Editorial – ΜΑΡΤΙΟΣ: “Οι γραμμές από το αίμα των ζώων”

ΑΡΘΡΟ

“Υπέγραψαν εκ μέρους μου και με μετέτρεψαν σε φάκελο, λησμονημένο,

σαν τα αποτσίγαρα.

Η νοσταλγία της πατρίδας με σμπαράλιασε και έγινα μετανάστης στην ίδια μου τη χώρα.

Παράτησα εκείνες τις πέννες να θρηνούν τις λύπες των μελανοδοχείων.

Παράτησαν το σκοπό μου, το όνειρο μου στις πύλες του νεκροταφείου.

Και αυτός που περιμένει κλαίει την τύχη του καθώς η ζωή περνά.

Πολιορκείστε με, σκοτώστε με, ανατινάξτε με, δολοφονήστε με, φυλακίστε με.

Όταν πρόκειται για τη χώρα μου, δεν υπάρχει υποχώρηση καμιά.”

(Νταρίν Τατούρ:  “Δε θα φύγω”)

Tην 14η Ιουλίου του 2015, ο 15χρονος Arthur Cave γκρεμίστηκε από τους βράχους του Ovingdean Gap στο Brighton, στη διάβαση δίπλα στη θάλασσα. Το νόμισμα της πατρότητας αναποδογύρισε για δεύτερη φορά, και στην πίσω πλευρά της αγάπης φανερώθηκε ξανά η απέραντη οδύνη. Ο φεγγαρόφωτος, σεληνιασμένος ταξιδιώτης, ο πατέρας με τη βαλίτσα στο χέρι, ο Nick Cave, ακολούθησε διαλυμένος το δρόμο με τις γραμμές από το αίμα των ζώων. O σπουδαίος δημιουργός βρέθηκε να άγεται και να φέρεται ανάμεσα σε αποκαθηλώσεις και λαβές πίστης, σε παγίδες μνήμης και ξέφωτα πνιχτής, σύντομης ανακούφισης μέσα στην ομίχλη του “Ghosteen”.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τα πάντα γύρω μας επηρεάζεται αναπόφευκτα από τους ρόλους που κουβαλάμε μαζί μας καθημερινά. Και αν ο “ρόλος” του καλλιτέχνη είναι μια λυτρωτική εκφραστική χοάνη που μπορεί ταυτόχρονα να εξασφαλίζει και την επιβίωση του δημιουργού, ο “ρόλος” του γονιού υπακούει σε πολύ πιο σύνθετες , ανατρεπτικές και συχνά ανεξήγητες εξισώσεις. Ο ρόλος του καλλιτέχνη έχει τη μαγική γέφυρα που μεταφέρει τον δέκτη του στη δική του θέση και του προσφέρει τη δυνατότητα  να μοιράζεται τα έργα του. Ο ρόλος του πατέρα μέσα μου με σπρώχνει στη φρίκη κάθε φορά που βλέπω νεκρά, ακρωτηριασμένα και τραυματισμένα παιδιά σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, και ενστικτωδώς βρίσκομαι έστω και υποθετικά στη θέση των χαροκαμένων γονιών.

Πρόσφατα δέχτηκα δυο παγωμένα εξοργιστικά χαστούκια από αγαπημένους δημιουργούς, όταν ο δεύτερος έτρεξε να υπερασπιστεί τις δηλώσεις του πρώτου. Ο σκηνοθέτης Wim Wenders και ο Nick Cave μας έκαναν μαθήματα σχετικά με την φύση και την ουσία της “μεγάλης τέχνης”, η οποία πρέπει να είναι ελεύθερη και αμφίσημη. Έχοντας κάπου στα σεντούκια του dna μου αυτό το καταραμένο γονίδιο που με υποβάλλει συχνά στη δοκιμασία να μπαίνω στη θέση των άλλων για να τους καταλάβω, προσπάθησα να κάνω τα ανάποδα βήματα και να αντιληφθώ πού ακριβώς έχει σπάσει αυτή η “γονική γέφυρα” του Nick Cave. Γιατί η αλήθεια είναι πως πριν το κάνω αυτό, δέχτηκα όλα τα υπόλοιπα ευκόλως εννοούμενα που έχουν να κάνουν με ένα σύστημα που σε συντηρεί και σε θρέφει και εσύ ελίσσεσαι με μπουρδολογίες περί “μεγάλης τέχνης” για να μην το εκθέσεις ηθικά. Και πού κατοικεί άραγε αυτή η μεγάλη τέχνη, ποιον εξυπηρετεί, πώς επικοινωνεί και σε τι χρησιμεύει στην καθημερινή πραγματικότητα; Και αν κάποιοι επιλέγουν να πορευτούν σε ένα διαρκές κυνήγι καλλιτεχνικού “escapism”, μόνο αν ζουν σε έναν αποστειρωμένο φιλντισένιο κάστρο μπορούν να αποκοιμηθούν αγκαλιά με την “αμφίσημη και ελεύθερη μεγάλη τέχνη”. Χωρίς την πρόθεση να αποδομήσω τον καλλιτέχνη Cave, δεν κατάφερα να αποφύγω τον συνειρμό πως ίσως τα 8 εκατομμύρια δολάρια της περιουσίας του, όπως και κάθε ελιγμός της χρηματιστηριακής του αξίας οικοδομούν το φιλντισένιο κάστρο του. Δεν κατάφερα φυσικά να αποφύγω και άλλα ολισθήματα που έδωσαν λαβές σε πολλούς να σκεφτούν πως τα κομμάτια του σημερινού παζλ του Cave συμπληρώνουν τελικά έναν άνθρωπο με επικίνδυνη “πολιτική” μορφή. Η επίσημη παρουσία του στην ενθρόνιση του βασιλιά Καρόλου στις 6 Μαΐου του 2023 έμοιαζε να καρφώνει πισώπλατα ένα μαχαίρι στην σκοτεινή, σάπια και ταπεινωτική μοναρχία του Βασιλιά Μελάνι που ήταν κάποτε. Βέβαια, οι μέρες των Birthday Party δύσκολα θα ξέβραζαν δηλώσεις όπως “η Antifa και η Άκρα Δεξιά αποτελούν τις δύο πλευρές ενός βίαιου και αμοιβαίως αυτοσυντηρούμενου δεσμού”.

Μια συγκεχυμένη αναγωγή της έννοιας της τέχνης σε ένα σχεδόν εξαγνισμένο καταφύγιο του ανθρώπινου νου, μοιάζει με το να πετάς τη μπάλα στην κερκίδα μπροστά στην αδυσώπητη συντριβή από το αυτονόητο. Ίσως γι’ αυτό το λόγο ενοχλείται από το σφύριγμα του αυστηρού διαιτητή Roger Waters, που δείχνει να μην συγχωρεί τέτοιες διανοητικές καθυστερήσεις. Και έχει δίκιο ο μπαρμπα- Waters που εξοργίζεται μαζί του, γιατί ο ποιητικός Νικόλας με το αναμφισβήτητο χάρισμα του λόγου θα μιλήσει για την φρίκη της Γάζας αλλά θα αποφύγει τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας για να μην προκαλέσει χαρακιές στη βελούδινη σχέση του με τους Εβραίους. Μοιάζει να ελίσσεται σαν να αποζητά τη διαχείριση που αρμόζει σε έναν πρίγκιπα της τέχνης, γι’ αυτό εκτιμά τον ευγενικό με το γάντι ακτιβισμό του Eno, αλλά τον εκνευρίζει το μαστίγωμα του Waters. Όμως ο Νικόλας σαν γλωσσοπλάστης και δεινός αφηγητής που είναι θα έπρεπε να ξέρει πως το γαμημένο το “ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ” έχει στην ανθρώπινη αντίληψη μια θέση ψηλότερα και από τον πιο λατρεμένο μονάρχη του πλανήτη, ακόμα και αν ένας σκατόψυχος συντηρητικός παλιάνθρωπος αποφεύγει να το ομολογήσει: το ξέρει βαθιά μέσα του, γιατί το “ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ” σαλεύει σαν φίδι και του δαγκώνει τις τρυφερές σάρκες της πιο ενδόμυχης σκέψης. Όσο οι θιασώτες αυτής της μπλαζέ καπατσοσύνης που αποκόπτει με σκοπιμότητα τη ζωή από την τέχνη επιμένουν να λοιδορούν αυτούς που ζητούν συνέπεια και στοιχειώδη ευαισθησία, το “AYTONOHTO” θα τους χαστουκίζει παραδειγματικά: εδώ δεν χωρούν εξυπνακισμοί και απαξιωτικές φιγούρες.

Ο Νικόλας οργίζεται από το πολιτιστικό μποϊκοτάζ (BDS) και παρουσιάζεται σαν “θύμα λογοκρισίας”, όμως τα φτηνά του πυροτεχνήματα (“η μουσική δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την τιμωρία των απλών ανθρώπων για τις πράξεις της κυβέρνησής τους”) δεν τυλίγουν απολύτως τίποτα με την επαρκή για το έγκλημα πειθώ. Ίσως γι’ αυτό να επικαλείται τη συνδρομή των 150.000 λιρών στην οργάνωση Hoping Foundation για τα παιδιά των Παλαιστινίων προσφύγων, όπως κάθε καθωσπρέπει ένοχος θα ξεπλήρωνε το δικαίωμα της συνεχιζόμενης προκλητικής του αποστασιοποίησης, με πρόσφατη απόδειξη τη στήριξη στις γελοίες δηλώσεις του Wenders. Και για να το τυλίξει με ένα πέπλο συμπαθούς τραγικότητας, παραδέχτηκε ότι μετά τον θάνατο του γιου του έγινε ένας “hallmark card hippie”, καθώς το μίσος σταμάτησε να τον ενδιαφέρει. Όμως ο Cave στους βράχους του Ovingdean Gap, δεν έχασε μόνο το γιό του, αλλά κάθε υποψία δικαιολογίας.

Αυτό το απολεσθέν ή ίσως ανεπαρκές στα μάτια μου γονικό ένστικτό του που ουσιαστικά τον εμποδίζει να ταξιδέψει νοητά σε αυτή τη “φρίκη” χιλιάδων γονιών της Γάζας, θα τον κρατήσει με ασφάλεια μακριά από ένα εμφατικό δεύτερο μέρος του “Murder Ballads”, ανεπηρέαστο από το σκιώδες κομμάτι γης όπου η πυώδης μαεστρία της ανθρώπινης θηριωδίας ξεπερνά κάθε καλπάζουσα ευρηματικότητα του πιο ευφάνταστου συγγραφέα.

“Η οικογένεια επέζησε τη νύχτα και την επόμενη μέρα πήγε νότια, στην πόλη Χαν Γιουνίς, για να μείνει στο σπίτι ενός συγγενή, θεωρώντας ότι θα ήταν πιο ασφαλής. Ωστόσο, η Sara σοκαρίστηκε όταν είδε την οικογένεια που την φιλοξενούσε να γράφει τα ονόματα των παιδιών στο σώμα τους. Τελικά έκανε το ίδιο στα δικά της παιδιά. Πολλοί γονείς στη Γάζα σημειώνουν τα ονόματα των παιδιών στα κορμάκια τους, για να είναι γνωστά τα στοιχεία τους σε περίπτωση που πεθάνουν.”

Γι’ αυτούς είναι πια “ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ”.

Avatar photo
About Γιώργος Γεωργίου 1432 Articles
Αν και από την τρυφερή ηλικία των ισχυρών δονήσεων κυνηγούσε την άκρη του Ουράνιου Τόξου, κάποια στιγμή στην εφηβεία του ανακάλυψε πως γεννήθηκε με ένα Triryche σημάδι, έστω και αν αυτό τον πρόδωσε μόλις τον οδήγησε στη Γη της Επαγγελίας. Ψάχνοντας για μια καλύτερη ζωή ένωσε το αγαπημένο του δίπολο, από το απόλυτο Καναδικό τρίο ως τα παλικάρια του "Νησιού" από το Aylesbury που ανάστησαν ένα ιδίωμα με τον Ψηλό ποιητή-ψάρι και αγκάλιασαν το μέλλον με τον κύριο "Η". Έμαθε και συνεχίζει να αγαπά με το ίδιο πάθος τους μεγάλους του τσίρκου της μουσικής αλλά και τα άγνωστα ευρήματα των ατέλειωτων ανασκαφών, όπως αγαπά και τις υπερβάσεις στα μουσικά ιδιώματα και άνετα θα έπινε κουβάδες από καφέ με τον Martin Walkyier και τον Paddy McAloon στο ίδιο τραπέζι. Ένας από τους διακαείς πόθους του με το πληκτρολόγιο ή την "πένα" είναι να συμφιλιώσει την παραδοσιακή prog metal παράταξη με τους μοντέρνους πιονιέρους του χώρου, μένοντας με πάθος ετοιμοπόλεμος σε κάθε προειδοποίηση της μοίρας για την εξάπλωση των λεπρών. Δυσκολεύεται ακόμα και σήμερα να δραπετεύσει από τις σελίδες του Σαρτρ, έστω και αν ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος. Σιχαίνεται τη σοβαροφάνεια, τον φασισμό κάθε απόχρωσης και τον Κούγια. Ο κινηματογράφος μάλλον στένεψε πολύ γι' αυτόν μετά το "Διάφανο Δέρμα", ενώ όταν κοιτάζει το Subbuteo με μεγεθυντικό φακό, προτιμά οι ομάδες του σε οποιοδήποτε χορτάρι του πλανήτη να φοράνε βυσσινί.