμονία, ενώ το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται. Αν και υπάρχουν εξάρσεις, στο μεγαλύτερο μέρος οι ρυθμοί είναι μεσαίας ταχύτητας και κάπως έτσι κυμαίνονται, απόλυτα καθορισμένοι στο μεγαλύτερο μέρος του album. Ειδικά όταν τα growls κάνουν την εμφάνιση τους η επιβράδυνση είναι εμφανής έστω και προσωρινά, για να κλιμακωθούν με οργή, συνεπικουρούμενα από όλους τους υπόλοιπους ορχηστρικούς συντελεστές. Μια επαναλαμβανόμενη μελωδία διαπερνά το κυρίως “σώμα” του κομματιού και κάπως έτσι χτίζεται και το “Embers of the Fading Age”, σκορπώντας παγωμένους δηλητηριώδεις ανέμους, καθώς διανύεις τα τραχιά μονοπάτια ενός αφιλόξενου τοπίου. Αλλά αυτήν η αίσθηση δεν διαρκεί για πολύ και πριν προλάβεις να “γονατίσεις” υπό το βάρος των συνθηκών, οι ανάλαφρες κιθάρες έρχονται να μετριάσουν την κόπωση και να δώσουν πρόσθετες ανάσες. Σου δίνεται η αίσθηση ότι βαδίζεις σε ένα άγνωστο, σκληρό και αμφιβόλου κατάληξης τόπο, αλλά ταυτόχρονα σε αυτήν τη μαγευτική δοκιμασία, αποκαλύπτονται σταδιακά αποθέματα δυνάμεων και ακμαίου πνεύματος, από τα απώτερα στρώματα του ψυχικού σου βάθους.

Το “Possessed By Starlight” βγάζει σίγουρα μεγαλύτερη ζωντάνια, η συναισθηματική φόρτιση μεγεθύνεται κι εξασθενεί μια μελαγχολική αύρα, που είχε αρχίσει να καθηλώνει επικίνδυνα τα πάντα. Είναι σίγουρα εξαιρετικός ο τρόπος που ο Andy παντρεύει επιθετικό ύφος και μελωδικές εμπνεύσεις, καταλήγοντας με εξαιρετική άνεση, εντελώς αβίαστα σε ένα εύηχο κι εύκολα κατανοητό αποτέλεσμα. Το πάθος αναδύεται περίσσιο ίσως στην πιο ακατέργαστα ορμητική και αδυσώπητου πάθους στιγμή του album, με τα φωνητικά να διαδραματίζουν καίριο ρόλο χωρίς παύσεις. Το “The Sluagh” έρχεται να ολοκληρώσει αυτό το μεθυστικό ταξίδι, διατηρώντας αμείωτη την ωμή ένταση και τον κυνικό ψυχρό χαρακτήρα του. Τα μικρά διαλείμματα ατμοσφαιρικής γαλήνης που απλώνουν τα πολυεπίπεδα πλήκτρα, είναι αφορμές για συσσώρευση πρόσθετης ενέργειας, για μια επιπλέον καταιγιστική εκτόνωση κι εκτεταμένα απύθμενα ξεσπάσματα, ενώ ταυτόχρονα σε παρασύρουν σε ειδυλλιακές όψεις του κατά τα άλλα απρόσωπου κι εχθρικού περιβάλλοντος. Κι εδώ η έμπνευση από την άγρια ομορφιά των σκωτικών υψιπέδων είναι εμφανής και λειτουργεί σαν κινητήριος δύναμη στην υπηρεσία ενός δεξιοτέχνη πολυοργανίστα, που μεταπηδά με ευελιξία στις διαφορετικές όψεις του μαύρου ήχου. Το διαχρονικά απειλητικό σκοτάδι σε συνδυασμό με τις ακραίες συνθήκες ενός αμείλικτου χειμώνα, λειτουργούν καταλυτικά για την διαμόρφωση της κατάλληλου κλίματος, υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα την δυναμική της ανθρώπινης υπόστασης.

Με ένα άλμα στον χρόνο, η μονομελής βρετανική μπάντα “Fuath” στην τρίτη της κυκλοφορία, μεταχειρίζεται με μαεστρία τα δομικά υλικά του πρώιμου black metal, εμβαθύνοντας στα ζοφερά ατμοσφαιρικά του βάθη χωρίς παρεκκλίσεις. Η απώλεια προσμίξεων με νεωτερικά στοιχεία, που προοδευτικά ξεθώριασαν την μαγεία εκείνων των ημερών, όταν το black metal υπέθαλπε με επάρκεια τον underground ακραίο ήχο, είναι που θα ενθουσιάσει απεριόριστα τους αφοσιωμένους ακολούθους του είδους.  

Είδος: Atmospheric Black Metal
Εταιρία: Northern Silence Productions
Ημερομηνία κυκλοφορίας: 2 Ιανουαρίου 2026

facebook
bandcamp

Avatar photo
About Γιώργος Καπετανόπουλος 94 Articles
Μόλις άνοιξε τα μάτια κατάλαβε ότι κάποια στιγμή θα επιστρέψει στην άβυσσο από την οποία προήλθε. Μόνο η τέχνη θα μπορούσε να κάνει υποφερτό το ενδιάμεσο φωτεινό διάστημα. “Εικόνες και λέξεις” για την “γη της επαγγελίας” άκουγε περιπλανώμενος στους “δρόμους” πολλές φορές “αιμορραγώντας”, ψάχνοντας πάντα να βρει την “τέλεια συμμετρία”. “Φοβούμενος το φως του ήλιου” θα αφουγκραστεί το “κλάμα των αγγέλων” και τα “πουλιά της νύχτας”, ενώ “κινούμενες εικόνες” θα “ρέουν” σαν “σκηνές από μια ανάμνηση”. Σαν “ευγενής βάρβαρος” θα συναντήσει τον “πρίγκιπα στην γραμμή της φτώχειας” και θ’ αντιληφθεί ότι οι “νεκροί μπορούν να χορέψουν” ακόμη και υπό το “φόβο του σκοταδιού”. Ο “παράδεισος και η κόλαση” είναι εδώ θα ψελλίσει όταν η “πτώση των καρδιών” θα οδηγήσει στο “βαθύ τέλος”.