Ακούγοντας το “Disconnected” των Fates Warning και πάλι μετά από 25 γεμάτα χρόνια και προσπαθώντας να κάνω connect στις τελείες, εντοπίζω τη μεγαλύτερη “αμαρτία” του άλμπουμ που καλωσόρισε τη νέα χιλιετία για την λατρεμένη progressive μπάντα. Το μεγαλύτερο “αμάρτημα” είναι πως διαδέχθηκε αυτό το γκρίζο βίωμα που ονομάζεται “A Pleasant Shade of Grey”. Καλούνταν να δαμάσει αυτό το απότομο και πελώριο βουνό σε μια διαδρομή άρρηκτα συνδεδεμένη με τον προκάτοχό του αφού αποτελεί την ιδανική, για να μην πω τη φυσική συνέχεια.
Η ιστορία όμως “έγραψε” πως το “Disconnected” απέτυχε να αγγίξει τους fans. Έμεινε μετέωρο, σαν μήνυμα που στάλθηκε αλλά η αδύναμη σύνδεση το άφησε στο “διαβάστηκε”. Είναι πικρή αλήθεια, μια παραδοχή που την έχουμε ακούσει στο παρελθόν και από το στόμα του τραγουδιστή τους Ray Alder. Ούτε λόγος για όλους αυτούς που βρίσκονταν έξω από τον progressive metal χορό.
Προσωπικά όταν κάθομαι να αναλογιστώ τους λόγους που με έκαναν να μην του δώσω τότενες την πρέπουσα σημασία και να το προσπεράσω σχεδόν ασέβαστα, στις απαντήσεις που βρίσκω δε μέμφεται τίποτα το μουσικό. Συμπεραίνω πως μετά το “Α Pleasant shade…” ένιωθα πλήρης. Eκείνο το άλμπουμ είχε καλύψει τις συναισθηματικές μου ανάγκες, είχε “ρουφήξει” ότι μουντό και συννεφιασμένο υπήρξε μέσα μου. Σκέφτομαι επίσης πως ασυνείδητα δεν είχα τα κάκαλα να ζήσω ξανά ένα παρόμοιο σταχτί και βροχερό μουσικό οδοιπορικό. Δεν είχα πια το ψυχικό σθένος να σταθώ ξανά μέσα στη βροχή, στη μέση του συναισθηματικού πουθενά που έστησαν οι Fates.

Τον Ιούλιο ο παραένα δέκατος δίσκος των Fates είχε την επέτειό του, αρκετός καιρός για να τον βάλουμε “under the spotlight”, όπως ερμηνεύει με εκείνο το γνώριμο μελαγχολικό ύφος ο Ray Alder στον εναρκτήριο στίχο του άλμπουμ μετά το industrialιζοντα πρόλογο που τιτλοφορείται ως “Disconnected (Part1)”. Είμαστε στο 2000 και φυσικά τα προοδευτικά μυαλά που πλαισιώνουν τη μπάντα δε θα μπορούσαν να μείνουν ανεπηρέαστα. Θα προσαρτήσουν νέα στοιχεία και ήχους της εποχής στο τσουκάλι των Fates.
“Δοκιμάσαμε νέα πράγματα που δεν είχαμε κάνει ποτέ στο παρελθόν. Ένα παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο ηχογραφήθηκαν οι κιθάρες. Ήταν μια διαδικασία παντελώς διαφορετική από ότι είχαμε κάνει μέχρι στιγμής” επιβεβαιώνει το μεγάλο κεφάλι πίσω από τη μπάντα από το Connecticut, Jim Matheos. Ξεφεύγουν λοιπόν από το βιβλιαράκι των βασικών κανόνων, ή καλύτερα το ξαναγράφουν για μια ακόμα φορά όπως είχαν πράξει και τότε, τρία χρόνια πριν με το συγκλονιστικό “A Pleasant shade…”. “γργΤο να κάνουμε κάτι παρόμοιο θα ήταν η εύκολη λύση”, έχει εξηγήσει εξ’ αρχής ο Matheos σε συνεντεύξεις της εποχής.
Ένα τέταρτο του αιώνα μετά κατανοώ οι διαφοροποιήσεις ήταν κάτι πέρα από μια απλή επιλογή, ήταν αναγκαιότητα. Η μπαγιάτικη μυρωδιά της ρουτίνας ήταν επίσης ένα ρίσκο που παραμόνευε στη γωνία. Άλλοτε διαβαίνεις εργοστασιακούς ηχότοπους, άλλοτε αιωρείσαι πάνω σε ambient ρυθμούς και σοκάρεσαι στα ελάχιστα σημεία που έχουν επιλέξει μέχρι και χορευτικά beat. Όταν όμως έχεις στις τάξεις σου έναν Kevin Moore στο πηδάλιο των keyboards, δεδομένα θα ακολουθήσεις τα ιδιοφυή σχέδιά του που μόνο διακοσμητικά δεν είναι. Κινούνται υπόγεια σαν τον ποταμό Ιλισό και τη σωστή στιγμή “φουσκώνουν”, “πλημμυρίζοντας” με τα ακουστικά ερεθίσματά του τον περιβάλλοντα χώρο. Η συμβολή του είναι τεράστια στην ατμόσφαιρα τόσο στο “Disconnected” όσο και στο προηγούμενο ευαγγέλιο του κάθε progster εκεί έξω.

Επιδραστικός άνθρωπος και καθόλου ένας “απλά περαστικός” από τη μουσική μας ο Moore και θα κάνω μια τρελή μαντεψιά πως καθόλου τυχαίο δεν ήταν που μετά από τρία χρόνια φόρμαρε μαζί με τον Matheos το hyper-prog πρότζεκτ των OSI. Πέρα από τους προαναφερθέντες η υπόλοιπη τριάδα που κλείνει το σύνολο στο “Disconnected” είναι ο Ray Alder (φωνή), Joey Vera (μπάσο) και Mark Zonder (τύμπανα), δηλαδή το team του “Pleasant Shade…”. Moore και Vera βαστάνε τον άχαρο ρόλο του guest και δεν τους βλέπεις στη φωτογραφία της μπάντας με τα υπόλοιπα μέλη παρότι μουσικά έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο. Για το βασικό μέλος των Armored Saint ο Matheos τον ονόμαζε “μόνιμα παροδικό” μπασίστα τους και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Ίσως να το γνώριζε ασυνείδητα από τότε ο ελληνοαμερικάνος κιθαρίστας πως θα κρατούσε χρόνια αυτή η κολόνια. Ο Vera βρίσκεται ακόμα στις τάξεις του σχήματος, απόδειξη πως μερικές παρουσίες, όσο “παροδικές” κι αν βαφτιστούν, είναι τελικά οι πιο ανθεκτικές.

Δεν έχει νόημα να χαθώ σε πεζές και μάταιες συγκρίσεις ανάμεσα στις δυο δημιουργίες αλλά μπορώ να πω με σιγουριά πως πλέον το “Disconnected” που η σφυρηλάτησή του διήρκεσε λίγο λιγότερο από ένα χρόνο, έχει διαφυλάξει στο ακέραιο τα τεταμένα, νευρώδη γνωρίσματα του “Pleasant shade…”. “Επιθυμούσαμε να διατηρήσουμε τα πιο επιθετικά στοιχεία του A Pleasant shade of grey και την ατμόσφαιρα αυτού του δίσκου. Το Disconnected θέλαμε να το κάνουμε πιο heavy, άρα ναι ήταν σκόπιμο” απαντάει στην αντίστοιχη ερώτηση η κεφαλή της μπάντας, μιλώντας ανοικτά και χωρίς ωραιοποιήσεις σε μια παλιότερη συνέντευξή του. Επιπλέον ήθελαν και προσπάθησαν σε αυτό το δίσκο να “δέσουν” τα τραγούδια μεταξύ τους αναδεικνύοντας με το δικό τους οξύμωρο τρόπο το βασικό θέμα του “αποκομμένου”.
Πρόσεξα και κάτι ακόμα όταν άφησα το δίσκο να με παρασύρει χωρίς αντιστάσεις όπως ένα νωχελικό ρεματάκι. Από τις έντονες στιγμές του και το ζενίθ, κατρακυλάει ανεπαίσθητα στο ναδίρ. Νιώσε τη νήνεμη ambient ατμόσφαιρα σα μια σιωπηρή σκέψη που επαναλαμβάνεται εμμονικά στο “Something from nothing” των έντεκα λεπτών! Αμέσως μετά ακολουθεί το “Still Remains”, το τραγούδι – μαμούθ των 16 λεπτών!! Τραγούδια μεγάλα σε διάρκεια αλλά όπως θα ακροαστείς, βρίσκονται μακριά από προοδευτικές “επιδείξεις” με τη πολυπλοκότητα να έχει το χαρακτήρα του υποδόριου. Το τελευταίο κομμάτι στην αναφορά μας είναι ιδιαίτερα ξεχωριστό για τον κιθαρίστα των Fates αφού όπως έχει πει και ο ίδιος στο παρελθόν, περιέχει αναφορές για το θάνατο του πατέρα του μέσα από στιχουργικούς συμβολισμούς. “Είναι οι πιο ευθείς στίχοι που έχω γράψει” έρχεται να συμπληρώσει αν και ως γνωστόν επιλέγει να αποφεύγει την εξήγηση του οτιδήποτε στο στιχουργικό περιεχόμενο. Το “So” είναι ένα ακόμα τραγούδι που επιδέχεται ελεύθερης απόδοσης, έτοιμο να φιλοξενήσει τις δικές σου απογοητεύσεις. Ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί, μολονότι έχει και αυτό προσωπικό χαρακτήρα καθώς αναφέρεται στον ίδιο και στο ότι έφτασε σε ένα σημείο να μπουχτίσει με τα πάντα γύρω του – μια παραδοχή κορεσμού – απαιτώντας να προχωρήσει σε αλλαγές όσον αφορά τη ζωή του (Feeling so full, nothing desired. Like a man with everything I should be happy but I’m only tired).
Για πρώτη φορά στα χρονικά του σχήματος έχουμε και τη σύμπραξη του Alder με το Matheos που μέχρι εκείνη τη στιγμή μονοπωλούσε τους στίχους των Fates. Διαβάστε τα λόγια του “One” και “Pieces of Me” και κρίνετε μόνοι σας το φρόντμαν που περνά από τη θέση του ερμηνευτή σε εκείνη του συνδημιουργού. Συνέπεια αυτού να αποφορτιστεί από τη δημιουργική πίεση ο Matheos. Η αποσυμπίεση αντανακλάται άμεσα στη μουσική και το υλικό “έσφιξε” ακόμα περισσότερο όπως έχει αναγνωρίσει.
Αναφέροντας πιο πάνω το “Still Remains” κάπου εδώ λοιπόν τριγυρνάει και μια μικρή ένσταση. Το να τοποθετείς τα δυο μεγαλύτερα τραγούδια του άλμπουμ το ένα μετά το άλλο δε βοηθάει εμπορικά αλλά οι Fates ποτέ δεν βάδιζαν χεράκι χεράκι με τα chart. Το άλμπουμ όμως την κάνει την “κοιλιά” του και εκεί ίσως να ξινίζει ο ακροατής. Χάνεται σε αυτό το σημείο και απαιτούνται παραπάνω ακροάσεις.

More οι ακροάσεις αλλά less τα κιθαριστικά θέματα του Matheos κάνοντας πιο λιτό και πιο “απογυμνωμένο” το δια ταύτα του “Disconnected”. Δε πρόκειται για καλλιτεχνική ένδεια, αντιθέτως είναι συνειδητή αφαίρεση. “Αυτή τη less is more νοοτροπία την έχω ξεκινήσει από την εποχή του Parallels” παραδέχεται τα αυτονόητα ο Matheos που κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων δέχθηκε ένα blast from the past της “Parallels” εποχής με τις επισκέψεις στο στούντιο από τους Frank Aresti και Joe Dibiase. Όχι ότι ηχογράφησαν κάτι παρεούλα για χάρη των παλιών καιρών. Ωστόσο η ιστορία μετά από μια δεκαετία κοντά, θα τους έβρισκε αντάμα και πάνω στη σκηνή να κάνουν αυτό που δεν έκαναν στις αρχές της χιλιετίας.

“A final moment of clarity
A touch, a look, a last apology”
Εγκλωβισμένο αφενός στην ψυχική παγωμάρα και αφετέρου στον εγκεφαλικό λυρισμό του, το “Disconnected” δε σε αφήνει με χέρια να ψαχουλεύουν άδειες τσέπες. Το 2000 ήταν λίγο μετά των πυλών και το άγνωστο που σου απέπνεε το όλο σκηνικό με το millennium, έδωσε πρόσφορο έδαφος στους Fates Warning για να δημιουργήσουν και να καλλιεργήσουν το γνώριμο σε αυτούς αποξενωμένο και ζωσμένο από εσωστρέφεια περιβάλλον (όχι πως είχαν παραπλήσια προβλήματα έμπνευσης στο παρελθόν). Μια φουτουριστική μοναχικότητα απλώνεται σαν ξηρός πάγος από τους πρώτους προειδοποιητικούς ήχους του intro. Βαδίζεις και τα ίχνη σου εξασθενούν. Το μονοπάτι σβήνει στην αγκάλη του και η μουσική των Fates Warning δε βρίσκεται εδώ για να καθοδηγήσει. Το outro σαν ένας δυσοίωνος αντίλαλος της εισαγωγής, έρχεται να σε ξεπροβοδίσει αφού προηγουμένως έχεις περιπλανηθεί στους ασύνορους αλλά όχι ασύνδετους ηχητικούς ορίζοντες του “Disconnected”.
ΥΓ. Θα το λέω για πάντα, πόσο 2020 και covid – friendly είναι το εξώφυλλο;; Πείτε μου πόσο;;
Κείμενο – Επιμέλεια: Γιώργος Γράντης

